Τέλεια λοιπόν, έγινε bump thread μου από το 2011 - και πάλι καλά διότι ήμουν και πιο μικρός τότε, οπότε καλό είναι να γίνει ένα retouche και μια επαναπροσέγγιση του έργου (από τον 40κάτι πλέον εαυτό μου και όχι τον 20άρη
) ενός από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες ever

Λίγο μπλά-μπλά πρώτα (που δεν ζήτησε κανείς αλλά θα το πάρει) → τον Kitano τον έχω σε μια πολύ ξεχωριστή κατηγορία πραγμάτων που αγαπάω στο σινεμά, εκείνη δηλαδή που τοποθετώ ταινίες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, διευθυντές μουσικής, φωτογραφίας κτλ που γνώρισα μόνος μου και δίχως κάποια “βοήθεια” από κάποιο περιοδικό ή κάποιον μεγαλύτερο μου - αλλά μέσα από τις πολύωρες περιπλανήσεις μου σε videoclubs της επαρχίας που μεγάλωσα.
Εν προκειμένω, αμυδρά έχω την εντύπωση πως εντελώς τυχαία κάποια στιγμή είχα νοικιάσει το Sonatine κάπου '94-'95, γιατί νομίζω πως με είχε τραβήξει το εξώφυλλο της βιντεοκασέτας:
Θα μου πεις τώρα “ρε μλκ, εξώφυλλο με έναν man που έχει όπλο στο κεφάλι του, το '94-'95 που πήγαινες ακόμα δημοτικό; Όπου προφανώς, πέραν του ότι είναι… ένας man με ένα όπλο στο κεφάλι του :p, δεν θα καταλάβαινες και ούτε τα μισά από όσα θα έβλεπες”;
Touche σε ένα βαθμό, αλλά έχω αναφέρει ξανά και αλλού πολλάκις, πως δεν είχα φίλτρο από τους δικούς μου στο τι ταινίες θα έβλεπα σπίτι (αρκεί να μην είχαν βυζιά και κώλους) και επίσης ναι, γενικά είχα μπει από μικρός σχετικά στη φάση να βλέπω τα πάντα (και προφανώς να αγκαλιάζω κάθε είδους σινεμά - ακόμα και κάτι που δεν καταλάβαινα 100% ή ήταν πέραν της ηλικίας μου/εκτός αν είχε βυζιά και κώλους
)
Τεσπά μην το πολύ-κουράζω, το Sonatine το κατάλαβα τότε ελάχιστα (προφανώς) όμως με είχε μαγνητίσει ο ρυθμός και κάποιες εικόνες του, ο Kitano ο ίδιος σαν φιγούρα (με το ένα μάτι να τρεμοπαίζει και να κλείνει διαρκώς) και η μουσική (που στη πορεία κατάλαβα πως ο exclusive του Miyazaki, Joe Hisaishi, τελικά δεν ήταν μόνο δικός του exclusive
αλλά και του Kitano).
Πάνω από όλα όμως, αυτό που θυμάμαι να με εξιτάρει τόσο πολύ με τον Kitano (και μια ταινία που όπως είπα, ελάχιστα καταλάβαινα πραγματικά τότε) ήταν η εσωτερικότητά που έβγαζε η συγκεκριμένη ταινία - ανέβλυζε μια μελαγχολία και μια… ας το πούμε, όπως το αντιλαμβανόμουν τότε, υπαρξιακή θλίψη… σπάνιας ομορφιάς, αν μου επιτραπεί να την χαρακτηρίσω έτσι.
Ειδικά δε, αν ήσουν φαντάζομαι και κάπως πιο κλειστός άνθρωπος (παιδί, εν προκειμένω, στη περίπτωσή μου) και παράλληλα (συμβαίνει στους πιο εσωστρεφείς νομίζω) είχες αναπτύξει και έναν Χ αξιακό κώδικα/φίλτραρες τον κόσμο anyway κάτω από το πρίσμα μιας ξεχωριστής παιδικής μοναχικότητας, ήταν εύκολο να σε κερδίσει και να μιλήσει μέσα σου.
Δεν το καταλάβαινα απόλυτα anyway, ούτε είμαι σίγουρος πως βγάζει νόημα ότι έγραψα παραπάνω, αλλά εν τέλει ήμουν εκεί. Τεσπά πανκοροκομεταλλάδες είστε εδώ οι περισσότεροι, νομίζω πως καταλαβαινόμαστε 
Μεγαλώνοντας, από το Γυμνάσιο κοκ μπήκα πιο βαθιά μέσα στο σύμπαν των (διαθέσιμων τότε) ταινιών του, είδα το Καλοκαίρι του Κικουτζίρο σε θερινό σινεμά στο Λύκειο, τα Dolls/Zatoichi σινεμά ως φοιτητής πια - και σταδιακά κάλυψα και την ανάγκη μου να εντρυφήσω στο σύνολο της φιλμογραφίας του.

