Τι dvd/ταινία στην tv είδατε σήμερα...;;;

image

Το πολυαναμενόμενο για εμένα Sound of Falling της Μάσα Σιλίνσκι συνιστά ένα από τα πλέον απαιτητικά και αισθητικά φιλόδοξα δείγματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, καθώς αρθρώνεται ως μια (δύσκολη) στοχαστική μελέτη πάνω στη μνήμη, το τραύμα και τη γυναικεία εμπειρία - υιοθετώντας μια πολυεπίπεδη αφηγηματική δομή που εκτείνεται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Μέσα από τέσσερις γυναικείες φιγούρες, οι οποίες κατοικούν τον ίδιο χώρο (Γερμανία) σε διαφορετικούς χρόνους (1910 μέχρι 2020) η Σιλίνσκι επιχειρεί να αναδείξει τη διαγενεακή συνέχεια της εμπειρίας - αλλά και της “σιωπής” του τίτλου.

Η δομή της ταινίας απορρίπτει τη γραμμικότητα και υιοθετεί μια μορφή κατακερματισμένης αφήγησης, όπως είπα παραπάνω, καθώς τα επεισόδια δεν συνδέονται με αιτιοκρατική αλληλουχία αλλά μέσω θεματικών και συναισθηματικών αντιστοιχιών - κάτι που σαφέστατα ενισχύει τον ποιητικό χαρακτήρα του έργου, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να δημιουργεί δυσκολία πρόσληψης για όποιον αναζητά μια πιο straightforward αφηγηματική σαφήνεια (κοινώς, μιλάμε για μια καθαρά βιωματική εμπειρία).

Θεματικά, η ταινία επικεντρώνεται στη διαχρονικότητα της βίας και του τραύματος, καθώς οι ηρωίδες βιώνουν διαφορετικές μορφές καταπίεσης - οι οποίες, αν και ιστορικά διαφοροποιημένες, παρουσιάζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, με το τραύμα να μην αποτελεί μεμονωμένο γεγονός αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που διαπερνά γενιές. Η κεντρική θεματική δεν χρησιμοποιεί σαν πλατφόρμα αποτύπωσης κάποιο κινηματογραφικό μοντέλο ρεαλιστικού κοινωνικού σχολιασμού, αλλά ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη δομή/σκηνοθετική ματιά του έργου και ξεδιπλώνεται σε πιο εσωτερική, οριακά υπαρξιακή διερεύνηση της εμπειρίας αυτής.

Αισθητικά η ταινία έχει μια πολύ προσωπική εικαστική ταυτότητα και στάμπα, με την κάμερα να λειτουργεί συχνά ως παρατηρητής που καταγράφει τις σκηνές μέσα από εμπόδια – πόρτες, παράθυρα, αντικείμενα – δημιουργώντας μια αίσθηση αποστασιοποίησης αλλά ταυτόχρονα και διείσδυσης σε έναν ιδιωτικό κόσμο. Ενισχύεται έτσι η γενικότερη θεματική γωνία της μνήμης και της παρατήρησης, καθιστώντας εν τέλει τον θεατή μάρτυρα μιας (φοβερής) διαδικασίας ανασύστασης του παρελθόντος. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ηχητικός σχεδιασμός του έργου, καθώς ο τίτλος της ταινίας αποκτά μεταφορική διάσταση - ο «ήχος της πτώσης» λειτουργεί ως σύμβολο της επαναλαμβανόμενης κατάρρευσης (ψυχικής, ηθικής και κοινωνικής). Οι ήχοι της φύσης, οι παύσεις και οι σιωπές συνθέτουν ένα ηχοτρόπιο που ενισχύει τη συναισθηματική ένταση, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα, η οποία και συχνά-πυκνά υπερβαίνει την εικόνα σε εκφραστική δύναμη.

Από την άλλη, η γενικότερη πολυπλοκότητα της αφήγησης οκ, ενδέχεται κάπως να οδηγήσει τον θεατή σε μια μικρή απώλεια συνοχής (δεν λειτουργεί εν πάση περιπτώσει αυτό όσο άψογα όσο ίσως χρειαζόταν η συγκεκριμένη ταινία) ενώ επιπλέον η χρήση voice-over εγείρει (όπως πάντα) μερικές διαφωνίες ως προς την καθοδήγηση ή μη του θεατή εντός της ταινίας. Είναι γενικότερα ένα έργο που δεν επιδιώκει την ευρεία απήχηση, αλλά απευθύνεται σε ένα κοινό εξοικειωμένο με πιο απαιτητικές κινηματογραφικές φόρμες και αναμενόμενα δεν μπορώ να πω πως το προτείνω καθολικά.

Συνολικά πάντως, το Sound of Falling αποτελεί για εμένα μια κινηματογραφική απόπειρα υψηλών αξιώσεων, η οποία επιχειρεί να διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στη μνήμη, τον χώρο και την ταυτότητα. Παρά τις (λίγες) αδυναμίες της, η ταινία κατορθώνει τελικά να διαμορφώσει μια ισχυρή αισθητική πρόταση από τη μια - και να συμβάλει από την άλλη πετυχημένα, στον διάλογο γύρω από τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης.

1 Like

To The Color of Pomegranates (Tο χρώμα του ροδιού, 1969) του Σεργκέι Παρατζάνοφ είναι ένα από τα πλέον ιδιοσυγκρασιακά και ριζοσπαστικά έργα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου – μια ταινία που αποδομεί εκ βάθρων την έννοια της αφήγησης, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση εικόνας και νοήματος μακριά από τις συμβάσεις της κλασικής δραματουργίας (και για κάποιο λόγο δεν την είχα δει ακόμα).

Η ταινία εμπνέετέ από από τη ζωή και το έργο του Αρμένιου ποιητή Σαγιάτ-Νόβα και λειτουργεί, όχι ως βιογραφία per ce προφανώς, αλλά ως μια τρόπο τινά αισθητηριακή και πνευματική αναπαράσταση της ύπαρξής του.

Το έργο του Παρατζάνοφ δεν αφηγείται τη ζωή του Σαγιάτ-Νόβα με γραμμικό τρόπο, αλλά αντιθέτως παρουσιάζει μια σειρά από εικονογραφημένα επεισόδια που αντιστοιχούν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του (την παιδική ηλικία, την ενηλικίωση, τον έρωτα, την πνευματική αναζήτηση και, τελικά, τον θάνατο). Ωστόσο, τα επεισόδια αυτά δεν συνδέονται με αιτιακή συνοχή αλλά με συμβολικές - ποιητικές σχέσεις. Ο θεατής προφανώς δεν καλείται να «κατανοήσει» τα παραπάνω, αλλά να τα βιώσει. Οι εικόνες που προκύπτουν, λειτουργούν ως αυτόνομες μονάδες γεμάτες διακριτικούς, γαρ σαφής πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και λαογραφικούς συμβολισμούς: ρόδια που στάζουν χυμό σαν αίμα, υφάσματα που απλώνονται σαν τελετουργικά αντικείμενα, πρόσωπα που κοιτούν ευθέως τον φακό - όλα συνθέτουν μια κινηματογραφική γλώσσα που προσεγγίζει περισσότερο τέχνες σαν τη ζωγραφική, την ποίηση και το θέατρο παρά τον συμβατικό αφηγηματικό κινηματογράφο. Η ταινία μοιάζει συνολικά με κινούμενο μουσείο πολιτισμικής μνήμης, όπου κάθε κάδρο είναι προσεκτικά συντεθειμένο σαν ένας άχρονος πίνακας ζωγραφικής.

Οι επιρροές του Παρατζάνοφ αγγίζουν την αρμενική μικρογραφία, τη βυζαντινή αγιογραφία, την περσική ποίηση, τη λαϊκή παράδοση και τη θρησκευτική τελετουργία - και προφανώς τον βαθύτερο πυρήνα του σοβιετικού σινεμά της εποχής.
Παράλληλα, η απομάκρυνση από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό της σοβιετικής κινηματογραφίας καθιστά το έργο και πολιτικά ριψοκίνδυνο για την εποχή του - καθώς ο Παρατζάνοφ δεν ενδιαφέρεται για την ιδεολογική καθοδήγηση του θεατή αλλά για την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης (μια στάση που οδήγησε άλλωστε και στη λογοκρισία της ταινίας όταν κυκλοφόρησε, καθώς και στη μετέπειτα δίωξη του ίδιου του σκηνοθέτη).
Συχνά γίνεται λόγος για συγγένεια του σκηνοθέτη με τον Αντρέι Ταρκόφσκι (τον οποίο και θαύμαζε απεριόριστα, αλλά και ήταν στενός του φίλος) ωστόσο οι δύο δημιουργοί διαφέρουν ουσιαστικά: ο Ταρκόφσκι αναπτύσσει μια ρευστή, χρονικά εκτεταμένη αφήγηση, ενώ ο Παρατζάνοφ επιλέγει τη στατικότητα και την αποσπασματικότητα.
Η συγγένεια εντοπίζεται για εμένα περισσότερο, αφενός στην πνευματική διάσταση του έργου του καθενός και αφετέρρου στην προσήλωση των δυο δημιουργών πάνω στη δυναμική της εικόνας - ως κύριος φορέας των διαφόρων θεματικών, εμπειριών και ιδεών, σε άμεση αντιδιαστολή με το ασυνείδητο του θεατή.

