Τι dvd/ταινία στην tv είδατε σήμερα...;;;

image

Το πολυαναμενόμενο για εμένα Sound of Falling της Μάσα Σιλίνσκι συνιστά ένα από τα πλέον απαιτητικά και αισθητικά φιλόδοξα δείγματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, καθώς αρθρώνεται ως μια (δύσκολη) στοχαστική μελέτη πάνω στη μνήμη, το τραύμα και τη γυναικεία εμπειρία - υιοθετώντας μια πολυεπίπεδη αφηγηματική δομή που εκτείνεται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Μέσα από τέσσερις γυναικείες φιγούρες, οι οποίες κατοικούν τον ίδιο χώρο (Γερμανία) σε διαφορετικούς χρόνους (1910 μέχρι 2020) η Σιλίνσκι επιχειρεί να αναδείξει τη διαγενεακή συνέχεια της εμπειρίας - αλλά και της “σιωπής” του τίτλου.

Η δομή της ταινίας απορρίπτει τη γραμμικότητα και υιοθετεί μια μορφή κατακερματισμένης αφήγησης, όπως είπα παραπάνω, καθώς τα επεισόδια δεν συνδέονται με αιτιοκρατική αλληλουχία αλλά μέσω θεματικών και συναισθηματικών αντιστοιχιών - κάτι που σαφέστατα ενισχύει τον ποιητικό χαρακτήρα του έργου, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να δημιουργεί δυσκολία πρόσληψης για όποιον αναζητά μια πιο straightforward αφηγηματική σαφήνεια (κοινώς, μιλάμε για μια καθαρά βιωματική εμπειρία).

Θεματικά, η ταινία επικεντρώνεται στη διαχρονικότητα της βίας και του τραύματος, καθώς οι ηρωίδες βιώνουν διαφορετικές μορφές καταπίεσης - οι οποίες, αν και ιστορικά διαφοροποιημένες, παρουσιάζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, με το τραύμα να μην αποτελεί μεμονωμένο γεγονός αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που διαπερνά γενιές. Η κεντρική θεματική δεν χρησιμοποιεί σαν πλατφόρμα αποτύπωσης κάποιο κινηματογραφικό μοντέλο ρεαλιστικού κοινωνικού σχολιασμού, αλλά ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη δομή/σκηνοθετική ματιά του έργου και ξεδιπλώνεται σε πιο εσωτερική, οριακά υπαρξιακή διερεύνηση της εμπειρίας αυτής.

Αισθητικά η ταινία έχει μια πολύ προσωπική εικαστική ταυτότητα και στάμπα, με την κάμερα να λειτουργεί συχνά ως παρατηρητής που καταγράφει τις σκηνές μέσα από εμπόδια – πόρτες, παράθυρα, αντικείμενα – δημιουργώντας μια αίσθηση αποστασιοποίησης αλλά ταυτόχρονα και διείσδυσης σε έναν ιδιωτικό κόσμο. Ενισχύεται έτσι η γενικότερη θεματική γωνία της μνήμης και της παρατήρησης, καθιστώντας εν τέλει τον θεατή μάρτυρα μιας (φοβερής) διαδικασίας ανασύστασης του παρελθόντος. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ηχητικός σχεδιασμός του έργου, καθώς ο τίτλος της ταινίας αποκτά μεταφορική διάσταση - ο «ήχος της πτώσης» λειτουργεί ως σύμβολο της επαναλαμβανόμενης κατάρρευσης (ψυχικής, ηθικής και κοινωνικής). Οι ήχοι της φύσης, οι παύσεις και οι σιωπές συνθέτουν ένα ηχοτρόπιο που ενισχύει τη συναισθηματική ένταση, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα, η οποία και συχνά-πυκνά υπερβαίνει την εικόνα σε εκφραστική δύναμη.

