Εγώ θα έλεγα είναι επειδή δεν έγινε τίποτα. Παίζει με τον θεατή η ταινία, ιδιαιτέρως στη σκηνή που ο τυπάς δεν καταλαβαίνει από <<όχι>>. Η σούμα είναι πως… Όλοι κοιτάζουν την πάρτη τους, αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα. Η μικρή απλά εμπνεύστηκε από την Τζούλια Ρόμπερτς λόγο φωτογραφίας που βρήκε και είπε να αρμέξει την κατάσταση όσο μπορούσε. Τόσο απλά.
Μέτρια στην καλύτερη η ταινία.
/
Εγώ είδα και…
“A house of dynamite” της Kathryn Bigelow.
Η καλύτερη αντιπολεμική ταινία των τελευταίων ετών. Μια ταινία που πραγματικά σε κάνει να σκεφτείς. Ναι, είναι κάτι που συμβαίνει ξενερωτικό και οδηγεί τους περισσότερους να κράζουν αλλά εγώ θα το έλεγα αντιθέτως πως είναι ένα σημάδι μιας μεγάλης δημιουργού. Σου φωνάζει ‘αυτό ήθελες να δεις αλλά δεν είναι εκεί το θέμα’.
“Bugonia” Λάνθιμος
Συμπαθητικούλα, ανάλαφρη και πολυεπίπεδη …αλλά προσωπικά δεν μου άρεσε το φιλελέδικο self-hate όσων αφορά την ανθρωπότητα. Βέβαια τέτοιος είναι οπότε τι περίμενα.
Μέχρι την σκηνή του όχι, και εγώ έκλινα προς το δεν έγινε τιποτα, ειδικα από τη στιγμη που η τυπισσα αποφευγει να απαντησει τεχνιέντως. Μετα τη σκηνή, ψιλοάλλαξα γνώμη. Στο τέλος της ταινιας σκεφτόμουν πως θα την είχα δει, αν ήμουν γυναίκα. Θέτει ωραία ερωτήματα σε ένα πολύ πολύ δύσκολο θέμα.
Ίσως το τέλος να με ξενερωσε λιγο, καθώς , όπως προ-εγραψα, δεν πάει κάπου, απλά “κλεινει” την ταινία. Αν παρατηρήσατε ένα “cut” που ακούγεται καθαρά, λένε πως μπήκε για να βγάλει τον θεατή από την πραγματικότητα της ταινίας και να τον κάνει να την ξαναδει σαν… ταινία, σαν ενα Meta-σχόλιο στον τρόπο που παρακολουθούμε/επεξεργαζόμαστε ένα “he said/ she said” σενάριο.
Είδα και το house of dynamite, επειδη ο @Lupin ειπε καλά πράγματα για την πρωταγωνίστρια, της οποίας η ιστορία μου άρεσε και περισσότερο. Και ναι, σε κάνει να σκεφτείς, μιας και αφήνει υπόνοιες οτι τα αμυντικά υπερσυστηματα τελικά δεν είναι και τόσο αποδοτικά.
Ξεχάστηκα με τις ανοησίες που γράφτηκαν παραπάνω για το Rebecca-κι και να πω μόνο πως νομίζω πως το meta σχόλιο που διέκρινα στη ταινία, νομίζω πως είναι ηλίου φαεινότερο… και το φινάλε με το offscreen cut που ακούγεται από τον σκηνοθέτη μου επιβεβαιώνει κάπως το παραπάνω - το ότι δηλαδή οι τίτλοι αρχής, η μουσική, η εναρκτήρια σεκάνς, η βασική θεματική της ταινίας και η offscreen ηχώ της στον πραγματικό κόσμο, προσιδιάζουν τρόπο τινά τον γενικότερο βίο του Woody Allen και το διαχρονικά (καυτό) ερώτημα του θαυμασμού για έργα καλλιτεχνών (και καλλιτέχνες συνολικά) με αμφιλεγόμενο προσωπικό βίο… κάτι που συμβαίνει δηλαδή και στον πυρήνα της ταινίας… κατά τα άλλα, δυστυχώς περνάνε οι μέρες και την ξεχνάω όλο και περισσότερο τη ταινία
Πειρατική εβδομαδούλα αυτή που πέρασε (επειδή κολυμπούσαμε λίγο, προφανώς), οπότε να αφήσω το κατιτίς μου πρώτον για:
Θα μπορούσα να άφηνα αυτό το quote από Μάνο και να είμαι καλυμμένος, να πω ομως 1-2 ακομα.
