Ξεθάβω και σημειώνω πως ο Lupin παραπάνω είχε δηλώσει πως δεν μπορεί να πει πολλά για το νέο Neurosis, μιας και βρισκόταν ακόμα σε κατάσταση «shock and awe». Υποθέτω ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος που έχουν γραφτεί δυσανάλογα λίγα πράγματα για άλλο ένα αριστούργημα (από το πουθενά, κυριολεκτικά) της μπάντας. Όσον αφορά εμένα, τουλάχιστον, αυτό ισχύει τόσο καιρό. Αλλά ήρθε ο καιρός να δώσουμε στον δίσκο τα εύσημα που του αξίζουν.
Αρχικά να ξεκαθαρίσω πως εγώ είχα να ισοπεδωθώ έτσι (και δεν είναι τυχαία η επιλογή της λέξης) από το μεγαλείο των Neurosis, απ’ το “The eye of every storm”. Με το “Given to the rising” ποτέ δεν μπόρεσα να συνδεθώ πραγματικά· το “Honor found in decay” μού άρεσε σχετικά, αλλά το βρήκα λίγο επιτηδευμένο από την πρώτη στιγμή· ενώ το “Fires within fires” ομολογώ ότι μπορεί να μην το άκουσα ποτέ ξανά από τότε που κυκλοφόρησε. Κι έρχεται από το πουθενά τώρα αυτό, για να μου θυμίσει εμπειρίες και μνήμες που μόνο αυτή η μπάντα είχε καταφέρει να μου χαρίσει…
Πριν προχωρήσω στον σχολιασμό των κομματιών αυτών καθαυτών, θέλω να σημειώσω το εξής: μιλάμε για έναν δίσκο-μεγάλο στοίχημα για την μπάντα, μιας και από διάφορες απόψεις είναι η πρώτη φορά (εδώ και πολλά-πολλά χρόνια) που βγαίνουν εκτός του «safe zone» τους. Πρώτο album απ’ το 1999 δίχως Albini ως μηχανικό ήχου (προσωπικά δεν έχω κανένα παράπονο από τον ήχο –αν δεν ήξερα ότι είχε πεθάνει, δεν θα καταλάβαινα διαφορά ποιότητας από τα προηγούμενα albums τους). Πρώτο album γενικά χωρίς Scott Kelly (παραδόξως και ανέλπιστα, η απώλειά αυτή επίσης περνά απαρατήρητη). Πρώτο album απ’ το 1996 με νέο άτομο στη συνθετική διαδικασία (προσωπικά βρίσκω το χαρακτηριστικό αποτύπωμα των Neurosis να διαπερνά συνεχώς κι έντονα όλες τις συνθέσεις του album. Δεν θα καταλάβαινα δίχως να διαβάσω τα credits ότι υπήρξε νέος συνθετικός παράγοντας στο συγκρότημα –πόσο μάλλον με το εκτόπισμα ενός Aaron Turner. Ελάχιστες οι στιγμές που η μουσική ξεφεύγει προς Isis μονοπάτια (Sumac δεν έχω ακούσει ομολογώ)). Μ’ αυτά στο νου μας, δηλαδή αντιλαμβανόμενος και την τρικυμία που πρέπει να πέρασε η μπάντα, και το «πάγωμά» της για κάποια χρόνια (που έκανε μέλη της ακόμη και να αποφασίζουν ότι τελείωσαν με τη μουσική μια για πάντα), και τη δυσκολία τού να καταφέρεις να ξαναβρείς τον δρόμο σου μετά από όλα αυτά, ε, εγώ αυτό το album ήδη από τώρα το κατατάσσω σε μία πολύ ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου όσον αφορά τη δισκογραφία των Neurosis. Με άγγιξε, ρε παιδί μου, έντονα, δεν το περίμενα. Ήταν μία επιστροφή ανέλπιστη κι απροσδόκητα ποιοτική για εμένα.