Τεχνικά τώρα, το The Color of Pomegranates αποτελεί ένα υπόδειγμα αυστηρής εικαστικής σύνθεσης. Η κάμερα είναι σχεδόν πλήρως ακίνητη, μετατρέποντας κάθε πλάνο σε στατικό tableau vivant που λένε και στο χωριό μου.
Η απουσία κινησιολογικής «ρευστότητας» ενισχύει την αίσθηση ότι ο χρόνος έχει παγώσει, ότι σαν βρισκόμαστε μπροστά σε μια σειρά από ζωντανούς πίνακες. Η χρήση του χρώματος είναι καθοριστική επίσης, καθώς πχ. το κόκκινο των ροδιών λειτουργεί ως κεντρικό μοτίβο - συμβολίζοντας τη ζωή, το αίμα, τον έρωτα και τη θυσία. Τα κοστούμια και τα σκηνικά δεν επιδιώκουν ρεαλισμό αλλά συμβάλουν στην γενικότερη συμβολική ένταση της εικόνας: κάθε αντικείμενο έχει σημασία, κάθε λεπτομέρεια είναι φορέας κάποιας σκέψης ή συναισθήματος που αρνείται να επικοινωνεί με συμβατικό τρόπο (αναζητώντας μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη σύνδεση με τον ίδιο το θεατή).

Το μοντάζ αυτονόητα δεν υπηρετεί τη συνέχεια – αλλά ενισχύει τη συνειρμική σύνδεση των εικόνων. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με τρόπο που θυμίζει ποιητική σύνταξη: επαναλήψεις, αντιθέσεις, οπτικοί ρυθμοί κτλ. Το ηχοτρόπιο της ταινίας, με τη χρήση παραδοσιακής μουσικής και περιορισμένου διαλόγου, ενισχύει την τελετουργική διάσταση του έργου, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει τέλος και στη χρήση των ηθοποιών: oι ερμηνείες είναι σκόπιμα αποδραματοποιημένες, σχεδόν «εικονικές», ενώ οι χαρακτήρες δεν λειτουργούν ως ψυχολογικά αναπτυγμένες οντότητες αλλά ως σύμβολα/φορείς ιδεών και συναισθημάτων.

Στον θεματικό πυρήνα της ταινίας βρίσκεται η έννοια της ταυτότητας—προσωπικής, πολιτισμικής και πνευματικής. Ο Σαγιάτ-Νόβα δεν παρουσιάζεται ως ιστορικό πρόσωπο αλλά ως η αρχετυπική μορφή του καλλιτέχνη, που αναζητά νόημα μέσα από τη δημιουργία και τη σχέση με το θείο. Η τέχνη παρουσιάζεται ως πράξη σχεδόν ιερή, ως ένα μέσο υπέρβασης της υλικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, η ταινία διερευνά τη σχέση ανάμεσα στον έρωτα και την πνευματικότητα (συχνά συγχέοντας τα δύο επίπεδα, καθώς ο ερωτισμός δεν είναι κάτι σωματικό αλλά μετατρέπεται στα χέρια του δημιουργού σε μια μορφή μυστικιστικής εμπειρίας).
Η ταινία παράλληλα, λειτουργεί σαν ανασύσταση ενός συλλογικού παρελθόντος, όπου η ιστορία και ο μύθος συγχωνεύονται - η απουσία γραμμικής αφήγησης αντανακλά με τη σειρά της και την ίδια τη φύση της μνήμης: αποσπασματική, επιλεκτική, φορτισμένη με συναισθήματα.


Τέλος, υπάρχει μια υπόγεια μελαγχολία που διαπερνά το έργο, καθώς η ομορφιά των εικόνων συνοδεύεται από μια αίσθηση απώλειας, σαν να πρόκειται για έναν κόσμο που έχει ήδη χαθεί - ή που anyway απειλείται με εξαφάνιση.

Συνοπτικά λοιπόν, το The Color of Pomegranates δεν είναι μια ταινία που προσφέρεται για εύκολη κατανάλωση. Απαιτεί από τον θεατή υπομονή και διάθεση για ερμηνευτική συμμετοχή. Ο Παρατζάνοφ έχει δημιουργήσει ένα έργο που υπερβαίνει τα όρια του κινηματογράφου και αγγίζει την καθαρή τέχνη της εικόνας - υπενθυμίζοντας με τη σειρά του ότι ο κινηματογράφος μπορεί να υπάρξει και ως καθαρή οπτική ποίηση.

7 Likes

Ταινία σταθμός.

2 Likes

Μικρό catch up σε ταινίες που έχασα.

Mission Impossible… το τελευταίο τέλος πάντων.

images

Συμπαθητικό μεν, υπερβολικά μεγάλο σε διάρκεια δε και κάπως πομπώδες ώρες ώρες που το έκανε κουραστικό. Μάλλον 2-3 κλικ κάτω σε σχέση με τις τελευταίες περιπέτειες αλλά και πάλι έδωσε μερικές ωραίες στιγμές. Ειδικά το κυνηγητό με τα αεροπλάνα προς το τέλος ήταν έπος. Τα throwback στις παλιές ταινίες ήταν οκ αλλά δεν έδωσαν και κάτι το ιδιαίτερο στην ταινία τελικά.

Fantastic Four First Steps

Ευχάριστη έκπληξη. Comic accurate ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του MCU. Δεν το γάμησαν στο ανόητο χιούμορ κάθε τρεις και λίγο, έδωσαν ωραίες στιγμές σε όλους τους χαρακτήρες, ενώ επιτέλους είδαμε και σωστό Galactus. Το μόνο ίσως αρνητικό… σαν μικρή γεύση να ήταν. Έμοιαζε σαν να είδαμε τα πρώτα επεισόδια μιας ωραίας σειράς και τώρα είμαστε έτοιμοι για την επόμενη περιπέτεια την άλλη βδομάδα φάση.

Επίσης για κάποιο λόγο έκατσα και είδα την Χιονάτη, το live action.

images (1)

Είμαι μεγάλος φαν των παλιών Disney animation ταινιών και ειδικά της παλιάς Χιονάτης. Για τούτο εδώ υπήρχε τόσο μεγάλη αρνητικότητα που το απέφυγα και είπα να δώσω λίγο χρόνο να το δω ανεπηρέαστος από το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί. Όχι ότι άλλαξε κάτι. Δυστυχώς πολύ κακή ταινία. Περνάς καλά μόνο με την Gadot. Είναι τόσο χάλια κάθε φορά που προσπαθεί να γίνει πολύ κακία, απλά σε πιάνουν αυθόρμητα γέλια. 1-2 ωραίες στιγμές, κυρίως με μερικές συμπαθητικές διασκευές κλασικών τραγουδιών και από εκεί και μετά κανονικό cringefest.

Η απογοήτευση ήρθε πάντως με το τελευταίο Predator.

images (2)

Ναι ωραία η δράση στην μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας, αλλά ποιανού ιδέα ήταν να γίνει ταινία Predator γεμάτη με οικολογικές αλληγορίες και “μηνύματα” περί φίλιας και οικογένειας; Το Rental Family έβαλα να δω η το Predator; Κάπου έλεος.

Η τελευταία μέχρι στιγμής σκηνοθετική προσπάθεια του Μπράντλεϊ Κούπερ, βασισμένη εν μέρει στην πραγματική ιστορία της ζωής του Άγγλου κωμικού Τζον Μπίσοπ (very funny guy, check him out). Ένα ζευγάρι μετά από 20 χρόνια γάμου αποφασίζει να το διαλύσει, χωρίς όμως να είναι σκοτωμένοι μεταξύ τους, έχοντας έγνοια και για τους δύο πιτσιρικάδες γιους τους. Ο Άλεξ προσπαθεί να το διαχειριστεί όσο καλύτερα μπορεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν την πολυπαλεύει. Ένα βράδυ, έτσι όπως περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, βλέπει ένα μπαρ και λέει ας μπω να πιω ένα ποτό.

– 15 δολάρια η είσοδος (του λέει ο πόρτας).
– !!! Τι 15 δολάρια ρε μεγάλε, μία μπίρα θέλω να πιω ξέρω γω. Επίσης τώρα μόλις άφησες αυτήν εδώ να μπει χωρίς είσοδο.
– Ναι γιατί αυτή έχει αφήσει το όνομά της.
– Ε;
– Είναι βραδιά open mic stand-up comedy βρε.
– Α…

Κι έτσι, σου λέει, δε γαμιέται, ας βάλω κι εγώ το όνομά μου…


Πολύ ευχάριστη ταινία, παρά την άφθονη μελαγχολία που αναμενόμενα βγάζουν θεματικές όπως η mid-life crisis Αμερικανών μικροαστών, η κουρασμένη αναζήτηση συναισθηματικής πληρότητας σε ηλικίες ~πρώτα -ήντα κ.λπ. Ο λόγος είναι μάλλον το βάρος που αφαιρείται μέσα από τη χρήση του γνωστού πια μοτίβου της stand-up comedy παράδοσης “γελάμε με τα χάλια μας”. Ο Κούπερ (που έχει και έναν δεύτερο ρόλο εδώ - btw ενός εντελώς ό,τι να 'ναι τύπου) φαίνεται ότι το 'χει γενικά με το film making, κρίνοντας και από το A Star Is Born που είχα δει κάποια χρόνια πριν. Ειδικά ο τρόπος που έχει γυρίσει τις stand-up σκηνές είναι πολύ εύστοχος, σε βάζει τέρμα μέσα στην ψυχολογία του (αρχικά) ερασιτέχνη comedian, και ευρύτερα η παρουσίαση του πώς λειτουργεί η σκηνή του stand-up είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας, κάνοντάς την άχαστη για τους λάτρεις του είδους. Εξαιρετικές και οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, ειδικά ο Αρνέτ όταν τελικά - μετά από μια απελπισμένη προσπάθεια, στα 3/4 του στόρι, να διατηρήσει ένα ψύχραιμο προσωπείο - “σπάει” είναι συγκινητικότατος.