Από τη μία χαίρομαι που βλέπουμε τον Λάνθιμο να ‘χαλαρώνει’ δίχως να απομακρύνεται από την αισθητική του, και να βγάζει ταινίες που σε διασκεδάζουν επίσης, δεν σε ψυχαγωγούν μόνο. Από την άλλη, έφτασε στο σημείο της χολυγουντ καριέρας του που κανει διασκευες άλλων ταινιων/παλαιότερων σεναρίων. Συνεπώς, όσο συνεχίζει και δουλεύει εντός ενός τέτοιου συστήματος, φοβάμαι πως θα συνεχίζονται να μας πλασάρονται ρηχότατοι κοινωνικοί σχολιασμοί ως auteur/mainstream cinema. Μια ταινία στον αυτόματο πιλότο, με τις ερμηνείες να είναι ό,τι πιο αξιοσημείωτο σε πολυ γενικές γραμμές, σκληρά forgettable, παρά το weird finale, που ομως την καθιστά τρομακτικά επίπεδη. Τουλάχιστον δεν ειναι Poor Things.
Η μια ταινια που θα με τραβουσε Νυχτες Πρεμιερας αν δεν με απωθουσε η κουλτούρα του ιβεντ οπως διαμορφωνεται τα τελευταια χρονια απο το κοινο. Μονο βαριες ατακες κυριακη πρωι, λολ.
Περιττό να πω πως ο τίτλος μου θύμισε GN’R, αλλά πάμε στα της ουσίας. Ένα εντυπωσιακό premise απο άποψη πλοκής και συντελεστών, που σε προδιαθέτει πως θα δεις κάτι πραγματικά ποιοτικό. Και όντως, είναι μια ταινία που ισορροπεί έντεχνα πάνω σε ένα ξεκάθαρο σενάριο με ταξική/κοινωνική στόχευση, θίγοντας ζητήματα που η πλειοψηφία της πολιτικής κινηματογραφίας τα αντιμετωπίζει συνήθως ή ως shock value ή τερμα επιφανειακά, και από την άλλη, σε μια πιο πειραματική διάθεση σκηνοθετικά, με διάφορες έξυπνα τοποθετημένες παραισθησιογόνες σεκανς. Η διάρκεια, συνεισφέρει τα μέγιστα ώστε να παραμείνει συμπαγές, αν και έχει θέματα pacing, και το φινάλε είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας. Κυρίως, επειδή απογειώνει την αδυναμία ορισμένων διαλόγων να σταθούν στο υψηλότατο επίπεδο που έχουν βάλει τον πήχη με όσα πραγματεύονται, για μένα. Στο τέλος όμως, αν προσπαθήσουμε να δούμε την ταινία σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο από αυτό στο οποίο τοποθετείται, η όποια σοβαρότητα με την οποία χειρίζεται, και σκηνοθετικά και σεναριακά, το αντικείμενό της, όταν αναστοχαστούμε την εμπειρία, δεν μετατρέπεται σε αντιπρόταση/αντερώτηση. Εν τέλει, παρά την αυστηρότητά μου, το “Urchin” είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που είδα φέτος, που όμως μου αφήνει μια λίγο πικρή γεύση και μινι απογοήτευση, γιατί μπορούσε να είναι και η καλύτερη.
Γενικά συμφωνώ πάνω-κάτω με σημεία των @Lupin και @apostolisza8 τόσο ως προς τα θετικά όσο και ως προς τα όχι και τόσο θετικά και συγκεκριμένα με τα παρακάτω.
All in all πάντως, πετυχημένο το εγχείρημα, σίγουρα πολύ περισσότερο από την ταινία με τον Ντε Νίρο (την οποία είχα δει σινεμά όταν βγήκε), προφανώς η τελευταία μία ώρα είναι που την απογειώνει και γενικά εμένα τα πολύ γκράντε πλάνα δε με κερδίζουν ιδιαίτερα, τα πιο “γκρίζα” και γκροτέσκα όμως ήταν φανταστικά.
Να πω ότι για μένα η Μία Γκοθ που με μάγεψε με αυθεντική παράνοια στα “X” και “Pearl” (και “Maxxxine” αν και κατώτερο εν γένει) μοιάζει να έχει βρει μανιέρα που, όχι, δεν ταιριάζει παντού, σίγουρα πάντως όχι εδώ.
Wake Up Dead Man: A Knives Out Mystery του Rian Johnson
Ε, πού να πάρει, όσο καλά κι αν είχα περάσει με τα δύο προηγούμενα, αυτό που συνέβη με το WUDM δεν το περίμενα πόσο μάλλον όταν πρωτοείδα την διάρκειά του.
Αλλά…!
Οι 2,5 ώρες περνάνε νερό και το συγκέρασμα αστυνομικού θρίλερ με άψογο χιούμορ και to-the-point πολιτικό/κοινωνικό σχόλιο είναι σεμιναριακό.