Πρώτα απ’ όλα με ταρακούνησε η τόσο heavy προσέγγιση με το καλημέρα του “Mirror deep” –λες και βγήκε μέσα από το “Enemy of the sun”. Μία προσέγγιση που ενυπάρχει σε όλα τα κομμάτια θαρρώ, απλά κάθε φορά «ξεσηκώνοντας» διαφορετικό album. Για παράδειγμα, το πιο αργόσυρτο θέμα του “First red rays” θυμίζει το πιο ωμό στυλ του “Given to the rising”, το ντουέτο “Seething and scattered” και “Untethered” παραπέμπει στις πραγματικά παλιές ημέρες (“Souls at zero” και “The word as law” αντίστοιχα) κ.ο.κ.
Πέρα από την heavy προσέγγιση, εξαρχής ξεχωρίζει και ο πρωταγωνιστικός ρόλος (επιτέλους όλο και πιο έντονος –ίσως και ο πιο έντονος σε όλη τους τη δισκογραφία) των ηλεκτρονικών samples. Εξωπραγματική η χρήση τους σε πάμπολλες στιγμές μέσα στο album (στο πρώτο ατμοσφαιρικό «διάλειμμα» του “Mirror deep” που συνδυάζονται με μία τέλεια κιθαριστική μελωδική φράση, στα σύντομα breaks στην εισαγωγή του “First red rays” που είναι λες κι εντείνουν μία αγωνιώδη αίσθηση, στο μακρόσυρτο outro του “Seething and scattered”, ενώ από τη μέση και μετά στο “Blind”, αυτά είναι που κάνουν το κομμάτι αυτό που είναι).
Τέλος, ένα τρίτο στοιχείο που φανερώνεται εξαρχής στο “Mirror deep” και χρησιμοποιείται κατά κόρον στο album, είναι η συνθετική δομή του «heavy έναρξη-ατμοσφαιρικό διάλειμμα-heavy κλείσιμο» (νομίζω χρησιμοποιείται στα περισσότερα κομμάτια –αν όχι σε όλα). Προσωπικά δεν με χάλασε καθόλου η εμμονή σ’ αυτήν τη συνθετική «μανιέρα», από τη στιγμή που κάθε φορά αυτή ανανεωνόταν από διαφορετικούς ήχους και ιδέες. Για παράδειγμα, στο “Mirror deep” αυτό που κάνει τόσο ξεχωριστή αυτήν τη ατμοσφαιρική γέφυρα είναι αυτά τα αγωνιώδη κιθαριστικά licks που επαναλαμβάνονται από μία στιγμή κι έπειτα. Στο “First red rays” είναι η διάχυτη ονειρική Floyd-ίλα που ξεπηδά από τα διακριτικά κιθαριστικά leads. Στο “Blind”… Τι να πεις για το “Blind”, ας πούμε ότι εκεί το ατμοσφαιρικό «διάλειμμα» που κόβει τη σύνθεση στα δύο, αντί για ονειρικές οπτασίες δημιουργεί εφιαλτικές δυστοπίες μ’ αυτά καταθλιπτικά samples που συνδυάζονται με ανατριχιαστικό τρόπο με την τρυφερή φωνή του Von Till από τη μία και τις κραυγές του Turner από την άλλη. Στο “In the waiting hours” (η πιο «Isis» στιγμή του δίσκου ομολογουμένως) είναι το μπάσο που πρωταγωνιστεί εκεί στο μακρόσυρτο instrumental μέρος στο τέλος. Και πάει λέγοντας.