Από την άλλη, η γενικότερη πολυπλοκότητα της αφήγησης οκ, ενδέχεται κάπως να οδηγήσει τον θεατή σε μια μικρή απώλεια συνοχής (δεν λειτουργεί εν πάση περιπτώσει αυτό όσο άψογα όσο ίσως χρειαζόταν η συγκεκριμένη ταινία) ενώ επιπλέον η χρήση voice-over εγείρει (όπως πάντα) μερικές διαφωνίες ως προς την καθοδήγηση ή μη του θεατή εντός της ταινίας. Είναι γενικότερα ένα έργο που δεν επιδιώκει την ευρεία απήχηση, αλλά απευθύνεται σε ένα κοινό εξοικειωμένο με πιο απαιτητικές κινηματογραφικές φόρμες και αναμενόμενα δεν μπορώ να πω πως το προτείνω καθολικά.

Συνολικά πάντως, το Sound of Falling αποτελεί για εμένα μια κινηματογραφική απόπειρα υψηλών αξιώσεων, η οποία επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη, τον χώρο και την ταυτότητα. Παρά τις (λίγες) αδυναμίες της, η ταινία κατορθώνει τελικά να διαμορφώσει μια ισχυρή αισθητική πρόταση από τη μια - και να συμβάλει από την άλλη πετυχημένα, στον διάλογο γύρω από τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης.

1 Like

To The Color of Pomegranates (Tο χρώμα του ροδιού, 1969) του Σεργκέι Παρατζάνοφ είναι ένα από τα πλέον ιδιοσυγκρασιακά και ριζοσπαστικά έργα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου – μια ταινία που αποδομεί εκ βάθρων την έννοια της αφήγησης, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση εικόνας και νοήματος μακριά από τις συμβάσεις της κλασικής δραματουργίας (και για κάποιο λόγο δεν την είχα δει ακόμα).

Η ταινία εμπνέετέ από από τη ζωή και το έργο του Αρμένιου ποιητή Σαγιάτ-Νόβα και λειτουργεί, όχι ως βιογραφία per ce προφανώς, αλλά ως μια τρόπο τινά αισθητηριακή και πνευματική αναπαράσταση της ύπαρξής του.

Το έργο του Παρατζάνοφ δεν αφηγείται τη ζωή του Σαγιάτ-Νόβα με γραμμικό τρόπο, αλλά αντιθέτως παρουσιάζει μια σειρά από εικονογραφημένα επεισόδια που αντιστοιχούν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του (την παιδική ηλικία, την ενηλικίωση, τον έρωτα, την πνευματική αναζήτηση και, τελικά, τον θάνατο). Ωστόσο, τα επεισόδια αυτά δεν συνδέονται με αιτιακή συνοχή αλλά με συμβολικές - ποιητικές σχέσεις. Ο θεατής προφανώς δεν καλείται να «κατανοήσει» τα παραπάνω, αλλά να τα βιώσει. Οι εικόνες που προκύπτουν, λειτουργούν ως αυτόνομες μονάδες γεμάτες διακριτικούς, γαρ σαφής πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και λαογραφικούς συμβολισμούς: ρόδια που στάζουν χυμό σαν αίμα, υφάσματα που απλώνονται σαν τελετουργικά αντικείμενα, πρόσωπα που κοιτούν ευθέως τον φακό - όλα συνθέτουν μια κινηματογραφική γλώσσα που προσεγγίζει περισσότερο τέχνες σαν τη ζωγραφική, την ποίηση και το θέατρο παρά τον συμβατικό αφηγηματικό κινηματογράφο. Η ταινία μοιάζει συνολικά με κινούμενο μουσείο πολιτισμικής μνήμης, όπου κάθε κάδρο είναι προσεκτικά συντεθειμένο σαν ένας άχρονος πίνακας ζωγραφικής.