Δείτε την. Αριστούργημα δεν είναι, αλλά αξίζει.

6 Likes

Αν σου αρεσει γενικα το concept του stand up comedy,νομιζω οτι θα λατρεψεις και την παρακάτω σειρά:

The Marvelous Mrs. Maisel

https://www.imdb.com/title/tt5788792/

1 Like

Με έψησε το τρέιλερ, θενξ για την πρόταση

1 Like

έχω γράψει κατεβατά εδώ και αλλού για την Maisel, τσεκάρεις όπως και δήποτε (και τα λέμε από αλλού πιο αναλυτικά)

1 Like

Ειδα χθες το μισο Jurassic Park Rebirth.

Κανονικα θα επρεπε να δω και το αλλο μισο για να γραψω μερικα λογακια, αλλα για τα λιγα που θα γραψω δεν χρειαζεται. Ισως επιστρεψω οταν τελειωσω την ταινια σημερα.

Δεν υπαρχει ουτε ενα κυτταρο μου που να μπορει να καταλαβει γιατι αυτη η ταινια εχει καποια εξωφθαλμα προβληματα, οπως ο διαλογος, το pacing, ακομα και η ηθοποιια απο ηθοποιους που εχουν αποδειξει πως μπορουν να δωσουν εκπληκτικες ερμηνειες (Rupert Friend, Mahershala Ali, Edward Skrein, ακομα και το Σκαρλετακι γιατι οχι), και σιγουρα το editing, το οποιο οριακα φανταζει ερασιτεχνικο σε καποια σημεια.

Εντωμεταξυ δεν ηξερα (ή απλα δεν θυμομουν) οτι ο σκηνοθετης ειναι ο Gareth Edwards, και αν δεν σας λεει κατι το ονομα, ειναι ο τυπος που σκηνοθετησε ΑΨΟΓΑ στο Rogue One. Οποτε εδω ειτε παιζει η περιπτωση που καποιος τυπος απλα βαζει τελεια τα κομματια του παζλ μια φορα στην ζωη του σε μια ταινια (οπως εκανε ο Richard Kelly με το Donnie Darko) και μετα εξαφανιζεται σιγα σιγα μετα απο ενα σωρο μετρια projects, ή απλα το editing δεν συμβαδιζει καθολου με το οραμα του σκηνοθετη.

Απο την αλλη, και εχοντας δει το Director’s Cut του Donnie Darko, αναρωτιεμαι αν τελικα και στην περιπτωση του Kelly, αλλα και στην περιπτωση του Edwards, ειχαμε την ομαδα στο post-production να φτιαχνει μια αριστουργηματικη ταινια με τελειο editing, και μηπως τελικα ο σκηνοθετης δεν ηταν υπευθυνος για το αρτιο του αποτελεσματος?

Οπως και να χει, το premise ειναι αρκετα ενδιαφερον αφου ~5 χρονια μετα το χαος του Dominion οι δεινοσαυροι εχουν περιοριστει στην τροπικη ζωνη της Γης, στην οποια δεν επιτρεπεται να ταξιδεψει κανεις, ενω φυσικα εχουμε κερδοσκοπικες εταιριες να πανε παρανομα να εξερευνησουν (και να παρουν αιμα απο) τους δεινοσαυρους με την προφαση πως θα γιατρεψουν την καρδιοπαθεια.

Δεν εχω την απαιτηση να δω ποτε καποιο θαυμα της 7ης τεχνης απο ενα σηκουελ Jurassic Park/World. Μαλιστα για αυτο που ειναι, η τριλογια Jurassic World ηταν πολυ τιμια, εως πολυ καλη, και με χαρισματικους ηθοποιους. Αλλα αυτο που ειδα στο πρωτο μισο του Rebirth πραγματικα με εντυπωσιασε αρνητικα. Κριμα, γιατι προφανως το κοινο υπαρχει (σχεδον $900 μυρια εβγαλε η ταινια), και θα μπορουσαν να ειχαν φτιαξει μια πολυ πιο προσεγμενη ταινια. Ισως ακομα και με το υλικο που ειχε κινηματογραφησει ο Edwards. Τα οπτικα εφφε, η μουσικη, και ολα τα visual κομματια μιας ταινιας ειναι εξαιρετικα, αλλα καπου ενιωσα οτι βλεπω επεισοδιο τηλεοπτικης ταινιας σε κατι διαλογους. Ισως το δευτερο μισο της ταινιας να ειναι πολυ καλυτερο, τι να πω.

MOVIE OF THE WEEK:
México 86
(2026. Gabriel Ripstein)

Πάντα είχα την απορία πως το Μεξικό διοργάνωσε το μουντιάλ του 1986, αφού είχε διοργανώσει ήδη ένα, μόλις 16 χρόνια πριν από αυτό. Από την άλλη, δε με ένοιαζε και τόσο, το μόνο που είχε σημασία εκείνον τον Ιούνιο ήταν να πηγαίνουμε με τον πατέρα μου στον θείο Δημήτρη (που υποστήριζε φανατικά τη Δυτική Γερμανία) και γω να μαγεύομαι με τον τεράστιο Ντιέγκο και να κολλάω με την Αργεντινή από κει και πέρα (στην Ισπανία το 82 ήμουν με τη Βραζιλία των Ζίκο, Σώκρατες, Φαλκάο)

Το φετινό μουντιάλ διεξάγεται σε τρεις διαφορετικές χώρες (μία από αυτές το Μεξικό) και πολλά έχουν αλλάξει στο Παγκόσμιο ποδόσφαιρο από τότε, μάλιστα πολλές αλλαγές, ακόμα και η ίδια η δημοφιλία του αθλήματος γιγαντώθηκε τότε, σε εκείνη το φοβερό μουντιάλ στο Μεξικό.

Η ταινία του Ripstein μοιάζει με ντοκυμαντέρ, στην ουσία όμως είναι μια σάτιρα που προσπαθεί να εξηγήσει στο πως οι «πονηροί» Μεξικάνοι πήραν τη διοργάνωση, όταν αποσύρθηκε η Κολομβία, αφήνωντας πίσω τις σαφώς πιο ολοκληρωμένες προτάσεις άλλων χωρών, ειδικά αυτή των ΗΠΑ και παρά το γεγονός ότι είχε γίνει ο καταστροφικός σεισμός στο Μεξικό, μόλις λίγους μήνες πριν την έναρξη της διοργάνωσης.

Καλός ο Diego Luna στο ρόλο του πρωταγωνιστή (ένας φιλόδοξος και φουλ αλλαζών νεαρός, που προσπαθεί να πετύχει το σκοπό του με κάθε μέσο, χτυπώντας διαπλεκόμενες πόρτες, μεταφέροντας βαλίτσες κτλ), αν και τελικά το τελικό αποτέλεσμα είναι μάλλον ένα άνευρο αθλητικό δράμα (που παρεμπιπτόντως λίγη σχέση έχει με το ίδιο το ποδόσφαιρο) με επιδερμικές πολιτικές αναφορές (ε ναι υπάρχει διαφθορά σε τέτοιας κλίμακας event, ουάου) και το χιούμορ να προσδίδει απλά μια δροσιστική εσάνς, ώστε να μη μας πάρει ο ύπνος. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον να δούμε ωραίο ποδόσφαιρο τις επόμενες μέρες (κομματάκι δύσκολο, με τους ακριβοπληρωμένους παίκτες να είναι καμένοι από τα 268 ματς που έχουν ήδη δώσει μέσα στη χρονιά) …

1 Like

Πολύ μαύρη κωμωδία θα έλεγα.
Καταφέρνει διαρκώς να σε βάζει σε δύσκολη θέση και να νιώθεις χαλιά, όσο ακριβώς νιώθουν κι οι δύο πρωταγωνιστές της!!
Προτείνεται!

1000010360

The Banshees of Inisherin

Μα τι μαγική ταινία ! Τι τοπία ! Τι ερμηνείες ! Μια φιλια χρόνων που σπάει, χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα για να μιλήσει για τον Ιρλανδικό εμφύλιο - το ωραίο ; Δεν στο πετάει στη μούρη το θέμα, το χτίζει καρέ-καρέ, σκηνη-σκηνή, και ενώ θεωρεις οτι βλέπεις μια μαλλον πεζή ταινία, για το τέλος της ανδρικής φιλίας δυο χωρικών (και το άδεισμα της ζωής του ενός / συνέχεια της ζωής του άλλου μέσω της μουσικής), προς το τέλος συνδέεται με τον εμφύλιο που μαίνεται παράλληλα.

Ήταν στη λιστα μου καιρό, την πέτυχα νετφλιξ και την απόλαυσα. Εξαίσια.