Τα παραπάνω τα λέω διότι αφενός, όπως έχω πει πολλάκις στο thread αυτό, ψοφάω να διαβάζω προσωπικές ιστορίες χρηστών γύρω από την εμπειρία τους με κάποια ταινία/ένα σινεμά κτλ (και να γράφω δικές μου) αλλά κυρίως για να πω πως τον Kitano θεωρώ πως τον ξέρω σχετικά καλά και τον θαυμάζω απεριόριστα μέχρι και σήμερα - έχει σκηνοθετήσει, μεταξύ άλλων, ίσως την αγαπημένη μου ταινία της δεκαετίας του '90, ενώ είναι και από τις ελάχιστες φορές (πραγματικά ελάχιστες όμως) που θα πω πως αν έκανα εγώ πχ σινεμά, θα ήθελα να έκανα κάποια πράγματα ακριβώς όπως εκείνος…

Στα πιο τα του Kitano λοιπόν, ο ίδιος αποτελεί μία από τις πλέον ιδιοσυγκρασιακές μορφές του σύγχρονου ιαπωνικού κινηματογράφου - ένας σκηνοθέτης που και συνομιλεί με την Ιαπωνική παράδοση και τη διαρρηγνύει ταυτόχρονα με κάθε του σχεδόν νέα ταινία, 40 χρόνια τώρα.
Ξεκίνησε σας τηλεοπτικός κωμικός με το ψευδώνυμο «Beat Takeshi», μεταπήδησε απροσδόκητα στον κινηματογράφο και διαμόρφωσε ένα αναπάντεχο προσωπικό ύφος ανάμεσα στην ωμή βία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Τον έχετε δει επίσης σε άπειρες ταινίες πλην τις δικές του (Merry Christmas Mr Lawrence, Battle Royale μέχρι και… στο Κάστρο του Takeshi
)

Στο σινεμά του θα βρει κανείς χιλιάδες στιγμές σιωπής (που ηχούν εκκωφαντικά) και εκρήξεις βίας που διακόπτουν την ακινησία… πρωταγωνιστούν δεκάδες ανέκφραστα (?) πρόσωπα - πίσω από τα οποία υποβόσκει διαρκώς η υπαρξιακή θλίψη που ανέφερα νωρίτερα: μοναχικές φιγούρες σε έναν κόσμο κωδίκων τιμής που καταρρέουν, καθώς ο θάνατος και η τυχαιότητα του ορίζουν τα πάντα - ενώ η παιδικότητα χρησιμοποιείται, από τον πιο σκληροτράχηλο μέχρι τον πιο ευαίσθητο χαρακτήρα του, ως το μοναδικό καταφύγιο απέναντι στον κυνισμό και την ωμότητα του κόσμου.
Η πλειοψηφία του έργου του επαναπροσδιορίζει το γκανγκστερικό φιλμ, όχι ως αφηγηματική φόρμα αλλά ως ένα υπαρξιακό πεδίο δράσης - η σιωπή στις ταινίες του, λειτουργεί σαν μια ψυχική ανατομία πάνω στους (αντι)ήρωές και ήρωές του.