Οι επιρροές του Παρατζάνοφ αγγίζουν την αρμενική μικρογραφία, τη βυζαντινή αγιογραφία, την περσική ποίηση, τη λαϊκή παράδοση και τη θρησκευτική τελετουργία - και προφανώς τον βαθύτερο πυρήνα του σοβιετικού σινεμά της εποχής.
Παράλληλα, η απομάκρυνση από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό της σοβιετικής κινηματογραφίας καθιστά το έργο και πολιτικά ριψοκίνδυνο για την εποχή του - καθώς ο Παρατζάνοφ δεν ενδιαφέρεται για την ιδεολογική καθοδήγηση του θεατή αλλά για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης (μια στάση που οδήγησε άλλωστε και στη λογοκρισία της ταινίας όταν κυκλοφόρησε, καθώς και στη μετέπειτα δίωξη του ίδιου του σκηνοθέτη).
Συχνά γίνεται λόγος για συγγένεια του σκηνοθέτη με τον Αντρέι Ταρκόφσκι (τον οποίο και θαύμαζε απεριόριστα, αλλά και ήταν στενός του φίλος) ωστόσο οι δύο δημιουργοί διαφέρουν ουσιαστικά: ο Ταρκόφσκι αναπτύσσει μια ρευστή, χρονικά εκτεταμένη αφήγηση, ενώ ο Παρατζάνοφ επιλέγει τη στατικότητα και την αποσπασματικότητα.
Η συγγένεια εντοπίζεται για εμένα περισσότερο, αφενός στην πνευματική διάσταση του έργου του καθενός και αφετέρρου στην προσήλωση των δυο δημιουργών πάνω στη δυναμική της εικόνας - ως κύριος φορέας των διαφόρων θεματικών, εμπειριών και ιδεών, σε άμεση αντιδιαστολή με το ασυνείδητο του θεατή.

Τεχνικά τώρα, το The Color of Pomegranates αποτελεί ένα υπόδειγμα αυστηρής εικαστικής σύνθεσης. Η κάμερα είναι σχεδόν πλήρως ακίνητη, μετατρέποντας κάθε πλάνο σε στατικό tableau vivant που λένε και στο χωριό μου.
Η απουσία κινησιολογικής «ρευστότητας» ενισχύει την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει παγώσει, ότι σαν βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από ζωντανούς πίνακες. Η χρήση του χρώματος είναι καθοριστική επίσης, καθώς πχ. το κόκκινο των ροδιών λειτουργεί ως κεντρικό μοτίβο - συμβολίζοντας τη ζωή, το αίμα, τον έρωτα και τη θυσία. Τα κοστούμια και τα σκηνικά δεν επιδιώκουν ρεαλισμό αλλά συμβάλουν στην γενικότερη συμβολική ένταση της εικόνας: κάθε αντικείμενο έχει σημασία, κάθε λεπτομέρεια είναι φορέας κάποιας σκέψης ή συναισθήματος που αρνείται να επικοινωνεί με συμβατικό τρόπο (αναζητώντας μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη σύνδεση με τον ίδιο το θεατή).

Το μοντάζ αυτονόητα δεν υπηρετεί τη συνέχεια – αλλά ενισχύει τη συνειρμική σύνδεση των εικόνων. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με τρόπο που θυμίζει ποιητική σύνταξη: επαναλήψεις, αντιθέσεις, οπτικοί ρυθμοί κτλ. Το ηχοτρόπιο της ταινίας, με τη χρήση παραδοσιακής μουσικής και περιορισμένου διαλόγου, ενισχύει την τελετουργική διάσταση του έργου, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει τέλος και στη χρήση των ηθοποιών: oι ερμηνείες είναι σκόπιμα αποδραματοποιημένες, σχεδόν «εικονικές», ενώ οι χαρακτήρες δεν λειτουργούν ως ψυχολογικά αναπτυγμένες οντότητες αλλά ως σύμβολα/φορείς ιδεών και συναισθημάτων.

