So, back to Odysseus and Nolan
it’s not yet time to move on
Καταρχάς χαιρετίζω τους “αντιφρονούντες” που ήρθαν εδώ να γράψουν κριτικά/αρνητικά σχόλια για την ταινία αλλά από καθαρά κινηματογραφική σκοπιά. Κι αυτό παρότι προσωπικά η όλη προσπάθεια μου άφησε συνολικά θετική εντύπωση. Οξύμωρο; Ίσως. Απλά είχε αρχίσει να με κουράζει αυτό το κλίμα μήνες τώρα (δεν εννοώ συγκεκριμένα εδώ μέσα αλλά ευρύτερα εκεί έξω) “η ταινία είναι έπος και όποιος διαφωνεί ίσως είναι και λίγο - έως πολύ - εθνίκι” - που βέβαια μάλλον διαμορφώθηκε εν μέρει και ως αντίδραση σε ένα αντίστροφο κλίμα “η ταινία είναι σκουπίδι και όποιος γούσταρε παίζει να είναι ανθέλληνας”. Anyway.
Έχοντας αφήσει λοιπόν σκόπιμα δυο βδομάδες να περάσουν από τη μέρα που είδα την ταινία κανονικά, δηλαδή στο σινεμά, έχω να πω ότι για μένα δεν είναι ούτε έπος ούτε σκουπίδι. Είναι μια αρκετά καλή προσπάθεια του Νόλαν να πει μια εκδοχή της γνωστής ιστορίας η οποία να περιλαμβάνει ταυτόχρονα τις δικές του ανησυχίες για την κατάσταση στον κόσμο σήμερα και μια αισθητική που να “μιλάει” στο σύγχρονο ακροατήριο. Μια προσπάθεια που δεν είναι χωρίς ψεγάδια, αλλά κατά τη γνώμη μου κερδίζει το θετικό πρόσημο χάρη σε μια σειρά πολύ ενδιαφέρουσες αφηγηματικές ιδέες που υλοποιήθηκαν με αρκετά ικανοποιητικό τρόπο, πετυχαίνοντας να δώσουν τροφή για σκέψη και διάλογο πάνω σε διάφορα ζητήματα που έχουν φοβερά μεγάλη σημασία ακριβώς γιατί είναι επίκαιρα όσο και διαχρονικά.
Η καλύτερη απ’ αυτές τις ιδέες για μένα είναι το πώς επέλεξε ο Νόλαν να απαντήσει σε ένα ερώτημα αιώνων: πώς αφηγείσαι το ομηρικό έπος; Με ή χωρίς θεούς; Και βρήκε τον τρόπο να πει: και τα δύο. Αφενός η παρουσία των θεών, όχι άμεσα αλλά στη συνείδηση των ανθρώπων, διαπερνά όλη την ταινία, ήδη από την αρχή (“a time of apparent magic”) και στη συνέχεια με τη διαρκή επίκληση στον “Νόμο του Δία”, αφετέρου βρίσκεται τελικά ο τρόπος να δηλωθεί εντελώς ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός διαμορφωτής της μοίρας του και κανένας θεός δεν έχει βάλει το χέρι του πουθενά (σπόιλερ - καθότι η “Αθηνά” δεν ήταν τελικά παρά μια νεαρή Τρωάδα που βρήκε άγριο θάνατο μπροστά στα μάτια του Οδυσσέα, εικόνα που κατέληξε να τον στοιχειώνει για τα επόμενα δέκα χρόνια…).