Το μοντάζ του λοιπόν είναι αναμενόμενα κοφτό, σχεδόν αφαιρετικό, καθώς η βία των ταινιών του δεν εξιδανικεύεται ποτέ - αλλά παρουσιάζεται πάντοτε κοφτή και απότομη, σαν μια σχεδόν αντι-δραματική ενέργεια διακοπής της καθημερινότητας…
Υπάρχει ένα ξεκάθαρο θέμα “ορίου” (ένα liminality) στο σινεμά του - οι χαρακτήρες του σαν να βρίσκονται διαρκώς σε μια διαρκή μετάβαση ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, την ειρωνεία και την τραγωδία, τον πραγματικό χρόνο και το όνειρο.
Αυτό εκδηλώνεται λοιπόν μέσω των χώρων στις ταινίες του, οι οποίοι μοιάζουν σαν “ενδιάμεσοι” σταθμοί (παραλίες, δρόμοι, κτλ) που λειτουργούν ως τα μεταφορικά “όρια” ανάμεσα στο τώρα και το επόμενο (τη ζωή δηλαδή και τον θάνατο). Η κάμερα παραμένει ακίνητη και η έλλειψη μουσικής εντείνει το αίσθημα απογύμνωσης.
Η βία του anyway, είναι σχεδόν κάτι σαν γραφειοκρατική διαδικασία - μια ακόμα λειτουργία μέσα σε ένα μουντό και κλειστό διεκπαιρεωτικό αξιακό σύστημα ζωής (και θανάτου).

Η κινηματογραφική του γραφή επίσης είναι λιτή, με πολλά (πανέμορφα) στατικά κάδρα που δίνουν έμφαση τόσο στον χώρο που ανέφερα παραπάνω, όσο και στη σωματικότητα των χαρακτήρων του. Εκείνοι δε, μιλάνε λίγο, κοιτάζουν πολύ και η εσωτερική τους ένταση εκδηλώνεται συνήθως μέσα από μικρές χειρονομίες. Πρόκειται γενικότερα για μια κινηματογραφική γραφή που ισορροπεί εξαιρετικά ανάμεσα στον μινιμαλισμό και σε μια στιλιζαρισμένη θεατρικότητα.
Οι ιστορίες εγκλήματος του είναι στην ουσία μικρές τραγωδίες καθημερινότητας, κατά τις οποίες η μοίρα μοιάζει πάντοτε προδιαγεγραμμένη - αλλά η ανθρώπινη αξιοπρέπεια επιμένει πεισματικά να υποκύψει στα τερτίπια της.

Ο Kurosawa, τέλος, που αναφέρθηκε παραπάνω (για να κάνω και μια μικρή σύνδεση/αναφορά στο έργο του, σε αντιστοιχία με εκείνο του Kitano) σκηνοθετούσε την ηθική σύγκρουση με ένταση, σεμιναριακή κίνηση κάμερας και traveling και δραματουργική κλιμάκωση - ενώ έδινε πάντα στη βία μια ηθική διάσταση (που οδηγούσε στο τέλος και σε μια κάθαρση)…
Ο Kitano αντιθέτως, αφαιρεί εντελώς αυτό το πιο επικό στοιχείο από το σινεμά του και δίνει στην βία μια συστημική διάσταση - χονδρικά δηλαδή, στις ταινίες του δεν αποζητά καμία κάθαρση στο φινάλε, αλλά την αποδοχή της ματαιότητας.

Έξτρα αναφορά επίσης στο λεπτό και ειρωνικό του χιούμορ - ένα (απαραίτητο) αντίβαρο στις πιο σκοτεινές στιγμές των ταινιών του.
Ας ρίξω ένα προσωπικό ranking με ένα σύντομο σχόλιο για τις ταινίες του - και να πω πως το Hana Bi είναι μάλλον η αγαπημένη μου ταινία των 90s και πιθανότατα μια από τις 10 αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών:
1. Hana-bi (1997)