Όχι πολλοί χαρακτήρες, ακριβώς όσοι πρέπει θα έλεγα, σχεδόν όλοι όμως με κάτι (έως πολλά) να πουν, π.χ. τα 2-3 λεπτά της Μπρίτζετ Έβερετ απλά δεν γίνεται να λείπουν απ’ την ταινία. Ίσως μόνο η Μίλα Κούνις να χάνεται κάπως, αν και είναι ο ρόλος τέτοιος…
Τρομερή δυναμική μεταξύ Κρεγκ και Ο’Κόννορ (και των “σχολών” επιστήμης και θρησκείας από πίσω τους, αλλά χωρίς οποιονδήποτε διδακτισμό υπέρ της μίας ή της άλλης) αλλά και του δεύτερου με τον Μπρόλιν, ενώ για την Γκλεν Κλόουζ τα λόγια είναι περιττά…
Το σημαντικότερο όμως που συμβαίνει με το τρίτο μέρος του Knives Out, για μένα έιναι ότι με αυτό πλέον μιλάμε για ένα συμπαγές κινηματογραφικό σύμπαν στο οποίο δεσπόζει μια ξεχωριστή περσόνα -ένα σύμπαν αυτόφωτο, χωρίς να χρειάζεται να είναι κάποιο comic universe ή άλλη μια μεταφορά από βιβλίο, αρκετά σπάνιο θα έλεγα στις μέρες μας οπότε μακάρι να έχει όσες περισσότερες συνέχειες γίνεται.
Τα έχω ξαναπεί αρκετές φορές για τον Rian Johnson - είναι από αυτούς τους δημιουργούς που ενώ καμιά φορά δείχνουν να “πνίγονται” λίγο μέσα στο high concept των ταινιών τους (η πλοκή ενίοτε ίσως έχει παραπάνω “κόμπους” από όσους ίσως χρειαζόταν) όμως συνολικά κάνουν και καλό εμπορικό σινεμά, αλλά και “τρόπο τινά” ανανεωτικό ως προς το genre, με το οποίο καταπιάνονται κάθε φορά.
Ας αναφέρω μια γρήγορη, πέραν των 2 Knives Out, το πόσο φρέσκα και ιδιαίτερα υπήρξαν τα Looper και Brick (ειδικά το 2ο) ή το πόσο ανέδειξε η σκηνοθετική του ματιά επεισόδια σαν το The Fly και (φυσικά) το Ozymanthias σε Breaking Bad… ακόμα και το TLJ, που “έσπασε” τα Disney Star Wars και έκανε εν συνεχεία την εταιρεία να δομήσει το μέλλον του franchise, σχεδόν αποκλειστικά στη φθηνή νοσταλγία (με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις τύπου Andor) ήταν κάτι που είχε την διάθεση να κοιτάξει μπροστά - με τις σαθρές βάσεις του προκατόχου του και την Disney στη παραγωγή, να πνίγουν τις περισσότερες καλές αρχικές προθέσεις (και δυνατότητες) της ταινίας.
Βάζω πάντως το “τρόπο τινά” παραπάνω εντός εισαγωγικών, καθώς ο Johnson κατ’ εμέ, από τη μια εισάγει αφηγηματικούς νεωτερισμούς στις ταινίες του (σαν να θέλει κάθε φορά να αποδομήσει το εκάστοτε φιλμικό genre που καταπιάνεται) από την άλλη όμως, στο τέλος καταλήγει σε μια αναδόμηση (και μια τελική τρίτη πράξη) που τιμά στις αρχετυπικές αφηγηματικές ρίζες τους - συνολικά φρεσκάροντάς το κινηματογραφικό τους είδος, μένοντας όμως παράλληλα πιστός στους πυρηνικούς του κανόνες (κάνοντας δηλαδή, πάνω-κάτω, ένα ραφινάρισμα με ουσία).
Anyway, γενικά ναι - εκτιμώ πολύ το ύφος και το στυλ του, όσο και την “αυθάδειά” του και το θάρρος που επιδεικνύει με ότι καταπιάνεται (ακόμα και αν αυτό, όπως είπα και νωρίτερα, καμιά φορά νομίζει πως χρειάζεται να γίνει πιο έξυπνο από αυτό που πραγματικά είναι).
Χαίρομαι που μετά τον χαμό του TLJ πήρε τα μπογαλάκια του και κατευθύνθηκε σε ένα κινηματογραφικό sub-genre που έμοιαζε εξ’ αρχής έτοιμο να δεχθεί όλη αυτή την “αυθάδικη” ενέργεια του σεναριακού του ταλέντου - δηλαδή τo whodunnit, μια κατηγορία σινεμά που έχει γνωρίσει μεγάλες δόξες σε παλαιότερες δεκαετίες αλλά ελάχιστες από τα μέσα των 00s και μετά.