Και η δεύτερη καλύτερη ιδέα (που κανονικά θα έπρεπε να είναι η πρώτη, αλλά δεν είναι, και θα πω και γιατί) είναι ακριβώς το κεντρικό αφήγημα της ταινίας, όπως το έθιξε και ο @Lupin στο εξαιρετικό κείμενό του: η ιστορία του Οδυσσέα ως ένα σχόλιο για το τέλος εποχής που επίκειται και στη δική μας “περιοχή” του χωροχρονικού συνεχούς. Γιατί όποιος έχει μάτια βλέπει την κατακλυσμιαία αλλαγή που έρχεται. Και την έχει νιώσει και ο Νόλαν. Φυσικά την ερμηνεύει με τον μοναδικό μάλλον τρόπο που θα μπορούσε ως Βρετανός με αμερικανική υπηκοότητα, δηλαδή ως Καταστροφή (που βέβαια μάλλον “την αξίζουμε”) χωρίς τις δυνατότητες που αυτή περικλείει, αλλά αυτό είναι το τελευταίο που έχει σημασία. Το θέμα είναι το ίδιο το σχόλιο, η διατύπωσή του. Βεβαίως ειπώθηκαν αρκετά επικριτικά για το πώς ακριβώς το έκανε τελικά αυτό το σχόλιο, δηλαδή κατά βάση ως μασημένη τροφή, ειδικά στο τελευταίο κομμάτι της ταινίας, και τις θεωρώ σωστές αυτές τις επικρίσεις - γεγονός που αναπόφευκτα αφαιρεί κάποιους πόντους από το τελικό αποτέλεσμα. Του δίνω όμως και ένα ελαφρυντικό: απευθύνεται κατά βάση στο αμερικανικό ακροατήριο, οπότε μάλλον λίγο έως πολύ αναγκαστικά έκρινε ότι έπρεπε να πει κάπως άγαρμπα αυτό που ήθελε να πει. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν γύριζε τέτοια ταινία σκηνοθέτης που θα είχε στο μυαλό του κυρίως ευρωπαϊκά ακροατήρια, θα ήταν πολύ πιο subtle η όλη προσέγγιση. Τότε βέβαια μάλλον θα είχε και πολύ λιγότερους πόρους στη διάθεσή του, και συνεπακόλουθα η όλη αφήγηση θα ήταν πολύ λιγότερο ζωντανή και θα χάναμε σε immersion. Δίκοπο μαχαίρι.
Edit, πόσο αφηρημένος είμαι - και ένα τρίτο point που ήθελα να κάνω είναι ο όμορφος τρόπος που αφήνεται να εννοηθεί κάτι που επίσης επανέρχεται συχνά - πυκνά στην όλη συζήτηση για τον Οδυσσέα: ότι στην πραγματικότητα ίσως να μη “θέλει” ή να μη “βιάζεται” να βρει την Ιθάκη του. Πολύ αμφιβάλλω βέβαια να έχει διαβάσει ο Νόλαν Καβάφη (!!!) ώστε να υπήρχε στη συνείδησή του αυτή η πολύ οικεία σε μας ιδέα, και αυτό άλλωστε φαίνεται και από τον τρόπο που τη διατυπώνει - όχι ως κίνητρο για συνέχιση της περιπλάνησης, της εξερεύνησης, του ταξιδιού (“να προλάβω να δω όσο γίνεται περισσότερο από τον άγνωστο, μυστηριώδη, συναρπαστικό έξω κόσμο” - μήπως άλλωστε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενώ είχε τον ασκό του Αιόλου στα χέρια του και έτοιμος να γυρίσει στο νησί ήδη στον πρώτο χρόνο μετά το τέλος του πολέμου, πολύ βολικά επέλεξε να ρίξει έναν υπνάκο επιτρέποντας στους συντρόφους του να ανοίξουν τον ασκό και να τα καταστρέψουν όλα;) αλλά ως υπαρξιακό/ενοχικό βαρίδι που πρέπει να το ξεφορτωθεί, σε κάθε περίπτωση όμως μου αρέσει ακόμα και το σενάριο να έφτασε μόνος του, αυτόνομα από την καθ’ ημάς ποιητική παράδοση, σε μια παρεμφερή “παραλλαγή” στο ίδιο θέμα.
Και μια τελευταία επισήμανση, σχετικά με τις ερμηνείες, όπου επίσης ασκήθηκε έως και σκληρή κριτική. Θα συμφωνήσω ότι ο καλύτερος όλος ήταν ο Πάτινσον ως Αντίνοος (ποιος να το περίμενε, καμιά 15αριά χρόνια πίσω, ότι αυτός ο τύπος θα αποδεικνυόταν τόσο καλός ηθοποιός), όσο δε για τους υπόλοιπους που υποδύονται τους κεντρικούς χαρακτήρες, κατά τη γνώμη μου, αν και δεν είναι κάτι τρομερό οι ερμηνείες τους, απ’ την άλλη ούτε με ενόχλησαν - ήταν “λειτουργικές”, θα έλεγα.
Παρά τις ατέλειές της, λοιπόν, συνολικά η “κατά Νόλαν Οδύσσεια” κέρδισε το στοίχημα και κατάφερε, ενώ μπήκα στην αίθουσα με πολύ μεγάλες επιφυλάξεις, να με κάνει να θεωρήσω ότι τελικά ήταν πολύ καλύτερη ταινία απ’ αυτήν που περίμενα να δω.