Στον θεματικό πυρήνα της ταινίας βρίσκεται η έννοια της ταυτότητας—προσωπικής, πολιτισμικής και πνευματικής. Ο Σαγιάτ-Νόβα δεν παρουσιάζεται ως ιστορικό πρόσωπο αλλά ως η αρχετυπική μορφή του καλλιτέχνη, που αναζητά νόημα μέσα από τη δημιουργία και τη σχέση με το θείο. Η τέχνη παρουσιάζεται ως πράξη σχεδόν ιερή, ως ένα μέσο υπέρβασης της υλικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, η ταινία διερευνά τη σχέση ανάμεσα στον έρωτα και την πνευματικότητα (συχνά συγχέοντας τα δύο επίπεδα, καθώς ο ερωτισμός δεν είναι κάτι σωματικό αλλά μετατρέπεται στα χέρια του δημιουργού σε μια μορφή μυστικιστικής εμπειρίας).
Η ταινία παράλληλα, λειτουργεί σαν ανασύσταση ενός συλλογικού παρελθόντος, όπου η ιστορία και ο μύθος συγχωνεύονται - η απουσία γραμμικής αφήγησης αντανακλά με τη σειρά της και την ίδια τη φύση της μνήμης: αποσπασματική, επιλεκτική, φορτισμένη με συναισθήματα.


Τέλος, υπάρχει μια υπόγεια μελαγχολία που διαπερνά το έργο, καθώς η ομορφιά των εικόνων συνοδεύεται από μια αίσθηση απώλειας, σαν να πρόκειται για έναν κόσμο που έχει ήδη χαθεί - ή που anyway απειλείται με εξαφάνιση.

Συνοπτικά λοιπόν, το The Color of Pomegranates δεν είναι μια ταινία που προσφέρεται για εύκολη κατανάλωση. Απαιτεί από τον θεατή υπομονή και διάθεση για ερμηνευτική συμμετοχή. Ο Παρατζάνοφ έχει δημιουργήσει ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια του κινηματογράφου και αγγίζει την καθαρή τέχνη της εικόνας - υπενθυμίζοντας με τη σειρά του ότι ο κινηματογράφος μπορεί να υπάρξει και ως καθαρή οπτική ποίηση.

7 Likes

Ταινία σταθμός.

2 Likes

Μικρό catch up σε ταινίες που έχασα.

Mission Impossible… το τελευταίο τέλος πάντων.

images

Συμπαθητικό μεν, υπερβολικά μεγάλο σε διάρκεια δε και κάπως πομπώδες ώρες ώρες που το έκανε κουραστικό. Μάλλον 2-3 κλικ κάτω σε σχέση με τις τελευταίες περιπέτειες αλλά και πάλι έδωσε μερικές ωραίες στιγμές. Ειδικά το κυνηγητό με τα αεροπλάνα προς το τέλος ήταν έπος. Τα throwback στις παλιές ταινίες ήταν οκ αλλά δεν έδωσαν και κάτι το ιδιαίτερο στην ταινία τελικά.

Fantastic Four First Steps

Ευχάριστη έκπληξη. Comic accurate ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του MCU. Δεν το γάμησαν στο ανόητο χιούμορ κάθε τρεις και λίγο, έδωσαν ωραίες στιγμές σε όλους τους χαρακτήρες, ενώ επιτέλους είδαμε και σωστό Galactus. Το μόνο ίσως αρνητικό… σαν μικρή γεύση να ήταν. Έμοιαζε σαν να είδαμε τα πρώτα επεισόδια μιας ωραίας σειράς και τώρα είμαστε έτοιμοι για την επόμενη περιπέτεια την άλλη βδομάδα φάση.

Επίσης για κάποιο λόγο έκατσα και είδα την Χιονάτη, το live action.

images (1)

Είμαι μεγάλος φαν των παλιών Disney animation ταινιών και ειδικά της παλιάς Χιονάτης. Για τούτο εδώ υπήρχε τόσο μεγάλη αρνητικότητα που το απέφυγα και είπα να δώσω λίγο χρόνο να το δω ανεπηρέαστος από το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί. Όχι ότι άλλαξε κάτι. Δυστυχώς πολύ κακή ταινία. Περνάς καλά μόνο με την Gadot. Είναι τόσο χάλια κάθε φορά που προσπαθεί να γίνει πολύ κακία, απλά σε πιάνουν αυθόρμητα γέλια. 1-2 ωραίες στιγμές, κυρίως με μερικές συμπαθητικές διασκευές κλασικών τραγουδιών και από εκεί και μετά κανονικό cringefest.