Και χαίρομαι που μετά το κάπως χλιαρό δεύτερο μέρος (όχι κακό για εμένα, μια χαρά πέρασα μαζί του, αλλά εμφανώς κατώτερο του πρώτου + με τα προβληματάκια που ανέφερα παραπάνω ως το βασικό μειονέκτημα του Johnson παρόντα) επιστρέφει με την τρίτη (και φαρμακερή) συνέχεια του Knives Out - η οποία είναι μάλλον για εμένα και η καλύτερη ταινία της σειράς μέχρι τώρα.
Όχι μόνο βρήκα τη ταινία να έχει φοβερές ισορροπίες μέσα της (στο δράμα, στο μυστήριο, στην κωμωδία κτλ) ή το cast είναι ένας προς έναν όλοι καταπληκτικοί, αλλά βρήκα επίσης, για πρώτη φορά τόσο ουσιαστικά, ο Johnson ασπάζεται το πνεύμα της Agatha Christie και όχι τη “φόρμα” της.
Είμαι και ο ίδιος πολύ fan των βιβλίων της Βρετανίδας συγγραφέως και από την αρχή κιόλας, που το POV στήνεται μέσα από τα μάτια του (καταπληκτικού) Josh Connor, το μυαλό μου πήγε σε ένα συγκεκριμένο της βιβλίο (The Murder of Roger Ackroyd) το οποίο ακολουθεί μια παρόμοια αφηγηματική τεχνική με το Wake up Dead Man.
Προφανώς, όταν κάνει κανείς αυτή τη σύνδεση, μπορεί να συμπεράνει εύκολα αυτό που είπα παραπάνω - πως ο Johnson είναι και μύστης του είδους (και του κάθε είδους που καταπιάνεται) και επιλέγει να το φρεσκάρει με μια επιλογή, ελαφρώς μη αναμενόμενη αλλά πιστή παράλληλα σε βασικές ρίζες του genre… εν προκειμένω, διάλεξε κάτι όχι τόσο συμβατικό αλλά αρκούντως ενδιαφέρον για να μην προσφέρει ξαναζεσταμένο φαγητό για 3η φορά + εν συνεχεία το εξέλιξε σε κάτι… ελαφρώς απροσδόκητο και πάλι για το συγκεκριμένο genre:
Η ιστορία έχει πολλά twists and turns όμως ξανά, πιστή στο πνεύμα των καλών μυθιστορημάτων της Christie, υιοθετεί ένα δικό της “συστημικό glitch” (το οποίο βρίσκεται σε ένα πολύ διάσημό της βιβλίο) και στο φινάλε εξυψώνει απροσδόκητα την ταινία - και ας μην πω κάτι άλλο γιατί ίσως προϊδεάσω κάποιον που γνωρίζει καλά το έργο της/ή έστω και κάποια από τα πολύ γνωστά της μυθιστορήματα).
Κατά τα άλλα, η ταινία αρνείται να “μπουκώσει” με ανατροπές, υποπλοκές και υπέρ το δέον περίτεχνες σκευωρίες - αντιθέτως αγκαλιάζει το ensemble cast της και κοιτάζει εκείνο πάνω από όλα τα υπόλοιπα.
Για εμένα έτσι χτίζει ένα ζωντανό σύμπαν, που κάνει το έργο να αναπνέει κανονικά και όχι τεχνητά, ενώ παράλληλα εισάγει αυτό που είπε ο @ChrisP παραπάνω, ένα to-the-point τόσο-όσο κοινωνικό/πολιτικό σχόλιο για σεμινάριο - χωρίς διδακτισμούς και κουνήματα δαχτύλων, ειρωνικό, λιτό και απέριτο όσο χρειάζεται!
Για την πλοκή δεν θα πω πολλά (ή και τίποτα) την διαβάζει μέσες άκρες όποιος θέλει να δει τη ταινία… 2 ώρες και 20 λεπτά πέρασαν και ούτε το κατάλαβα και εν τέλει ναι, διάολε, αν είναι να σηκωθείς να φύγεις από το Netflix (Craig και Johnson διάβασα πως τα έσπασαν με το κανάλι λόγω μη διανομής της ταινίας στις αίθουσες) ε με αυτή τη ταινία πρέπει να φύγεις…
Τεσπά αυτά - η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ, νομίζω πως είναι η καλύτερη εκ των τριών ταινιών της σειράς, πέρασα φανταστικά, ήταν σε όλα της κομμένη και ραμμένη για το τέλειο Κυριακάτικο βράδυ και μακάρι να την είχα δει σε σινεμά…
υγ. Μνεία σε Glenn Close - σε έναν πιο σωστό κόσμο, αυτή η ταινία θα ήταν το Oscar που της έχουν αρνηθεί εδώ και δεκαετίες.