Ένας αστυνομικός, στιγματισμένος από ενοχές, επιχειρεί να φροντίσει τη βαριά άρρωστη σύζυγό του - ενώ παράλληλα εμπλέκεται σε έναν κύκλο εκδίκησης.
Η βία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν οργανικά, διάφοροι πίνακες ζωγραφικής (δημιουργίες του ίδιου του Kitano) παρεμβάλλονται ως εικαστικές ανάσες μέσα σε έναν κόσμο θανάτου, το «λουλούδι-φωτιά» του τίτλου συμπυκνώνει το απόλυτο δίπολο του σινεμά του (ζωή/ομορφιά - θάνατος/έκρηξη) και η ταινία είναι συνολικά μια επώδυνη ωδή στην αγάπη, ως ύψιστη πράξη αξιοπρέπειας απέναντι στο αναπόφευκτο.
Τίποτα λιγότερο από ένα γαμημένο αριστούργημα.
2. Sonatine (1993)
Ένας gangster στέλνεται στην Okinawa για να μεσολαβήσει σε μια διαμάχη συμμοριών — για να ανακαλύψει εκεί πως αποτελεί πιόνι σε παιχνίδι μεγαλύτερο από εκείνον.
Αυτό που ξεκινά ως γκανγκστερική ίντριγκα μετατρέπεται σταδιακά σε υπαρξιακό στοχασμό. Η βία παραμονεύει σε κάθε γωνία, παρά την εξάντληση όλων των εμπλεκομένων στην ιστορία από τον αέναο της κύκλο - οι άνδρες της yakuza περνούν τον χρόνο τους σαν παιδιά στην παραλία της Ιαπωνικής πόλης: σκάβουν παγίδες στην άμμο, παίζουν ρωσική ρουλέτα και γελούν αμήχανα, περιμένοντας…
Ο Kitano εδώ τελειοποιεί το ύφος του και αγγίζει το τέλειο: απότομα ξεσπάσματα, λιτή φωτογραφία, ειρωνικό χιούμορ. Ένας στοχασμός πάνω στο αναπόφευκτο του θανάτου και στη ματαιότητα (?) της “τιμής”.
Ποίηση της παραίτησης.
Αριστούργημα.
3. Kikujiro (1999)

Ένας πιτσιρικάς αναζητά τη μητέρα του στην επαρχιακή Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ κάπως βρίσκεται να συνοδεύεται από έναν ανώριμο μικροαπατεώνα γκρινιάρη μεσήλικα.
Το ιδιότυπο αυτό παρεάκι μπλέκει διαρκώς σε μια αλληλουχία μικρών επεισοδίων γεμάτα χιούμορ και μια υποδόρια μελαγχολία - καθώς η παιδικότητα εξερευνάτε ως ένα προσωπικό καταφύγιο για τον κάθε ένα.
Το χιούμορ λειτουργεί ως το προστατευτικό περίβλημα μιας ιστορίας… αντί-ενηλικίωσης και στο τέλος έχουμε ένα γλυκόπικρο road movie, με όλα τα κατεξοχήν στοιχεία του σινεμά του Kitano. Άχαστο.
4. A Scene at the Sea (1991)
Με το A Scene at the Sea, ο Kitano αιφνιδιάζει εγκαταλείποντας προσωρινά τον κόσμο της yakuza και αφηγείται την ιστορία ενός κωφάλαλου νεαρού που ανακαλύπτει τυχαία μια σανίδα του σερφ και αποφασίζει να αφιερωθεί με πείσμα στο άθλημα - με μοναδική του σύμμαχο τη σιωπηλή, αφοσιωμένη σύντροφό του.
Η υπόθεση είναι απλή, ωστόσο, μέσα από αυτήν την απλότητα ο Kitano σμιλεύει ένα πορτρέτο επιμονής και άφατης αγάπης. Η απουσία διαλόγων δεν λειτουργεί ως αφηγηματικό εύρημα καθώς η επικοινωνία (η οποία επιτυγχάνεται μέσα από βλέμματα, χειρονομίες και μικρές καθημερινές κινήσεις) έχει πραγματικό αντίκτυπο στον θεατή. Η θάλασσα γίνεται σύμβολο μιας ζωής που συνεχίζεται πέρα από την ανθρώπινη φιλοδοξία και τα στατικά κάδρα, η επανάληψη των προσπαθειών του ήρωα και η υποβλητική μουσική του Joe Hisaishi συνθέτουν ένα ήρεμο, σχεδόν διαλογιστικό φιλμικό σύμπαν.
Η βία απουσιάζει εδώ, ναι, όμως η σκληρότητα της ύπαρξης παραμένει.
5. Boiling Point (1990)