Η απογοήτευση ήρθε πάντως με το τελευταίο Predator.

images (2)

Ναι ωραία η δράση στην μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, αλλά ποιανού ιδέα ήταν να γίνει ταινία Predator γεμάτη με οικολογικές αλληγορίες και “μηνύματα” περί φίλιας και οικογένειας; Το Rental Family έβαλα να δω η το Predator; Κάπου έλεος.

Η τελευταία μέχρι στιγμής σκηνοθετική προσπάθεια του Μπράντλεϊ Κούπερ, βασισμένη εν μέρει στην πραγματική ιστορία της ζωής του Άγγλου κωμικού Τζον Μπίσοπ (very funny guy, check him out). Ένα ζευγάρι μετά από 20 χρόνια γάμου αποφασίζει να το διαλύσει, χωρίς όμως να είναι σκοτωμένοι μεταξύ τους, έχοντας έγνοια και για τους δύο πιτσιρικάδες γιους τους. Ο Άλεξ προσπαθεί να το διαχειριστεί όσο καλύτερα μπορεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν την πολυπαλεύει. Ένα βράδυ, έτσι όπως περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, βλέπει ένα μπαρ και λέει ας μπω να πιω ένα ποτό.

– 15 δολάρια η είσοδος (του λέει ο πόρτας).
– !!! Τι 15 δολάρια ρε μεγάλε, μία μπίρα θέλω να πιω ξέρω γω. Επίσης τώρα μόλις άφησες αυτήν εδώ να μπει χωρίς είσοδο.
– Ναι γιατί αυτή έχει αφήσει το όνομά της.
– Ε;
– Είναι βραδιά open mic stand-up comedy βρε.
– Α…

Κι έτσι, σου λέει, δε γαμιέται, ας βάλω κι εγώ το όνομά μου…


Πολύ ευχάριστη ταινία, παρά την άφθονη μελαγχολία που αναμενόμενα βγάζουν θεματικές όπως η mid-life crisis Αμερικανών μικροαστών, η κουρασμένη αναζήτηση συναισθηματικής πληρότητας σε ηλικίες ~πρώτα -ήντα κ.λπ. Ο λόγος είναι μάλλον το βάρος που αφαιρείται μέσα από τη χρήση του γνωστού πια μοτίβου της stand-up comedy παράδοσης “γελάμε με τα χάλια μας”. Ο Κούπερ (που έχει και έναν δεύτερο ρόλο εδώ - btw ενός εντελώς ό,τι να 'ναι τύπου) φαίνεται ότι το 'χει γενικά με το film making, κρίνοντας και από το A Star Is Born που είχα δει κάποια χρόνια πριν. Ειδικά ο τρόπος που έχει γυρίσει τις stand-up σκηνές είναι πολύ εύστοχος, σε βάζει τέρμα μέσα στην ψυχολογία του (αρχικά) ερασιτέχνη comedian, και ευρύτερα η παρουσίαση του πώς λειτουργεί η σκηνή του stand-up είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας, κάνοντάς την άχαστη για τους λάτρεις του είδους. Εξαιρετικές και οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, ειδικά ο Αρνέτ όταν τελικά - μετά από μια απελπισμένη προσπάθεια, στα 3/4 του στόρι, να διατηρήσει ένα ψύχραιμο προσωπείο - “σπάει” είναι συγκινητικότατος.

Δείτε την. Αριστούργημα δεν είναι, αλλά αξίζει.

6 Likes

Αν σου αρεσει γενικα το concept του stand up comedy,νομιζω οτι θα λατρεψεις και την παρακάτω σειρά:

The Marvelous Mrs. Maisel

https://www.imdb.com/title/tt5788792/

1 Like

Με έψησε το τρέιλερ, θενξ για την πρόταση

1 Like

έχω γράψει κατεβατά εδώ και αλλού για την Maisel, τσεκάρεις όπως και δήποτε (και τα λέμε από αλλού πιο αναλυτικά)

1 Like