υγ. Μνεία σε Daniel Craig - σε ότι ταινία τον έχω δει είναι πάντα, τουλάχιστον μαγευτικός. Πάντα να ρισκάρει εικόνα και προφίλ, πάντα να πλάσει χαρακτήρες απείρου εύρους κτλ… αν αξίζει να τον θυμάται όμως κανείς για ρόλο σε franchise, ε ναι, είναι ο Benoit Blanc και όχι ο Bond.
Σε μια εποχή που έχουμε όλοι μπουχτίσει με franchises και επαναλαμβανόμενους ρόλους, αν θα ήθελα να ξαναδώ στο μέλλον έναν χαρακτήρα, θα ήταν αυτός.
Ταινία που μου έκανε κλικ σε όλα μα όλα τα αισθητικά της επιμέρους, σε κάθε στροφή της πλοκής και των διαλόγων, ταινία που αποφάσισε να παίξει με ένα θέμα που εντάσσεται στην αυτοκριτική της κινηματογραφικής τέχνης, και να επιχειρήσει να προσεγγίσει την σύνθεση/λύση με τρόπο ουσιώδη και όχι απλά μι υπέρβαση που αφήνει το παρελθόν στο παρελθόν. Η αξία ενός έργου/μιας σχέσης εξάλλου δεν είναι παγιωμένη, αλλά μια διαγενεακή και διακοινωνική, ιστορική διαδικασία που επαναδιαμορφώνεται, επαναθεσμίζεται. Η απόσταση δημιουργού με έργο, όταν βρίσκεσαι στην γκρίζα ζώνη του να λειτουργείς ως υποκείμενο και εντός των δύο περιοχών, παρουσιάζεται εξαιρετικά προσεγμένα, και γενικότερα ο Τρίερ πιάνει υψηλά επίπεδα σκηνοθεσίας, όντας σε ανοιχτό διάλογο με ρωσική λογοτεχνία και Μπέργκμαν. Θα μπορούσε να είναι και λίγο μικρότερη σε διάρκεια.
Αφήνω quote φίλτατου @Lupin για να μην τα ξαναλεω, οπου μετα απο κατι μπινελικια τα εξηγει ωραια:
Αφήνω και αυτό το πρόσφατο SNL skit, επειδή σκανδιναβικό σινεμα:
Ο Park Chan-Wook επιστρέφει διασκευάζοντας Γαβρά που διασκεύασε το The Ax του Donald Westlake, με μια ακραιφνώς πολιτική μαύρη κωμωδία. Η πλοκή απλή. Εργοδηγός σε εργοστάσιο χάρτου απολύεται, και στον φόβο πως δεν θα μπορεί να διατηρήσει το κοινωνικοοικονομικό του status, ούτε τις οικογενειακές ισορροπίες, αν δεν βρει νέα, παρόμοιας κοινωνικής αξίας δουλειά, αποφασίζει να σκοτώσει τους επίδοξους ανταγωνιστές. Με κρίσιμες εντελώς κωμικές ενέσεις, το “No Other Choice” καταφέρνει με το σουρεαλισμό του να είναι ουσιώδες πολιτικά, και όχι απλά καταγγελτικό (αν και ζούμε σε μια εποχή που το πιο μαζικό σινεμά κάνει μια τέτοια, lifestyle μεν, συγκριτικά ποιο πολιτική, ειδικά εναντίον των corporate δομών, στροφή στο περιεχόμενό του), αφού ακόμη και στο συγκλονιστικό, για μένα, μες την απλότητά του, φινάλε, ο πρωταγωνιστής καταντάει να μοιάζει όχι με κρετίνο, αλλά με ηττημένο, σκυφτό άνθρωπο βυθισμένο στην ντροπή, επειδή οι νέες εποχές τον προσπέρασαν, αλλά ο καπιταλισμός παραμένει ίδιος, παρά τα νέα ζητήματα που υψώνονται. Λάνθιμε μάθε μπαλίτσα, Chan-Wook μην μας γλεντάς τόσο.
Αν σας άρεσε το Parasite, εδώ θα βρείτε αρκετά κοινούς αισθητικούς κώδικες, εν μέρει λογικό, το ζήτημα όμως για μένα με το “No Other Choice” είναι πως, πέραν της σειράς θεματικών που θίγει πιο βαθιά από ότι θα περίμενε κανένα από το ύφος του, είναι πως τα μπλέκει έντεχνα σε ένα μεγάλο κάδρο ιεραρχίας, εξουσίας, αλλοτρίωσης, και ας είναι ελαφρώς μεγάλης διάρκειας. Επίσης, λολ.
Με την έκφραση “ήταν απλά ένα ατύχημα”, έμαθα πως το Ιρανικό κράτος δικαιολογούσε επίσημα για μια περίοδο, μια σειρά από θανάτους πολιτικών κρατουμένων. Ο σκηνοθέτης Jafar Panahi, έχει υπάρξει και ο ίδιος κρατούμενος, με μια απεργία πείνας να δίνει τέλος στην κράτησή του. Η ταινία γυρίστηκε στα κρυφά, και διαβάζω πως στο τέλος γλίτωσαν στο τσακ η παραγαγωγή τη σύλληψη.