Το σύμπαν της yakuza γίνεται πιο βαθύ, ο Kitano όμως υιοθετεί ένα τόνο αρκούντως (και παραδόξως) ειρωνικό απέναντι του. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν νεαρό, αφελή βενζινοπώλη που, ύστερα από μια σύγκρουση με έναν τοπικό γκάνγκστερ, εμπλέκεται άθελά του σε έναν κύκλο εκδίκησης.
Η αφήγηση μοιάζει σκόπιμα ασθματική, σχεδόν αποσπασματική. Οι σκηνές καθημερινότητας διακόπτονται από στιγμές παράλογης σκληρότητας ή αμήχανου χιούμορ. Ο Kitano παίζει με τις προσδοκίες του θεατή: εκεί που αναμένεται μια κορύφωση, επιλέγει την ακινησία· εκεί που κυριαρχεί η ρουτίνα, παρεμβάλλει μια αιφνίδια έκρηξη.
Ανδρική ανωριμότητα, ανάγκη για ένταξη σε μια «αδελφότητα» και η γοητεία της αυτοκαταστροφής είναι οι θεματικές άξονες που γύρω τους περιστρέφεται η ταινία. Οι χαρακτήρες μοιάζουν παιδιά που κρατούν όπλα, ανίκανοι να αντιληφθούν πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους και η βία αποκτά σταδιακά έναν… σχεδόν φαρσικό χαρακτήρα
Με το Boiling Point, ο Kitano δείχνει ότι δεν τον ενδιαφέρει το κλασικό γκανγκστερικό δράμα, αλλά ότι τον απασχολεί η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. Το αποτέλεσμα συνολικά είναι μια ταινία ακατέργαστη, υπνωτική και απρόβλεπτη - ένα τεράστιο βήμα προς την πλήρη διαμόρφωση του ιδιαίτερου κινηματογραφικού του ιδιώματος.
6. Brother (2000)

O Kitano μεταφέρει για πρώτη φορά τον γνώριμο κόσμο της yakuza εκτός Ιαπωνίας, στο Los Angeles. Ο Yamamoto, ένα υψηλόβαθμο μέλος της yakuza, του οποίου η συμμορία χάνει τη δύναμη της, καταφεύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες… εκεί επιχειρεί να οικοδομήσει εκ νέου μια αυτοκρατορία μέσα από συμμαχίες με μικροκακοποιούς της ιαπωνικής και αφρο-αμερικανικής κοινότητας.
O Kitano σκηνοθετεί την άνοδο και την πτώση μιας εγκληματικής αυτοκρατορίας, στα πρότυπα των μεγάλων γκανγκστερικών Δυτικών ιστοριών του είδους, κάτω από το δικό του θεματικό και φιλοσοφικό πρίσμα: η βία ξεσπά αιφνίδια και κοφτά και οι κώδικες τιμής μοιάζουν παράταιροι, σε μια εποχή που δεν τους σηκώνει πλέον.
Το φιλμ λειτουργεί ως στοχασμός πάνω στην έννοια της “τιμής” - όταν το πλαίσιο που τη γέννησε έχει ήδη χαθεί - καθώς ο Yamamoto επιμένει σε έναν ηθικό κώδικα άλλων εποχών (και τόπων). Ο Kitano “μπασταρδεύει” το δυτικό σινεμά με το δικό του σύμπαν, παίζοντας με τις συμβάσεις του είδους αλλά ποτέ υποκύπτοντας σε εκείνες. Υποτιμημένο όσο δεν πάει - άχαστο επίσης για όλους τους φίλους του σκηνοθέτη, ή σκηνοθετών όπως ο Ferrara και ο Scorsese!
Επίσης η ταινία του σκηνοθέτη που προτείνω ανεπιφύλακτα ως πρώτη επαφή με το έργο του.
7. Kids Return (1996)
Δύο losers έφηβοι, ανίκανοι να προσαρμοστούν στο σχολικό σύστημα, ακολουθούν διαφορετικές διαδρομές: ο ένας στον κόσμο της πυγμαχίας, ο άλλος στη yakuza.
Άλλη μια στοχαστική μελέτη πάνω στη χαμένη αθωότητα και στην ψευδαίσθηση της δεύτερης ευκαιρίας, καθώς ο Kitano κινηματογραφεί τους ήρωές του με τρυφερότητα αλλά και την κλασσική του αποστασιοποίηση από το προφανές. Δεν τους κρίνει, αλλά παρατηρεί τη σταδιακή τους φθορά - η βία υπάρχει και εδώ, αλλά περισσότερο σε κοινωνικό επίπεδο - μια βία που προκύπτει μέσα από παγιωμένους θεσμούς που απορρίπτουν διαχρονικά τους “αδύναμους” του κόσμου. Από τις πολύ καλές του ταινίες επίσης, ένα διαφορετικό take στην ιστορία ενηλικίωσης με την ίδια ακρίβεια με την οποία μπορεί να αφηγηθεί και μια ιστορία για την yakuza και τον υπόκοσμο. Πικρά αισιόδοξο στο φινάλε του πάραυτα - εννοείται κλασσικό εν τη γενέσει.
8. Dolls (2002)