Πόσο υποτιμημένος είναι ο Φαρελ ; Επιστρέφει στο Sugar, btw…

8 Likes

Δέησα και βρήκα χρόνο να δω μερικές ταινίες (κάποιες καινούριες, κάποιες που είχα να δω χρόνια κτλ) - θα γράψω 2-3 πράγματα για τις 4 από αυτές τώρα και όταν θελήσω να κάνω πάλι πως δουλεύω πάνω σε κάτι πολύ σημαντικό ώστε να μην με ενοχλεί κανείς στο γραφείο, θα γράψω και για τις άλλες 3 που είδα σπίτι (γιατί αυτός είμαι παιδία, μη σας τύχει να με έχετε συνάδελφο - θα φάτε την παπάτζα του αιώνα) :

Naked

O περίφημος «Γυμνός» του Mike Leigh είναι μια σκοτεινή υπαρξιακή περιπλάνηση μέσα σε έναν κόσμο ηθικά κατεστραμμένο, κοινωνικά απογυμνωμένο και πνευματικά εξαντλημένο… αυτό οδηγεί έτσι με τον τρόπο του, σε μια ωμή, σχεδόν εξαντλητική κινηματογραφική τομή πάνω στην κοινωνική αποσύνθεση της μετά-Θατσερικής Αγγλίας, εν έτει 1993. Ο Leigh φλερτάρει σταθερά με τον κοινωνικό ρεαλισμό, σκύβει όμως περισσότερο από άλλες φορές πάνω από το φιλοσοφικό δράμα και αφήνεται συνολικά σε μια αστική Αποκάλυψη - κατασκευάζοντας σαν οδηγό σε όλο αυτό μία από τις πιο ενοχλητικές και ταυτόχρονα συναρπαστικές φιγούρες στην ιστορία του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Στο Naked ο Leigh δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί μια ιστορία γραμμικά και ορθόδοξα, αλλά στο να αποτυπώσει φιλμικά και όσο το δυνατόν πιο ουσιαστικά, μια κατάσταση υπαρξιακής κατάρρευσης – μια κατάσταση όπου κατά την οποία η ανθρώπινη επικοινωνία μοιάζει αδύνατη και η πόλη του Λονδίνου μετατρέπεται διαρκώς σε κάτι-σαν-υπαρξιακό λαβύρινθο. Ο Johnny, κυνηγημένος και διωγμένος από το Manchester περιπλανιέται στο νυχτερινό Λονδίνο και καταλήγει στο σπίτι μιας πρώην συντρόφου του - στην πραγματικότητα όμως δεν αναζητά εκεί κάποιο καταφύγιο, αλλά μια σύγκρουση μέσω μιας αδιάκοπης λεκτικής και φιλοσοφικής αναμέτρησης με την ίδια αλλά και σχεδόν κάθε άνθρωπο που συναντά στη συνέχεια στο διάβα του.
a person is kneeling down on the side of the road with the words unintelligible screaming above them

Ο Mike Leigh όπως είπα, χτίζει την ταινία σαν μια νυχτερινή οδύσσεια μέσα στα ερείπια της βρετανικής κοινωνίας των αρχών της δεκαετίας του ’90. Η Αγγλία της Θάτσερ έχει αφήσει πίσω της ένα ρημαγμένο τοπίο κοινωνικής αποξένωσης και ακραίας οικονομικής ανισότητας. Το Λονδίνο του «Naked» δεν είναι η λαμπερή μητρόπολη της pop κουλτούρας αλλά μια πόλη σχεδόν μετά-αποκαλυπτική: άδεια σοκάκια, βρόμικα διαμερίσματα, άψυχοι χώροι γραφείων, εγκαταλελειμμένες γειτονιές κτλ (με το αστικό τοπίο να λειτουργεί σαν μια άμεση προέκταση της ψυχικής κατάστασης των χαρακτήρων).

Ο Leigh βέβαια δεν κάνει άμεσο πολιτικό σινεμά - αλλά όντας διαχρονικά μέγιστος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, κινηματογραφεί τα αποτελέσματα μιας κοινωνίας που έχει χάσει κάθε αίσθηση συλλογικότητας.

Ο Johnny του είναι υπέρ το δέον μορφωμένος, εξαιρετικά ευφυής αλλά κοινωνικά άχρηστος, αυτοκαταστροφικός και ανίκανος να δομήσει μια οποιαδήποτε φυσιολογική ανθρώπινη σχέση - είναι το κατεξοχήν προϊόν ενός κόσμου χωρίς προοπτική. Δεν είναι ένας «αντιήρωας» με συμβατική έννοια, αλλά ένας άνθρωπος που έχει μετατρέψει την ευφυΐα του σε μηχανισμό άρνησης. Οι ατελείωτοι μονόλογοί του μοιάζουν με επιθέσεις απέναντι στην οποιαδήποτε μορφή νοήματος καθώς η γλώσσα γίνεται όπλο εξουσίας, ειρωνείας και ψυχολογικής κυριαρχίας. Αποδομεί τους πάντες και τα πάντα γύρω του, όχι επειδή έχει στην πραγματικότητα απαντήσεις, αλλά επειδή κατά βάθος αδυνατεί να αντέξει την ανθρώπινη ευαλωτότητα — τη δική του και των άλλων.
a man in a black coat walks down a street with a white van with license plate ovt hy
Το Naked είναι σε ένα βαθμό, στον βαθύτερο του πυρήνα, μια ταινία για ανθρώπους που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν πραγματικά. Οι σχέσεις τους έχουν βίαιες καταβολές, είναι εκμεταλλευτικές ή προσωρινές, ενώ ο έρωτας δείχνει απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Στη θέση του υπάρχει μόνο μοναξιά, εξάρτηση και φόβος εγκατάλειψης. Οι γυναίκες της ταινίας προσπαθούν συχνά να δημιουργήσουν κάποια μορφή συναισθηματικής επαφής, όμως ο Johnny καταστρέφει κάθε πιθανότητα οικειότητας μέσω της κυνικής του επιθετικότητας.

Η ταινία αποκτά παράλληλα και μία εξαιρετικά σκοτεινή διάσταση γύρω από τον ανδρισμό και τη βία. Ο Τζόνι είναι γοητευτικός, χαρισματικός, ευφυής, αλλά ταυτόχρονα βαθιά τοξικός και καταστροφικός. Ο Leigh δεν τον εξιδανικεύει ποτέ, αλλά αντίθετα, αποκαλύπτει σταδιακά πως πίσω από τη λεκτική του ευφυΐα κρύβεται μια μορφή βαθιάς συναισθηματικής ανικανότητας. Ο ήρωας μοιάζει να φοβάται κάθε πιθανότητα αληθινής σύνδεσης, γι’ αυτό και επιλέγει διαρκώς τη φυγή.

Απέναντί του, ο χαρακτήρας του Jeremy (φοβερός ο Greg Cruttwell, ο οποίος και έδωσε μερικές χαρακτηριστικές ερμηνείες στα 90s πριν αποσυρθεί από το σινεμά – πλέον νομίζω έχει μια ομάδα ποδοσφαίρου (!) χαμηλής κατηγορίας, κάπου στην Αγγλία) λειτουργεί σαν άλλη όψη της ίδιας κοινωνικής παθολογίας. Αν ο Johnny αντιπροσωπεύει την πνευματική και υπαρξιακή παρακμή, ο Jeremy ενσαρκώνει την οικονομική και ταξική εξουσία στη πιο αποκρουστική της μορφή. Είναι βίαιος, κυνικός, σεξουαλικά επιθετικός, σχεδόν απάνθρωπος. Ο Leigh παρουσιάζει έτσι δύο διαφορετικές μορφές κοινωνικής αποσύνθεσης: τη διανοούμενη αυτοκαταστροφή και την βαρβαρότητα του ύστερου καπιταλισμού.

gif – satomipoema

Τεχνικά τώρα, το «Naked» είναι υπόδειγμα ενός κάπως «ελεγχόμενου» κινηματογραφικού κοινωνικού ρεαλισμού. Ο τρόπος κινηματογράφησης είναι σχεδόν ντοκιμαντερίστικος, χωρίς στιλιζαρισμένες υπερβολές. Ο φωτισμός παράλληλα είναι χαμηλός, αρκετά ψυχρός και συχνά φυσικός, ενισχύοντας τη νυχτερινή, σχεδόν αποσυντεθειμένη ατμόσφαιρα της πόλης. Το Λονδίνο παρουσιάζεται σαν ένας τόπος μετά-βιομηχανικής εξάντλησης και αποσύνθεσης, με τους δρόμους του να μοιάζουν άδειοι, αφιλόξενοι - σαν να τους καλύπτει μια μεταφυσική δυσάρεστη ομίχλη. Το μαύρο της νύχτας γίνεται συνώνυμο της ψυχικής διάλυσης, ενώ παρότι η ταινία είναι γεμάτη διαλόγους, ο Leigh γνωρίζει πότε να αφήσει τον χώρο να «αναπνεύσει», κάνοντας τις παύσεις να αποκτούν τεράστια σημασία. Συχνά πχ, μετά από έναν καταιγιστικό μονόλογο του Johnny, ακολουθεί μια στιγμή απόλυτης σιωπής που λειτουργεί σχεδόν αποκαλυπτικά – η λεκτική εξτραβαγκάνζα του κεντρικού αντί-ήρωα υποθάλπει διαρκώς μια αβυσσαλέα μοναξιά και μια αγωνιώδη υπαρξιακή σύγχυση.