Η πλοκή, απλή. Μηχανικός, πρώην πολιτικός κρατούμενος, τρώει επικό trigger όταν υποψιάζεται πως πελάτης στο συνεργείο είναι ο διαβόητος βασανιστής του. Αποφασίζει να τον θάψει ζωντανό, αλλά μαζεύει 4 ακόμη πρώην συγκρατούμενούς του που τώρα προσπαθούν να ορθοποδήσουν, για να εξακριβώσει πως ήταν όντως αυτός.
Σε ένα φορτισμένο πολιτικό δράμα λοιπόν που καθοδηγείται από το θυμικό των ερμηνειών, και την βιωματική τους διάσταση σε σχέση με τις ζωές πρωταγωνιστών και παραγωγής (γεγονός που κάνει το έργο να αποκτά οριακά ψευδοχαρακτήρα ημιντοκιμααντέρ), ο Panahi, που δεν είναι καινούριος σε τέτοιες ταινίες, δημιουργεί μια ταινία, που αργεί ελαφρώς να σε συνδέσει με το πνεύμα της, αλλά μετά, σκηνοθετικά, δεν σε αφήνει, με την ευφάνταστη δομή της. Η πρώτη σκηνή είναι σεμιναριακή όταν επανεξετάζεται στο τέλος του φιλμ, ένα 10λεπτο σχεδον μονοπλάνο απελπισμένων διαλόγων της ομάδας των πρωταγωνιστών τεμαχίζει ζητήματα εκδίκησης, αποδοχής, πολιτικής βίας, διαγενεακού τραύματος, διαρρηγμένων κοινωνικών φανταασιακών, ατόμου και συστημικής μηχανής, ατομικής βούλησης, όπου όλα αποκτούν το βάθος που τους αρμόζουν. Μια συναισθηματική ανατροπή δε, είναι αυτή που οδηγεί την πλοκή από τον εύκολο (και πιθανώς μαύρα χιουμοριστικό) μονόδρομο στον οποίο είχε μπει, σε μια οδό, δύσβατη, όπου το νόημα αλλάζει, ο σκοπός επαναπροσεγγίζεται, η υπέρβαση δεν φαντάζει τόσο δίκαιη, και η αμφισημία ως ερώτημα κοινωνικοπολιτικό προς το κοινό, αντί για διαφυγή δια του παραδρόμου, συγκλονιστική. Το τελευταίο λεπτό δε, κόβει την ανάσα.
Παράλληλα, η ταινία παίζει με ανατροπή ή και καδρο-ποίηση πολλών πολιτισμικών/εθνικών συμβόλων του Ιράν με τρόπο ευθύ μεν, γοητευτικό δε.
Κάπου διάβασα βέβαια, κάτι που με προβλήμάτισε ως σχολιασμό, και το βάζω αυτούσιο για να τσεκάρω τη δυτικοκεντρική μου ματιά, και ας με αναιρεί σε μεγάλο μέρος:
For international audiences, it may feel emotionally powerful and thought-provoking. But for Iranian viewers, the film is less of a mirror than a carefully trimmed reflection-diluted, fragmented, and ultimately incomplete in its portrayal of wounds that are still very much alive.
Για μένα από το Παγκράτι όμως, είναι μια από τις αδιαπραγμάτευτες ταινίες της χρονιάς.
Μακάρι όλες οι διδακτικές ταινίες να ήταν τόσο ευχάριστες και απολαυστικες. Για μενα βεβαια, στο τρίτο μέρος που αρχίζουν και σκάνε τα plot twists κάπως χάνεται η όλη βραδύκαυστη μαγεία, και μερικές πληροφορίες υπάρχουν για να αποπροσανατολίσουν και δεν προσφέρουν κάτι, αλλά η κεντρική ιδέα, οι ερμηνείες, η αίσθηση “small community secrets”, η ενδοσκόπηση όλων των εμπλεκομένων, του επιτρέπουν να ανασανει και να μην γινει μια γραφικη εξτραβαγκανζα. Πολυ δυνατο φιναλε, ωραιος ο Rian Johnson με την επιλογή του να δώσει χώρο στην ανθρωπιά έναντι του περιβόητου smartass, τόσο σκηνοθετικά, όσο και σεναριακά, οδηγώντας την ταινία ως μορφή σε μια αυτοκριτική ταύτιση με τα ζητήματα που πραγματεύεται στο περιεχόμενο. Κοινώς, είχε καρδούλα.