Ο Kitano, πλέον “φτασμένος”, εγκαταλείπει κάπως τον ρεαλισμό και βουτάει στον εικαστικό περφεξιονισμό και εν μέρει στο φαντασιακό, με τρεις παράλληλες ερωτικές ιστορίες: ένα ζευγάρι, δεμένο κυριολεκτικά με ένα κόκκινο σχοινί περιπλανιέται σε ένα ατέρμονο ταξίδι, ένας ηλικιωμένος γκάνγκστερ αναζητά μια παλιά αγαπημένη και μια νεαρή pop star, παραμορφωμένη από ένα ατύχημα, απομονώνεται από τον κόσμο.
Αρχική έμπνευση το ιαπωνικό κουκλοθέατρο bunraku, καθώς η ταινία είναι γεμάτη από έντονα χρώματα, θεατρικά κοστούμια και μια ιδιαίτερη κινησιολογία - σχεδόν σαν χορός.
Η μοίρα ορίζεται ως το αόρατο νήμα που καθοδηγεί τους ανθρώπους και οι ήρωες της ταινίας μοιάζουν όντως με κούκλες, δέσμιες των παθών και των αποφάσεων τους. Η αγάπη εδώ δεν είναι ρομαντική υπόσχεση, αλλά κάτι σαν εμμονή, που απαιτεί θυσίες και φλερτάρει διαρκώς με την αυτοκαταστροφή.
Οπτικά εκθαμβωτικό (κάθε κάδρο μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής) αλλά κάτω από την επιφάνεια της ομορφιάς υποβόσκει η γνώριμη μελαγχολία του δημιουργού: η αίσθηση ότι η ανθρώπινη βούληση είναι περιορισμένη μπροστά στη δύναμη της μοίρας.
9. Getting Any? (1994)