Αυτό, όμως, που με έκανε να κολλήσω πραγματικά με το νέο album, ήταν οι στιγμές που συνειδητοποιούσα ότι οι Neurosis μού χάριζαν νέα συναισθήματα, γιατί πειραματίζονταν (στο 12ο album τους!) με νέα συνθετικά εργαλεία. Ήταν οι στιγμές που το τραγούδι έπαιρνε μία απροσδόκητη στροφή, που μεταμορφωνόταν σε κάτι που δεν είχε φανερωθεί μέχρι τότε. Οι στιγμές που η έμπνευσή τους φαίνεται ανεξάντλητη. Μιλάω π.χ., για αυτήν την τόσο σύντομη μα αποτελεσματική έμπνευση στο τέλος του “First red rays”, κι ενώ νομίζεις ότι το τραγούδι σιγά-σιγά τελειώνει, αυτό να αλλάζει εντελώς ρότα με το tribal drumming κι αυτήν την τόσο καθαρή, «ψυχρή» φωνή (σαν αυτή που κάποτε ο Jonas Renkse χρησιμοποιούσε στους Katatonia) να σε παγώνει πραγματικά. Μιλάω για το ξαφνικό oriental μέρος του “Untethered” –ένα σημείο πραγματικό κομψοτέχνημα που, κατά τη γνώμη μου, «σώζει» την ίσως πιο αψυχολόγητη (όχι κακή, αψυχολόγητη) σύνθεση του album (μα καλά, πώς τους ήρθε (και πώς τα κατάφεραν; ) να συνδυάσουν στοιχεία των τελευταίων τους album με το straight-forward riffing του “The word as law”; Πραγματικά περίεργη σύνθεση…). Μιλάω, φυσικά, για αυτά τα ΑΔΙΑΝΟΗΤΑ πράγματα που γίνονται στο τέλος του “Blind” –δικαίως κάποιος παραπάνω είπε πως μιλάμε για το «νέο» “Locust star” (απόλυτα εύστοχη παρατήρηση την οποία σκέφτηκα κι εγώ την πρώτη φορά που το άκουσα). Να φταίει, άραγε, γι’ αυτό, το εξοντωτικά groovy και άμεσο βασικό του riff; Ο τρόπος με τον οποίο κραυγάζει ο Von Till, δηλαδή η απελπισία που φανερώνει; Δεν ξέρω τι απ’ όλα αυτά έκαναν κι άλλους να θυμηθούν το «hit-άκι» των Neurosis, απλά εγώ θα πω ότι η πρώτη φορά που αναφώνησα «ΟΙ NEUROSIS ΕΠΕΣΤΡΕΨΑΝ!» κατά την ακρόαση του “An undying love for a burning world”, ήταν εκεί μετά το κάτι-σαν-jam-μέρος-που-σε-ξεγελάει, όταν έρχεται το καθηλωτικό κλείσιμο του τραγουδιού με τα επαναλαμβανόμενα, «ανάποδα» samples να στοιχειώνουν το είναι σου. Ναι, επέστρεψαν.
Κι ενώ προσωπικά θα ήμουν υπερ-ικανοποιημένος αν ο δίσκος αποτελούνταν μονάχα από τα 5 πρώτα κομμάτια, οι Neurosis σου λένε όχι, θα δεις κι άλλες κορυφές επιπέδου “Blind” και στα τελευταία δύο κομμάτια. Γιατί κάπως έτσι εκλαμβάνω τα δύο τελευταία τραγούδια: σαν ένα ενιαίο, επικό κλείσιμο, πολύ πιο έντονο και «μακρόσυρτο» συναισθηματικά, και σε ευθεία αντίθεση (και πιστεύω όχι τυχαία) με τις αμέσως δύο προηγούμενες συνθέσεις (“Seething and scattered” και “Untethered”) που «παίζουν» σε άλλα πεδία, πιο άμεσα και old-school (π.χ. το “Seething and scattered” πόσο “Souls at zero” είναι με τις 3 φωνές να τραγουδάνε συγχρόνως; ).
Στο “In the waiting hours”, λοιπόν, έχουμε, όπως είπα, πιθανώς τις πιο άμεσες παραπομπές στο στυλ των Isis, αφού αυτή πανέμορφη, γαλήνια μελωδική εισαγωγή, μόνο αυτούς θα μπορούσε να θυμίσει. Παρομοίως και το απίστευτα θλιμμένο riff που μπαίνει, και το πανέμορφο ατμοσφαιρικό ιντερλούδιο για το οποίο έγραψα πρωτύτερα. Σημειωτέον, η φωνή του Turner (όχι μόνο εδώ, αλλά γενικότερα στο album) αποτελεί μία καίρια προσθήκη στον ήχο των Neurosis μιας και είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του Kelly. Πιο βαρύτονος, κοντά στη χροιά του Edwardson, βγάζει ένα ξεχωριστό αίσθημα βίαιας απόγνωσης που δεν υπήρχε παλιότερα. Προσδίδει κι αυτό κάτι νέο στον ήχο τους.