Ο Craig φέτος έχει δώσει 2 από τις καλύτερες ερμηνείες του έβερ. H Close με το κλείσιμο της ιστορίας του χαρακτήρα της, νίκησε την δυσπιστία μου του γιατί να πάρει τέτοιο ρόλο. Σπέκια.
Μένει τώρα με τις τελευταίες εξελίξεις να δούμε πόσες φορές θα γίνεται αστειάκι - κριτική από streaming ταινίες για την ίδια τους τη φύση που θα λειτουργεί ως ημιξεπλυματάκι που του φοράμε κορδέλα για να διασκεδάσει εντυπώσεις.
Πιστεύω αν δεν ημουν διακοπες και να σαπιζω σχεδον ολη μερα βλεποντας ξανα σπεσιαλς του Ντειβ Σαπελ θα ειχα νευριασει που εχασα 2 ωρες για να το δω. Ταινια που θα παιζει μεσημεριανες ωρες σε καναλι πανελλαδικης εμβελειας νωριτερα απο οτι θα το ηθελε. Μπομπ - Μπρους, σημειώσατε άσσο.
Αν έχετε δει το The Devils του Russell τότε μάλλον έχετε επαφή με την πλοκή (υπόθεση δαιμονισμένων της Loudun - 1634), αλλά εδώ μιλάμε για εξπρεσσιονιστική αντιστροφή σε διάφορες θεματικές. Σύμφωνα με την πλοκή, ιερέας πάει σε μικρό οικισμό με μοναστήρι στην πολωνική ύπαιθρο για να δει τι παίζει με ένα τάγμα μοναχών που φημολογείται πως έχουν δαιμονισθεί όλες και εκεί διαλύεται σταδιακά από τους δικούς του πειρασμούς. Σεμινάριο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας (η υψηλή ανάλυση και αντίθεση των ασπρόμαυρων πλάνων με σόκαρε), με κάθε πλάνο να φαντάζει συντριπτικό,
Summary
πλήρης απογύμνωση από φυσικό περιβάλλον, δομές, μια επίπονα σταθερή κάθοδος στην υπαρξιακή και σωματική καταπίεση της επιθυμίας εξαιτίας της υποτακτικής πίστης, της αμαρτίας (και της εξομολόγησης) ως μέρους ενός κοινωνικού αυτοματισμού. Η εικόνα επιτρέπει παιχνίδι γάτας και ποντικιού μεταξύ του μεταφυσικού και των ψευδαισθήσεων για αυτό, και το φινάλε δεν είναι λυτρωτικό, αλλά μάλλον τραγικό, μέσα στην (κρυφή) ωμότητά του. Σεμιναριακό folk horror, που έχει σκηνές/στιγμές ανθολογίας, και μάλλον το έχει δει κοσμάκης πριν βγάλει δικές του ταινίες. Αγνή Καταδίκη.
COEXISTENCE, MY ASS! follows Israeli activist-comedian Noam Shuster Eliassi as she creates a comedy show by the same name. Shot over five tumultuous years, the film traces Noam’s personal, professional, and political journey in tandem with the region’s steady deterioration.
Raised in a bilingual Israeli-Palestinian village — the only intentionally integrated community in the country — Noam grows disillusioned with traditional peace activism. She pivots to stand-up and quickly attracts attention across the Middle East. But as her star rises, everything around her falls apart. With biting satire, Noam pushes her audiences to face difficult truths that aren’t always funny but do remind us that another reality is possible.
At the Sundance Film Festival, it earned the World Cinema Documentary Special Jury Award for Freedom of Expression. The film also won the Golden Alexander Award for Best Documentary at the Thessaloniki International Documentary Festival, along with the Human Rights in Motion Award.
ΟΚ, το παραδέχομαι, δεν έχω δει αρκετά πράγματα φέτος, βασικά έχω δει μόνο ένα μικρό κλάσμα όσων ήθελα να δω φέτος. Τουλάχιστον όμως έχω δει πλέον μέσα στο 2025 κάτι φετινό που με συγκλόνισε με όλη τη σημασία της λέξης.
Τα λόγια της Νοάμ κόβουν σαν μαχαίρι
The name of my show - “Coexistence, My Ass!” - started as a joke. As a coping mechanism. I wanted to make fun of the optics of peace-building. Because “peace” in Israel / Palestine was at best like a feel-good industry rather than a lived reality.
After too many years of being the poster child of coexistence, I said
Enough!
We need to address the elephant in the room.
The elephant in the room used to be the occupation. Imagine if we would have addressed that in time.
Now the elephant in the room is genocide.
How can we talk about coexistence, when the Palestinians, the people we are supposed to be coexisting with, are still being denied the right to exist in their homes, in their land, in their homeland?
I’ve tasted coexistence. I know what that land could be, from the river to the sea. Coexistence doesn’t happen between the oppressor and the oppressed. It happens between two equals.