Η ερμηνεία δε του David Thewlis τέλος, είναι αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες/σπουδαιότερες στην ιστορία του βρετανικού σινεμά – και όχι μόνο. Ο ηθοποιός καταφέρνει να κάνει τον Τζόνι ταυτόχρονα αποκρουστικό και μαγνητικό, καθώς η σωματικότητά του —νευρική, σχεδόν ζωώδης— συνδυάζεται με έναν καταιγιστικό λόγο που γοητεύει και απωθεί ταυτόχρονα τον θεατή.

Αυτό που κάνει το Naked πραγματικά μεγάλο έργο εν τέλει, είναι ότι δεν προσφέρει καμία κάθαρση. Αρνείται να λυτρώσει τους χαρακτήρες του ή να δώσει εύκολες ηθικές απαντήσεις άσπρου – μαύρου και τελειώνει όπως περίπου ξεκίνησε: με έναν άνθρωπο χαμένο, τραυματισμένο, ανίκανο να βρει τόπο ή νόημα σε μια κοινωνία που έχει καταστρέψει τη συλλογικότητα και την ανθρώπινη επαφή.
spare the sympathy — Naked (1993) dir. Mike Leigh

Το Naked, κλείνοντας, κατ’ εμέ παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο αμείλικτες απεικονίσεις της σύγχρονης αστικής αποξένωσης. Ταινία δύσκολη, συχνά εξαντλητική, η οποία αναγκάζει τον θεατή να κοιτάξει κατάματα την υπαρξιακή βία μιας κοινωνίας που έχει χάσει κάθε αίσθηση νοήματος, αλληλεγγύης και επαφής. Και μέσα σε αυτή τη σκοτεινή, σχεδόν αποκαλυπτική νύχτα, ο Johnny περιφέρεται σαν το τελευταίο, τραγικό προϊόν ενός πολιτισμού που καταρρέει εκ των έσω.

The Maltese Falcon
image

Το Γεράκι της Μάλτας του John Huston το 1941, αποτελεί όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες αστυνομικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, αλλά και ένα έργο θεμελιώδες για την επί τούτου διαμόρφωση του film noir ως αυτόνομου κινηματογραφικού είδους. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Dashiell Hammett, η ταινία αφηγείται την ιστορία του ιδιωτικού ντετέκτιβ Sam Spade, ο οποίος βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εξαπάτησης, απληστίας και φόνου -καθώς διάφοροι χαρακτήρες αναζητούν ένα θρυλικό πολύτιμο αντικείμενο, το περίφημο γεράκι της Μάλτας.

H αξία της ταινίας δεν έγκειται τόσο στην ίδια την πλοκή όσο στον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάζεται αρχικά – και σε δεύτερο χρόνο/τόνο, στα θέματα που αναδεικνύει. Ο όρος film noir λοιπόν, αρχικά χρησιμοποιήθηκε (από την Γαλλική κριτική νομίζω) για να περιγράψει μια σειρά αμερικανικών ταινιών της δεκαετίας του 1940 και του 1950, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από σκοτεινή ατμόσφαιρα, ηθική αμφισημία, κυνικούς πρωταγωνιστές και έντονη οπτική αντίθεση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές χολιγουντιανές αφηγήσεις της περιόδου, όπου το καλό και το κακό διακρίνονταν με σαφήνεια, το noir παρουσίαζε έναν κόσμο όπου οι χαρακτήρες κινούνταν σε γκρίζες ηθικές ζώνες. Οι ήρωες δεν ήταν πρότυπα αρετής αλλά άνθρωποι ατελείς, συχνά εγωιστές, που προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε μια κοινωνία διεφθαρμένη και αβέβαιη ως προς τις προθέσεις της.
Humphrey Bogart Noir GIF by Turner Classic Movies - Find & Share on GIPHY

Ο Sam Spade, όπως τον υποδύεται ο Humphrey Bogart, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του νέου τύπου ήρωα. Δεν είναι ένας ιδεαλιστής ντετέκτιβ που επιδιώκει τη δικαιοσύνη για ηθικούς λόγους. Αντιθέτως, εμφανίζεται ψυχρός, ειρωνικός και συχνά απρόβλεπτος. Παρότι διαθέτει έναν προσωπικό κώδικα τιμής, δεν διστάζει να χειραγωγήσει τους άλλους ή να αποκρύψει πληροφορίες όταν αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς του. Αυτή η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα ήταν πρωτοποριακή για την εποχή και επηρέασε βαθιά τη μετέπειτα γενικότερη κινηματογραφική απεικόνιση των αντιηρώων στο πανί.

the maltese falcon gifs Page 2 | WiffleGif

Εξίσου σημαντικοί είναι και οι υπόλοιποι χαρακτήρες της ταινίας. Η Mary Astor παρουσιάζεται ως μια κλασική femme fatale, δηλαδή μια γυναίκα μυστηριώδης και γοητευτική, η οποία χρησιμοποιεί τη γοητεία της για να χειραγωγήσει τους άνδρες γύρω της - κεντρικό στοιχείο του film noir γενικότερα, το οποίο και αντανακλά εν μέρει τις κοινωνικές ανησυχίες της εποχής σχετικά με τους ολοένα και περισσότερο μεταβαλλόμενους ρόλους των φύλων. Παράλληλα, οι χαρακτήρες του Sydney Greenstreet και του σπουδαίου Peter Lorre (λίγα χρόνια πριν επανενωνούν όλοι μαζί στο Casablanca) ενσαρκώνουν την απληστία και την εμμονή που διατρέχουν ολόκληρη την αφήγηση. Κανένας τους δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για το γεράκι ως έργο τέχνης ή ιστορικό αντικείμενο - όλοι το βλέπουν αποκλειστικά ως μέσο απόκτησης πλούτου και δύναμης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι ότι το περίφημο γεράκι λειτουργεί ουσιαστικά ως σύμβολο – από τα πλέον διάσημα πρώτα macguffin στο σινεμά (αν και το πραγματικά πρώτο macguffin υπήρξαν τα κλεμμένα σχέδια της μηχανής του αεροσκάφους στο The 39 Steps του Hitchcock το 1934). Αν και αποτελεί το αντικείμενο της αναζήτησης όλων των χαρακτήρων, στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει με τρόπο προφανή (αλλά και ελαφρώς ποιητικό) τις ανθρώπινες επιθυμίες, την απληστία και την ψευδαίσθηση ότι η ευτυχία βρίσκεται σε κάποιο εξωτερικό αντικείμενο. Το γεγονός ότι η αναζήτησή του οδηγεί διαρκώς σε προδοσίες και εγκλήματα αποκαλύπτει μια βαθιά απαισιόδοξη θεώρηση της ανθρώπινης φύσης – ένα πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα του noir κινηματογράφου.

O John Huston επιδεικνύει αξιοθαύμαστη ωριμότητα σκηνοθετικά, παρόλο που επρόκειτο για την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά: η κάμερα χρησιμοποιείται με τρόπο που ενισχύει το αίσθημα εγκλωβισμού και καχυποψίας, ενώ η πλάνο-σύνθεση συχνά τονίζει με τον τρόπο της τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στους χαρακτήρες. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία αξιοποιεί επαρκώς έντονες σκιές και τις διάφορες αντιθέσεις φωτός, δημιουργώντας εν τέλει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και απειλής – συνώνυμη του είδους της ταινίας. Αναμενόμενα και οι κλειστοί εσωτερικοί χώροι, τα σκοτεινά γραφεία και τα χαμηλά φωτισμένα δωμάτια αντανακλούν την ψυχολογική κατάσταση των χαρακτήρων και ενισχύουν με τη σειρά τους και αυτοί το αίσθημα ελαφριάς ασφυξίας που διαπερνά την ταινία.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στους διαλόγους κατ’ εμέ: η ταινία βασίζεται περισσότερο στη λεκτική αντιπαράθεση παρά στη (ελάχιστη έως μηδαμινή) δράση, με αποτέλεσμα η ένταση να προκύπτει μέσα από τις συνομιλίες και τα παιχνίδια εξαπάτησης μεταξύ των χαρακτήρων. Οι διάλογοι είναι κοφτεροί, γρήγοροι και συχνά γεμάτοι υπονοούμενα, Αυτή η αφηγηματική προσέγγιση μπορεί να φαίνεται απαιτητική για ένα σύγχρονο κοινό συνηθισμένο στους γρήγορους ρυθμούς, ωστόσο αποτελεί βασικό μέρος της γοητείας της ταινίας – δεν θα πω όμως πως δεν θα κουράσει λίγο κάποιου λιγότερο υπομονετικούς θεατές.
The Maltese Falcon (GIF) | MATTHEW'S ISLAND

Συνολικά πάντως, το Γεράκι της Μάλτας δεν είναι απλώς μια καλοφτιαγμένη αστυνομική ιστορία αλλά ένα έργο-σταθμός που καθόρισε την αισθητική και τη θεματολογία του film noir. Μέσα από τους σύνθετους του χαρακτήρες, τη σκοτεινή του ατμόσφαιρα και τη βαθιά απαισιόδοξη ματιά του πάνω στην ανθρώπινη φύση, η ταινία εξακολουθεί να παραμένει με τον τρόπο της, τόσο επίκαιρη όσο και συναρπαστική. Η επιρροή της είναι εμφανής σε αμέτρητες μεταγενέστερες ταινίες, από τα κλασικά noir της δεκαετίας του 1940 μέχρι τα σύγχρονα νέο-noir. Δεν θεωρώ επουδενί πως βλέπεται σήμερα μόνο για εγκυκλοπαιδικούς λόγους και καλοκαίρι που έρχεται το συνιστώ ανεπιφύλακτα για καμιά βραδινή προβολή – ή ακόμα καλύτερα για κάποιο θερινό σινεμά.