Το Getting Any? αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη έκπληξη στη φιλμογραφία του Kitano. Πρόκειται για μια ξέφρενη, παλαβή κωμωδία - spoof movie (κάτι σαν το Airplane) κατά την οποία ένας αφελής άνδρας ζει και αναπνέει με μοναδικό στόχο… να γ@μήσει
(!).
Η αφήγηση εκτροχιάζεται γρήγορα σε μια σειρά παρωδιών, η οποία ξεκινά εαπό γκανγκστερικά φιλμ και φτάνει μέχρι ταινίες τεράτων (!).
Εδώ ο Kitano, για πρώτη φορά δείχνει εκείνο το πρόσωπο που θα χαρακτήριζε και την ύστατη φάση της καριέρας του - αυτό που αρέσκεται να αποδομεί το ίδιο του το φιλμικό σύμπαν.
Η ανδρική επιθυμία παρουσιάζεται ως μια γελοία εμμονή, η βία ως ένα φαρσικό θέαμα και οι κινηματογραφικές συμβάσεις ως παιχνίδι. Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα άνισο αλλά τόσο τολμηρό, όσο χρειάζεται για να γίνει ενδιαφέρον - μια ξέφρενη κινηματογραφική πράξη δημιουργικής αυτοϋπονόμευσης που προτείνω επίσης ανεπιφύλακτα (είναι τόσο παλαβό που ναι, πρέπει να ιδωθεί όπως και δήποτε από fans του).
10. Zatoichi (2003)
Με το Zatoichi ο Kitano αναμετριέται με έναν θρύλο της ιαπωνικής λαϊκής κουλτούρας (ας μετρήσει κανείς μόνο τις ταινίες του Τυφλού Σαμουράι ανά τις δεκαετίες - πρέπει να είναι κοντά 30).
Ο τυφλός μασέρ και δεινός ξιφομάχος του τίτλου λοιπόν, περιπλανιέται σε μια επαρχιακή πόλη που ελέγχεται από συμμορίες, αναλαμβάνοντας να αποκαταστήσει την (εύθραυστη) ισορροπία.
Παρά το διαφορετικό ξανά genre που ανήκει η ταινία, ο σκηνοθέτης διατηρεί τη χαρακτηριστική του λιτότητα, με τις μονομαχίες πχ. είναι γρήγορες, σχεδόν αφαιρετικές.
Ο παιγνιώδης τόνος και το χιούμορ είναι παρόντα, ενώ το αναπάντεχο φινάλε αποκαλύπτει έναν δημιουργό που απολαμβάνει το παιχνίδι με τα είδη. Πίσω από τη διασκέδαση, όμως, παραμένει ο γνώριμος πυρήνας: μοναξιά, δικαιοσύνη, περιθώριο.
Ίσως η πιο εύκολα προσβάσιμη ταινία του Kitano, την οποία να πω το κρίμα μου ποτέ δεν αγάπησα τόσο όσο το hype της - αν και δίνω το ελαφρυντικό πως την έχω δει στα 00s μόνο (σινεμά και 1-2 φορές σε dvd) και ίσως να την έχω αδικήσει λίγο.
11. Takeshis’ (2005)

Στο Takeshis’, ο Kitano στρέφει την κάμερα στον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνει επισήμως στην ύστατη του φάση.
Υπάρχουν δυο εκδοχές του «Takeshi» εδώ: ένας διάσημος ηθοποιός και ένας αποτυχημένος κομπάρσος… διασταυρώνονται σύντομα σε ένα σύμπαν όπου πραγματικότητα και φαντασία συγχέονται, με μια πλοκή αποσπασματική, ονειρική και συχνά αινιγματική.
Σκηνές βίας, αναφορές σε παλαιότερα του έργα και σαρκασμός πάνω στη φήμη και τη δημιουργική κρίση, συνθέτουν ένα ιδιότυπο φιλμικό πάζλ που λειτουργεί σαν σχόλιο πάνω στην αληθινή ταυτότητα του καλλιτέχνη. Έργο σίγουρα άνισο αλλά 100% θαρραλέο - μια πράξη αποδόμησης του ίδιου του μύθου του.
12. Glory to the Filmmaker! (2007)

Στο Glory to the Filmmaker!, ο Kitano προχωρά ακόμη βαθύτερα στην αυτοαναφορική του διάθεση και «δοκιμάζει» διαφορετικά είδη ( μελόδραμα, τρόμο, επιστημονική φαντασία) μόνο για να τα εγκαταλείψει σχεδόν αμέσως.
Η υπόθεση είναι προσχηματική - αυτό που ενδιαφέρει είναι η ίδια η δημιουργική διαδικασία και το αδιέξοδο του καλλιτέχνη. Ο σκηνοθέτης σαρκάζει το κοινό, τους παραγωγούς, αλλά και τον εαυτό του.
Πίσω από την ελαφρότητα όμως, διακρίνεται μια αγωνία: τι σημαίνει να έχεις ταυτιστεί με ένα συγκεκριμένο ύφος; Πώς απεγκλωβίζεσαι από τον ίδιο σου τον μύθο; Το φιλμ είναι μεν άνισο, ναι, αλλά λειτουργεί ικανοποιητικά και ως μια ειλικρινής εξομολόγηση δημιουργικής κρίσης.
13. Achilles and the Tortoise (2008)