Κι ενώ η έντονη μελωδικότητα του “In the waiting hours” θα μπορούσε άνετα λειτουργήσει και ως φινάλε για το album, οι Neurosis σού πετάνε κι ένα “Last light”… Ένα “Last light” που εξαρχής ξεχωρίζει με το επαναλαμβανόμενο beat του. Μ’ έναν Turner ν’ αλυχτάει σαν λύκος από πάνω, να του «σπάει» η φωνή, να κάνει «κοκοράκι» κανονικά, μα παρ’ όλα αυτά να μην ακούγεται γελοίος –το ακριβώς αντίθετο, να σου κάνει την τρίχα κάγκελο. Μ’ ένα θεόρατο, εντελώς Neurosis riff να συνεχίζει, το οποίο με τη σειρά του να το διαδέχεται μια… ματζόρε συγχορδία; Πώς γίνεται κάτι τέτοιο να μην ακούγεται παράταιρο; Και πώς γίνεται αυτό να ακολουθείται από άλλο ένα επαναλαμβανόμενο, εφιαλτικό sample που καλύπτεται από ένα γαλήνιο, συγκινητικό ντουέτο του Von Till με γυναικεία φωνητικά (συγχωράτε με, δεν ξέρω ποια είναι); Θα μπορούσε να τελειώσει εδώ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΩΣ το κομμάτι; Θα μπορούσε –αν δεν μιλούσαμε για τους Neurosis. Γιατί ο Roeder δίνει τον ρυθμό, ο Edwardson την μπασογραμμή και κάπως έτσι εισαγόμαστε στο τελευταίο μέρος του τραγουδιού, αλλά και δίσκου: μία καθαρή μυσταγωγία που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στον Noah Landis και στα αρώματα της Ανατολής που αναδύονται από τους ηλεκτρονικούς του ήχους. Όταν, πια, συνοδεύουν και οι κιθάρες, έχεις μεταφερθεί σε άλλη διάσταση, μία ικανότητα που λίγα συγκροτήματα έχουν. Και οι τύποι δεν σταματάνε ΟΥΤΕ εδώ. Μία λιτή, κιθαριστική μελωδία μ’ ένα τόσο απλό bend μού φέρνει κυριολεκτικά δάκρυα στα μάτια. Και ξαφνικά όλα τ’ άστρα ευθυγραμμίζονται μ’ έναν περίεργο τρόπο: γιατί λίγα δευτερόλεπτα πιο πριν ο Von Till δήλωνε πως «the river itself starts to weep». Κι εγώ, λίγες ώρες πιο πριν, σ’ ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, διάβαζα ένα συγκινητικό απόσπασμα από το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη, στο οποίο έλεγε: «“Η μουσική των νερών”. Θέμα ελεύθερον. […] Το τραγούδι του –η μουσική των νερών– δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο σταματά στη θάλασσα, σταματά, γιατί δεν έχει πού να πάει, και η γλυκιά μουσική του πνίγεται μες στα μουγκρητά του ωκεανού. […] Ξέρει καλά πως τα νερά στην αρχή είναι γλυκά, μα σιγά σιγά αρμυραίνουν. Σ’ όλο το δρόμο μαζεύουν όλο τον ιδρώτα και τα δάκρυα. Κι έχει πολλά ο κόσμος… […] Η μουσική των νερών είναι λυπητερή».
Τι να πω εγώ μετά από μία τέτοια σύμπτωση; Να μιλήσω για μεταμουσικές-λογοτεχνικές εμπειρίες; Ή μήπως να αρκεστώ στο ότι αυτή η παρομοίωση για ποτάμια που θρηνούν και που μετατρέπονται σε ωκεανούς που μουγκρίζουν, αποτελεί ίσως την πιο ταιριαστή περιγραφή για τη μουσική των Neurosis που κανένας μουσικοκριτικός δεν σκέφτηκε ποτέ;
Τι άλλο να πω δεν ξέρω, αυτός ο δίσκος αξίζει πολλά-πολλά περισσότερα σχόλια, υποθέτω ότι ο καθένας/καθεμιά μας απλά αργούμε να βγούμε από το σοκ στο οποίο έχουμε μπει…