Hamnet

Το Hamnet της Chloe Zhao (το οποίο δυστυχώς δεν πρόλαβα στις αίθουσες) δεν είναι μια ιστορία ακριβώς για την απώλεια, ούτε όμως μια υποθετική βιογραφική «παρέκβαση» γύρω από τη ζωή του Shakespeare – κάτι που με έπιασε ελαφρώς απροετοίμαστο, καθώς περίμενα να δω κάτι άλλο από αυτό που ίσως τα trailer και το marketing της ταινίας άφησε να εννοηθεί.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, η Agnes (σαρωτική με απόλυτα σιωπηλό τρόπο η Jessie Buckley) παρουσιάζεται ως μια μορφή βαθιά συνδεδεμένη με τον φυσικό κόσμο – αυτόν που μοιάζει διαρκώς να ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μεταφυσικό. Η σχέση της με το δάσος, τα φυτά και τα ζώα ξεπερνά την απλή εξοικείωση και μοιάζει σχεδόν οργανική. Εκεί βρίσκει το καταφύγιο της, εκεί αναγνωρίζει τον εαυτό της και εκεί εν τέλει μοιάζει να επικοινωνεί με έναν κόσμο που οι υπόλοιποι αδυνατούν να αντιληφθούν πλήρως. Η παρουσία της μέσα στο φυσικό τοπίο έχει κάτι το μυστηριακό και δεν είναι τυχαίο ότι η γνωριμία της με τον νεαρό δάσκαλο λατινικών William (τον μετέπειτα σύζυγό της) πραγματοποιείται μέσα σε αυτή τη σφαίρα γοητείας μιας υπερβατικής πραγματικότητας, που φλερτάρει με το ασυνείδητο. Ο William (σταθερά εξαιρετικός ο ανερχόμενος και εκφραστικότατος με μισό βλεφάρισμα Mescal) έλκεται από ό,τι δεν μπορεί να εξηγήσει και σύντομα η σχέση τους οδηγείται στον γάμο, παρά τις αντιδράσεις όσων τους περιβάλλουν.
movie gifs — HAMNET (2025)

Ο William εγκαταλείπει την επαρχία για το Λονδίνο, επιδιώκοντας να καλλιεργήσει το συγγραφικό του ταλέντο και να ξεφύγει από τη στασιμότητα της καθημερινότητας. Η Agnes από την άλλη, επιλέγει να παραμείνει στον τόπο της, αρνούμενη να αποκοπεί από το περιβάλλον που τη διαμόρφωσε. Αυτή η διαφορετική σχέση τους με τον κόσμο θα εξελιχθεί σταδιακά σε μια από τις βαθύτερες ρωγμές της κοινής τους ζωής.

Πολύ πριν εκδηλωθεί η τραγωδία (που γνωρίζουμε μεν όλοι από τη σύνοψη της ταινίας - αλλά) η ίδια η ταινία καλλιεργεί διαρκώς μια γενικότερη αίσθηση αναπόφευκτου: ένα όραμα που συνοδεύει την Agnes από την παιδική της ηλικία προμηνύει ότι στο τέλος της ζωής της θα βρίσκονται δίπλα της δύο παιδιά και όχι τρία. Μετά τη γέννηση της πρώτης τους κόρης, η γέννηση των διδύμων Hamnet και Judith δεν λειτουργεί μόνο ως χαρμόσυνο γεγονός αλλά και ως αφετηρία μιας ιστορίας που μοιάζει ήδη προδιαγεγραμμένη. Η ασθενική Judith και ο ιδιαίτερος δεσμός της με τον αδελφό της ενισχύουν αυτή τη διάχυτη αίσθηση προορισμού που βαραίνει την οικογένεια.

Μέχρι το σημείο της τραγωδίας, η ταινία αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην ατμόσφαιρα και στα προμηνύματα που τη συνοδεύουν: το δάσος, το νεκρό γεράκι ή το άνοιγμα στον κορμό του δέντρου λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενα σύμβολα που προετοιμάζουν διακριτικά το επερχόμενο γεγονός.
Παράλληλα, η αναφορά στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης κατά τη γνωριμία του ζευγαριού λειτουργεί τόσο ως ένδειξη της αφηγηματικής φύσης του μελλοντικού Σαίξπηρ όσο και ως υπαινιγμός για την οδυνηρή πορεία που θα ακολουθήσει η ιστορία τους – δεν είναι υπερβολικό να πω πως η ταινία φλερτάρει διαρκώς με το μεταφυσικό (ή εν πάση περιπτώσει δεν κρύβει τον υπερβατικό της χαρακτήρα).
movie gifs — Hamnet (2025) dir. Chloé Zhao

Παρότι το έργο λοιπόν συνδέει τον θάνατο του ενός παιδιού με τη γέννηση του Hamlet, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να τεκμηριώσει αυτή τη σύνδεση ιστορικά – καλά καλά ούτε σχεδόν και αφηγηματικά (σε μια πιο αυστηρή βάση πχ. ενός “οσκαρικού δράματος εποχής” τύπου ταινίας). Αντίθετα, αντιμετωπίζει τη συγγένεια ανάμεσα στα δύο ονόματα και στις δύο ιστορίες ως μια καθαρά ποιητική αφορμή.
Εκεί όπου μια αυστηρά βιογραφική προσέγγιση πχ. θα αναζητούσε αποδείξεις για το «μεγαλείο του βάρδου» η Zhao επιλέγει να αναδείξει σε πολύ προσωπικό επίπεδο (αρκούντως πηγαία) τον τρόπο με τον οποίο η τέχνη μετασχηματίζει την εμπειρία του πένθους και δημιουργεί νέους χώρους νοήματος – νοήματος που πηγάζει από το ασυνείδητο και το μέρος εκείνο που το μυαλό και η καρδιά δείχνουν να βαδίζουν στις σκιές.

Αυτή η ιδέα κορυφώνεται στο φινάλε. Μέχρι τότε, η ταινία μοιάζει να προετοιμάζει τον θεατή για μια αφήγηση γύρω από το οικογενειακό τραύμα που γέννησε ένα αριστούργημα. Το τελικό όμως ενδιαφέρον – κορύφωση, μετατοπίζεται στην ικανότητα της τέχνης να φωτίζει όσα μοιάζουν ακατανόητα, να προσφέρει μια γλώσσα εκεί όπου ο πόνος υπερβαίνει τα όρια της έκφρασης και να λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στους ζωντανούς και στις απουσίες που τους στοιχειώνουν.

Η μεγάλη τελική σκηνή του θεάτρου (μάλλον το highlight της ταινίας, το σημείο όπου ο Terrence Mallick-ος τόνος της ταινίας σμίγει με τον Spielberg των 70s σε ένα εντελώς παράταιρό αλλά συναρπαστικά απροσδόκητο τρόπο – αν και για εμένα το highlight ήταν μάλλον η σεκάνς του βραδιού πριν τον θάνατο του Hamnet, μια συγκλονιστικά γραμμένη και παιγμένη σκηνή «ανταλλαγής ζωών» μεταξύ των δύο διδύμων) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης (πολύ ελαφρύ spoiler, ή μάλον καλύτερα μια ερμηνεία δικιά μου της σκηνής του φινάλε):

Summary

η Agnes παρακολουθεί την παράσταση του Hamlet, αντιμετωπίζει αρχικά όσα συμβαίνουν στη σκηνή με δυσπιστία. Ο κόσμος του θεάτρου τής φαίνεται τεχνητός (και ίσως ακόμη προσβλητικός απέναντι στη μνήμη του παιδιού της). Καθώς όμως η παράσταση εξελίσσεται, η ιστορία του Δανού πρίγκιπα παύει να αφορά την εκδίκηση και την πολιτική ίντριγκα - μετατρέπεται σε μια αφήγηση για τον θρήνο, την απώλεια και την αδυναμία του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον θάνατο. Η Agnes αναγνωρίζει σταδιακά στον Hamlet τον ίδιο πόνο που βιώνει η ίδια, αλλά και εκείνον που κουβαλά ο William – και όλο αυτό σε ένα έργο που ελάχιστη σχέση έχει επί της ουσίας με την δική της τραγωδία.

Η ταινία έχει πάντως ορισμένες αδυναμίες – και αυτές είναι καθαρά κατασκευαστικής φύσεως: στο τμήμα που ακολουθεί τον θάνατο του Hamnet, η αφήγηση δείχνει κατά στιγμές βιαστική, ενώ η επεξεργασία του πένθους δεν διαθέτει πάντοτε το βάθος που θα μπορούσε να έχει – υπάρχει μια γενικότερη βιασύνη στο 2ο μέρος της ταινίας, κάπου στη μέση, όπου η ταινία θα ωφελούνταν από ένα παραπάνω πχ 10λεπτο. Ορισμένες επιλογές στο μοντάζ και η γρήγορη μετάβαση των χρόνων ειδικά, δημιουργούν την αίσθηση ότι σημαντικές ψυχολογικές διεργασίες παραλείπονται - ή να το πω καλύτερα (γιατί δεν παραλείπεται τίποτα) συνοψίζονται υπερβολικά.