Ένας άνδρας αφιερώνει τη ζωή του στη ζωγραφική, κυνηγώντας την καλλιτεχνική αναγνώριση χωρίς ποτέ να τη φτάνει.
Ο τίτλος, εμπνευσμένος από το παράδοξο του Ζήνωνα, λειτουργεί ως μια πετυχημένη σχετικά μεταφορά: ο καλλιτέχνης τρέχει διαρκώς πίσω από μια επιτυχία που απομακρύνεται. Ο Kitano σκιαγραφεί με πικρό χιούμορ την εμμονή της δημιουργίας, τη σύγκρουση ανάμεσα στην τέχνη και την επιβίωση και τη φθορά των προσωπικών σχέσεων. Όχι από τις καλύτερες του στιγμές προφανώς, αλλά ενδιαφέρουσα γενικότερα σαν concept.
14. Ryuzo and the Seven Henchmen (2015)

Στο Ryuzo and the Seven Henchmen ο Kitano επιστρέφει στην κωμωδία, καθώς ομάδα ηλικιωμένων πρώην γκάνγκστερ αποφασίζει να αναλάβει δράση απέναντι σε κάποιους νεότερους σφετεριστές απατεώνες.
Η ταινία είναι ελαφριά σε τόνο, διαποτισμένη από αρκετή (ψιλό-καλοδεχούμενη και όχι τόσο boomer-ίστικη) νοσταλγία, καθώς το γήρας παρουσιάζεται με μια ζεστή τρυφερότητα, αλλά και μια γλυκόπικρη ειρωνεία. Οι παλιοί κώδικες τιμής μοιάζουν σχεδόν γραφικοί μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα και ο Kitano σχολιάζει τη δική του γενιά (και ίσως τη δική του καλλιτεχνική πορεία) σε μια όμως συνολικά αρκετά μέτρια, κατά τα άλλα, στιγμή του.
15. Kubi (2023)
Ιστορικό έπος με ίντριγκες της φεουδαρχικής Ιαπωνίας (πάλη για εξουσία, προδοσίες κτλ).
Παρά το ιστορικό πλαίσιο, οι χαρακτήρες κινούνται με τη γνώριμη αμφισημία του δημιουργού: η φιλοδοξία, η ματαιοδοξία και η ωμότητα κυριαρχούν.
Το Kubi συνολικά, μοιάζει με μια καταληκτική δήλωση: η Ιστορία, όπως και ο υπόκοσμος, είναι ένα πεδίο διαρκούς σύγκρουσης όπου η τιμή σπάνια επιβιώνει. Από τις πιο ενδιαφέρουσες τελευταίες του ταινίες, still όμως ξεκάθαρα από το “κάτω ράφι”.
16. Outrage (2010), Outrage Beyond (2012), Outrage Coda (2017)
Με το Outrage, ο Kitano επιστρέφει στον κόσμο της yakuza, με την πλοκή περιστρέφεται γύρω από εσωτερικές διαμάχες, προδοσίες και διαρκείς ανατροπές ιεραρχιών - δεν υπάρχουν ρομαντικοί κώδικες, μόνο συμφέρον.
Στα Outrage Beyond και Outrage Coda, η σύγκρουση επεκτείνεται, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου η πίστη είναι πρόσκαιρη και η εξουσία εύθραυστη.
Η τριλογία λειτουργεί εν μέρει ως αποδόμηση του ίδιου του γκανγκστερικού μύθου, που ο Kitano συνέβαλε να διαμορφωθεί. Οι χαρακτήρες εδώ δεν διαθέτουν τραγικό μεγαλείο, αλλά είναι γρανάζια σε έναν μηχανισμό κυνισμού. Προσωπικά τα βαριέμαι και τα τρία - τα έχω ξαναδεί αλλού, καλύτερα και με περισσότερο ενδιαφέρον… έχουν τη φάση τους για όποιον θέλει ένα πιο παραδοσιακό gangster movie αλλά για εμένα μάλλον pass.
αυτά