People love to tell us: “Oh, it’s too complicated, too complex”.
Χτες έκατσα και ξαναείδα το Dune (Ι) στο Star. Μπορώ να πω ότι έχοντας δει την ταινία άλλες δυο φορές, μία στο σινεμά και μία σε site, συγκράτησα περισσότερες λεπτομέρειες από την ταινία με την τρίτη.
Πάντα αγαπημένη μου σκηνή αυτού του μέρους θα είναι η σκηνή που ο Leto ετοιμοθάνατος απελευθερώνει το δηλητήριο για να εξοντώσει τον Βαρόνο, αν και στη συνέχεια το σκουλήκι επιζεί. Βλέπω πως οι συνδέσεις της με τον παρόντα κόσμο είναι επικίνδυνα πολλές, με την επικαιρότητα να τρέχει.
Αυτές τις διακοπές, με τις λίγες αντοχές που μου έμειναν, είδα μερικές ταινίες σε διάφορες πλατφόρμες, κυρίως στην eon, μια και έτρεχε πάλι δωρεάν περίοδος θέασης για τις γιορτές (μέχρι 11/1, οπότε μπορείτε κάποιοι να τσεκάρετε).
Ξεχώρισα μία ταινία που δεν είχα δει ποτέ, το Apocalypto (2006) σε σκηνοθεσία Mel Gibson. Γνήσια περιπέτεια, χωρίς χρονικά άλματα, σε κρατάει εκεί από την αρχή ως το τέλος. Η υπόθεση εκτυλίσσεται την εποχή των Μάγια και πολλοί ηθοποιοί κατάγονται από τη φυλή των Μάγια και παίζουν πολύ επιτυχημένα. Μία πολύ καλή ταινία για το είδος της.
Είδα για το σκότωμα της ώρας τον Kraven, τον κυνηγό (2024), χωρίς να ξέρω ότι πρόκειται για villain του σύμπαντος της Marvel. Αυτό μου έδωσε το πλεονέκτημα ότι την έκρινα ξεκάθαρα σαν μία ταινία με αρχή, μέση και τέλος. Θεωρώ ότι η ίντριγκα που είχε ήταν απλοϊκή και είχε πολλές σεναριακές ευκολίες. Ωστόσο, έδωσε πάρα πολύ επιτυχημένα την ψυχοσύνθεση και την ηθική διάσταση των επιλογών του Kraven, σε σημείο που, όταν ξεστόμισε ο αδερφός του το συμπέρασμά του για τις πράξεις του, το είχα ήδη διαπιστώσει με βάση την πλοκή της ταινίας. Αυτό το βάζω στα συν της ταινίας, γιατί δεν σου πέταγε κάτι που δεν μπορούσες να συνδέσεις με όλο αυτό που είχες δει. Παρόλα αυτά, αν είχε λίγο πιο προσεγμένο σενάριο, θα έλεγα ότι ήταν μία καλή ταινία της Marvel, οπότε λέω απλά ότι είναι μέτρια προς καλή. Μην ξεχνάμε ότι είναι ταινία βασισμένη σε κόμικ και δεν είναι εύκολο να γίνει ένα κόμικ βαρύγδουπη κινηματογραφική ταινία. Ίσως δεν είναι και το ζητούμενο για τη Marvel.
Τέλος, είδα το Titane (2021), είχα ακούσει πολλά γι’ αυτή την ταινία, κυρίως αρνητικά. Τελικά, παρά τις σκηνές σοκ που επικρατούν στην αρχή της ταινίας, η συνέχεια κατάφερε να μου δείξει τι ήθελε να πει ο ποιητής. Νομίζω πως αυτό που διαπραγματεύεται πιο πολύ η ταινία είναι το τραύμα. Απλά δεν είναι δοσμένο με γλυκανάλατες ιστορίες και με καλό τέλος. Ένα άλλο θέμα που διαπραγματεύεται πολύ είναι η σεξουαλικότητα, το φύλο και η σύνδεση. Θεωρώ πως οποιαδήποτε σκηνή, όσο υπερβολική και άβολη κι αν ήταν, δεν προσβάλει καθόλου το θεατή, τουλάχιστον όχι περισσότερο από κάτι πολυδιαφημισμένες ελληνικές σειρές, για να κράξω και λίγο γνωστή διασκευή βιβλίου που έκανε πρεμιέρα πρόσφατα. Αυτό που με δυσκόλευε να παρακολουθήσω ήταν η μόνιμα παγωμένη έκφραση της βασικής ηρωίδας. Μπορεί να ήταν επιλογή του σκηνοθέτη για να πιάσουμε το ρηχό της συναίσθημα και το τραύμα της και δεν ξέρω αν θα ταίριαζε κάποιος άλλος τρόπος παιξίματος, αλλά γενικά δεν με τραβάει αυτό το poker face.