Παρ’ όλα αυτά, η ταινία διατηρεί ακέραιο τον συναισθηματικό της πυρήνα. Καθώς πλησιάζει στο τέλος, εγκαταλείπει μέρος της αιθέριας λιτότητας που χαρακτήριζε την αρχή της και στρέφεται σε μια πιο άμεση, σχεδόν θεατρική έκφραση του πόνου -που είπα και παραπάνω. Η επιλογή αυτή είναι μεν υπέρμετρα λυρική όμως το φινάλε διαθέτει τέτοια δύναμη ώστε καταφέρνει να δικαιώσει σε μεγάλο βαθμό τη διαδρομή που προηγήθηκε.
Hamnet 2025 GIF - Hamnet 2025 Movie - Discover & Share GIFs
o Hamnet εν τέλει, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τη «βιογραφία» του Shakespeare όσο για τη δύναμη της τέχνης να συνομιλεί με την απώλεια. Είναι σινεμά που μιλά περισσότερο με εικόνες και ατμόσφαιρα παρά με λόγια. Θα περίμενε ίσως κανείς μια ταινία για τον Shakespeare να στηρίζεται στον εύγλωττο λόγο και σε μια επιδεικτική αίσθηση μεγαλείου. Αντίθετα, το Hamnet προσεγγίζει θεματικές όπως ο αναπόφευκτος έρωτας, η απώλεια ενός παιδιού, η αποξένωση που γεννά το πένθος, η ανάγκη της μοναξιάς όταν ο χρόνος και το νόημα μοιάζουν να καταρρέουν, καθώς και την τέχνη ως διαδικασία λύτρωσης και αναδημιουργίας.
Με τα μικρά της θεματάκια, η ταινία με άγγιξε και βαθιά αλλά και ουσιαστικά, ειδικά τις επόμενες μέρες που την σκεφτόμουν περισσότερο…γενικά ρε παιδί μου, καλό σινεμά χωρίς πολλά πολλά - και μάλλον (σίγουρα) μια από τις καλύτερες ταινίες που είδα φέτος/αν όχι τα τελευταία χρόνια

υγ. επίσης διαπίστωσα τυχαία προχτές το απόγευμα, πως η κυρά μου έκλαιγε κατά τη διάρκεια της ταινίας (σε κάποια συγκεκριμένα σημεία τεσπά) ενώ εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα δίπλα της… husband of the year material λέμε :expressionless:

υγ2. κάτι που μου άρεσε επίσης πολύ, ήταν το πόσο προσπάθησε να είναι alligned στην εποχή του - από συμπεριφορές, αντιδράσεις (οι διάφορες αντιδράσεις πχ του κοινού στο background, που βλέπει Hamlet στο τέλος και τα 2/3 είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, δεν υπάρχουν) ύφος, ομιλία, φυσικό φωτισμό κτλ - φοβερή δουλειά στη λεπτομέρεια που αξίζει να σημειωθεί

Ιnstitute Benjamenta, or This Dream People Call Human Life

Το Institute Benjamenta, or This Dream People Call Human Life (1995) των αδελφών Stephen και Timothy Quay αποτελεί μία από τις πλέον ιδιότυπες και (γοητευτικά) αινιγματικές δημιουργίες του σύγχρονου ευρωπαϊκού ανεξάρτητου κινηματογράφου. Βασισμένο στο ημιτελές μυθιστόρημα Jakob von Gunten του Ελβετού συγγραφέα Robert Walser, η ταινία παίρνει την κινηματογραφική εμπειρία και την βάζει μέσα σε ένα καλούπι ονειρικής διάστασης, όπου η συμβατική φιλμική λογική συνοχή υποχωρεί μπροστά στη ανόθευτη δύναμη των αισθήσεων. Πρόκειται για μια ταινία που δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητές της να γίνει πλήρως κατανοητή, αλλά να απορροφηθεί υποσυνείδητα από τον θεατή - όπως ακριβώς ένα παράξενο όνειρο που αφήνει ανεξίτηλα ίχνη στη μνήμη χωρίς να αποκαλύπτει ποτέ ολοκληρωτικά το νόημά του.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τον Jakob von Gunten, έναν νεαρό αριστοκρατικής καταγωγής, ο οποίος αποφασίζει να εγκαταλείψει τα προνόμιά του και να εγγραφεί στο μυστηριώδες Ινστιτούτο Benjamenta, μια σχολή που εκπαιδεύει αποκλειστικά υπηρέτες. Ωστόσο, η εκπαίδευση που παρέχεται εκεί δεν αφορά πρακτικές δεξιότητες αλλά την ίδια την τέχνη της υπακοής. Οι μαθητές μαθαίνουν να απαρνούνται τη βούλησή τους, να καταστέλλουν την ατομικότητά τους και να αποδέχονται μια ύπαρξη πλήρους υποταγής. Μέσα από αυτό το παράδοξο πλαίσιο η ταινία εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα ζητήματα γύρω από την ελευθερία, την ταυτότητα και τη σχέση του ανθρώπου με την εξουσία. Ο Jakob δεν παρουσιάζεται ως θύμα ενός καταπιεστικού συστήματος, αλλά ως κάποιος που αναζητά συνειδητά την απώλεια της ατομικότητάς του - μετατρέποντας την υποταγή σε υπαρξιακή επιλογή.
VUELTA y GIRO — Institute Benjamenta, or This Dream People Call...
Αυτό που καθιστά το Institute Benjamenta πραγματικά ξεχωριστό βέβαια, είναι η τεχνική του συγκρότηση. Οι αδελφοί Quay είχαν ήδη αποκτήσει διεθνή φήμη μέσα από τα πειραματικά stop-motion animation έργα τους και η εμπειρία αυτή διαπερνά κάθε πτυχή της ταινίας. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Nic Knowland πλυμμηρίζει τις εικόνες με βαθιές σκιές, απαλές φωτεινότητες και μια σχεδόν απτή υλικότητα που θυμίζει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό (αλλά και τις φωτογραφικές συνθέσεις του Josef Sudek, για όποιον γνωρίζει και εκτιμά το έργο του).
Κάθε γωνία του χώρου, κάθε επιφάνεια και κάθε αντικείμενο αποκτούν δική τους δραματουργική βαρύτητα, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ακόμη και οι τοίχοι κουβαλούν μνήμες από έναν ξεχασμένο κόσμο.

Η σκηνογραφία λειτουργεί ως οργανική προέκταση της ψυχολογίας των χαρακτήρων.
Το ίδιο το Ινστιτούτο δεν παρουσιάζεται ως πραγματικός τόπος αλλά ως ένας ενδιάμεσος χώρος μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οι αίθουσες μοιάζουν εγκαταλελειμμένες, τα έπιπλα φθαρμένα, οι διάδρομοι ατέρμονοι και οι λεπτομέρειες των σκηνικών αποπνέουν μια αίσθηση παρακμής που θυμίζει την τελευταία αναπνοή ενός πολιτισμού. Οι Quay αντιμετωπίζουν τα αντικείμενα σχεδόν ως ζωντανούς οργανισμούς. Ρολόγια, μηχανισμοί, κουρτίνες και καθημερινά αντικείμενα αποκτούν μια παράξενη παρουσία, χαρακτηριστικό που παραπέμπει ευθέως στις αισθητικές αναζητήσεις του Τσέχου σουρεαλιστή Jan Švankmajer (Alice), μιας από τις σημαντικότερες επιρροές τους.
image

Εξίσου καθοριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταινία χρησιμοποιεί τον ήχο. Αντί να βασίζεται στον διάλογο, επενδύει σε ένα εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο ηχοτρόπιο. Ψίθυροι, βήματα, τριξίματα ξύλων και ανεπαίσθητοι μηχανικοί ήχοι αποκτούν σχεδόν μουσική λειτουργία. Η μουσική του Lech Jankowski δεν κατευθύνει συναισθηματικά τον θεατή αλλά λειτουργεί σαν ομίχλη που καλύπτει τις εικόνες, ενισχύοντας την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε έναν χώρο όπου οι νόμοι της πραγματικότητας έχουν ανασταλεί. Το μοντάζ ακολουθεί την ίδια λογική. Οι χρονικές και χωρικές σχέσεις παραμένουν ασαφείς, οι σκηνές συνδέονται συνειρμικά και η αφήγηση μοιάζει να ακολουθεί τη δομή ενός ονείρου περισσότερο παρά ενός σεναρίου.

Σε θεματικό επίπεδο, το έργο συνομιλεί με μια ολόκληρη παράδοση κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Η σκιά του Franz Kafka είναι εμφανής στην αίσθηση γραφειοκρατικής παραδοξότητας που διαπερνά το Ινστιτούτο, ενώ η εμμονή με την παρακμή και την εξαΰλωση του εαυτού θυμίζει έντονα το έργο του Bruno Schulz. Παράλληλα, η ταινία λειτουργεί και ως μια μακρινή αλληγορία για το τέλος ενός κόσμου: το Ινστιτούτο Benjamenta μοιάζει με απομεινάρι μιας Ευρώπης που αργοσβήνει, εγκλωβισμένης σε ξεπερασμένες κοινωνικές δομές και τελετουργίες. Οι χαρακτήρες μοιάζουν να κινούνται μέσα σε ένα πολιτισμικό λυκόφως, ανίκανοι να προχωρήσουν προς το μέλλον αλλά και ανίκανοι να επιστρέψουν στο παρελθόν.

Η σημασία της ταινίας για το ανεξάρτητο σινεμά είναι ιδιαίτερα μεγάλη, παρά την περιορισμένη της αναγνωρισιμότητα στο ευρύ κοινό. Σε μια εποχή κατά την οποία ο ανεξάρτητος κινηματογράφος στρεφόταν συχνά προς τον κοινωνικό ρεαλισμό ή τις προσωπικές αφηγήσεις, οι Quay επέλεξαν να δημιουργήσουν ένα έργο βαθιά ποιητικό ( σχεδόν αντι-αφηγηματικό). Το Institute Benjamenta αποδεικνύειμε τη σειρά του ότι ο κινηματογράφος μπορεί να λειτουργήσει ως αυτόνομη εικαστική γλώσσα (ισότιμη με τη ζωγραφική, τη μουσική και τη λογοτεχνία). Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία απέκτησε με τα χρόνια έντονη cult φήμη ανάμεσα σε σκηνοθέτες, θεωρητικούς του κινηματογράφου και λάτρεις του πειραματικού σινεμά.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι πρόκειται για τη μοναδική μεγάλου μήκους live-action ταινία των αδελφών Quay, γεγονός που της προσδίδει μια ιδιαίτερη θέση μέσα στη φιλμογραφία τους. Η ερμηνεία του Mark Rylance, πολλά χρόνια πριν από τη διεθνή του καταξίωση (Oscar Β’ Ανδρικού πολλές δεκαετίες μετά, στο Bridge of Spies νομίζω), αποτελεί ένα ακόμη αξιοσημείωτο στοιχείο, καθώς κατορθώνει να αποδώσει τον Jakob ως μια μορφή που ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στην αθωότητα και την υπαρξιακή αγωνία.

Τελικά, το Institute Benjamenta, or This Dream People Call Human Life αρνείται να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, επιλέγοντας αντ’ αυτού να παρασύρει τον θεατή σε μια ονειρική διάσταση όπου η πραγματικότητα, η μνήμη και η επιθυμία συγχέονται αδιάκοπα, αφήνοντας πίσω τους την αίσθηση ενός αινίγματος (που δεν χρειάζεται ποτέ να λυθεί για να γίνει βαθιά συναρπαστικό).

image

14 Likes

φρέσκο πράμα

Over Your Dead Body - Amazon tv - 2026

To βάλαμε λόγω του πρωταγωνιστικού διδύμου. Ξεκινάει ως μαύρη κωμωδία για ένα ζευγάρι με γάμο σε αποσύνθεση, και εξελισσεται σε Coen-ικο πανηγύρι αίματος, με αρκετά γλαφυρές σκηνές.

Περάσαμε ωραία, γελάσαμε, σιχαθήκαμε, Σαμαρα Γουίβινγκ.

Σκεφτόμουν πόσο, την καριέρα που έχει κανει ο Segel, δεν την κάνουν πιθανότατα όλοι οι άλλοι μαζί, απο το how I met…

1 Like

Round 2 - ελπίζω να υπάρξει και round 3, αν και δεν με βλέπω λόγω φόρτου:

Daisies (Sedmikrásky, 1966)
image

Το Τσεχικό Daisies (Sedmikrásky, 1966) της Věra Chytilová είναι μία από τις pivotal του Τσεχικού Νέου Κύματος – αλλά είναι και κατ’ εμέ προσωπικά, ένα από τα πιο ανατρεπτικά, απρόβλεπτα και αισθητικά ριζοσπαστικά έργα που γυρίστηκαν ποτέ στην Ευρώπη της δεκαετίας του 1960.
Δύο νεαρές γυναίκες αποφασίζουν ότι εφόσον ο κόσμος είναι διεφθαρμένος, δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμπεριφέρονται ηθικά – νέτα σκέτα. Ξεκινούν λοιπόν μια πορεία αμφισβήτησης κάθε κοινωνικής νόρμας, με την αφήγηση πολύ γρήγορα να εγκαταλείπει οποιαδήποτε συμβατική δραματουργική λογική και να μετατρέπει την ιστορία τους σε μια αλληλουχία επεισοδίων, εικόνων και κινηματογραφικών πειραμάτων - όπου το όποιο της νόημα γεννιέται μέσα από τη σύγκρουση μορφών και όχι μέσα από την εξέλιξη της πλοκής.

Sedmikrasky Daisies 1966 GIF - Sedmikrasky Daisies 1966 Beautiful - Discover & Share GIFs

Οι δύο ηρωίδες αρνούνται διαρκώς να λειτουργήσουν ως «θετικά πρότυπα» ή ως σύμβολα χειραφέτησης (με τη συμβατική έννοια). Είναι πηγαία (και αναπολογητικά) ιδιότροπες, αρκετά εγωκεντρικές και οριακά απωθητικές για τον μέσο θεατή - η Chytilová απορρίπτει διαρκώς την ανάγκη οι γυναικείοι της χαρακτήρες να είναι συμπαθείς ή ηθικά ανώτερες, ώστε να δικαιούνται χώρο στην οθόνη, με τη γενικότερη συμπεριφορά τους είναι μια συνεχόμενη άρνηση κάθε κοινωνικού ρόλου που προσπαθεί να τους επιβληθεί.

Η Chytilová αντιμετωπίζει τον ίδιο τον κινηματογράφο ως ένα πεδίο διαρκούς αποδόμησης. Είναι σαφές από την αρχή ότι δεν ενδιαφέρεται να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της ρεαλιστικής αναπαράστασης (ούτε και κάποια φόρμα συμβατικής πλοκής): τα χρώματα της ταινίας αλλάζουν αιφνίδια (το φιλμ μεταπηδά από το ασπρόμαυρο στο έγχρωμο και αντίστροφα) οι σκηνές διασπώνται σε κολλάζ, οι εικόνες κόβονται (κυριολεκτικά) σε κομμάτια και επανασυντίθενται κτλ. Το μοντάζ (του Jaroslav Kučera, ο οποίος υπήρξε και διευθυντής φωτογραφίας και αξίζει να γίνει μια αναφορά στο όνομά του) παραμένει ένα από τα πιο τολμηρά επιτεύγματα της ταινίας, καθώς καταφέρνει να μην λειτουργήσει ως ένα απλό πρωτογενές μέσο σύνδεσης σεκάνς – αλλά πλήρως συνειδητοποιημένα ως ένας (άκρως) επιθετικός μηχανισμός αποσταθεροποίησης του ίδιου του θεατή (κάθε φορά πχ. που πιστεύει πως θα αποκτήσει ένα σημείο αναφοράς, η ταινία αλλάζει μορφή και τον αναγκάζει να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση του με την εικόνα).

movie gifs — DAISIES (Sedmikrásky) 1966 | dir. Věra Chytilová

Η φωτογραφία του Kučera είναι εξίσου καθοριστική για τη ταινία: σε αντίθεση με τον συνηθισμένο ρεαλισμό του ευρωπαϊκού κινηματογράφου της εποχής, το Daisies επιλέγει μια έκρηξη χρωμάτων που μοιάζει σχεδόν ψυχεδελική. Οι αποχρώσεις μεταβάλλονται απότομα όπως είπα παραπάνω, τα φίλτρα αλλοιώνουν την αντίληψη του χώρου και οι εικόνες αποκτούν μια τεχνητή, σχεδόν ζωγραφική διάσταση. Σουρεαλισμός, pop art, Hannah Höch και ντανταϊσμός και η λίστα με αναφορές ή επιρροές που μπορεί να εντοπίσει το μάτι είναι ατελείωτη. Παράλληλα όμως, η Chytilová δεν μιμείται κανένα καλλιτεχνικό ρεύμα - αλλά αντιθέτως, τα αφομοιώνει όλα οργανικά σε μια απολύτως προσωπική κινηματογραφική γλώσσα.

Κατά τα άλλα, το Τσεχικό Νέο Κύμα είχε ήδη αρχίσει να αμφισβητεί τις κυρίαρχες αισθητικές και ιδεολογικές νόρμες της περιόδου, με δημιουργούς όπως ο Miloš Forman, ο Jiří Menzel και ο Jan Němec να διαμορφώνουν ένα από τα πιο δημιουργικά κινήματα στην ιστορία του σύγχρονου ευρωπαϊκού σινεμά – και αξίζει btw να ψάξει κανείς κάποια key έργα από τη φιλμογραφία τους, εάν θέλει να δει κάτι πραγματικά καινοτόμο και ριζοσπαστικό από το σινεμά του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτό το εξαιρετικά προοδευτικό περιβάλλον, το Daisies φαίνεται ακραίο - η Chytilová δεν ασκούσε συνολικά απλώς κριτική σε ένα πολιτικό σύστημα, αλλά αμφισβητούσε διαρκώς κάθε μορφή εξουσίας, τάξης και «κανονικότητας».

Sedmikrasky Daisies 1966 GIF - Sedmikrasky Daisies 1966 Drinking - Discover & Share GIFs

Η σημασία της ταινίας τεσπά στην ιστορία του ανεξάρτητου και πειραματικού κινηματογράφου είναι τεράστια. Η επιρροή της μπορεί να εντοπιστεί σε δημιουργούς όπως τους Derek Jarman, ο Peter Greenaway, η Sally Potter, η Céline Sciamma και ακόμη και πιο συμβατικούς σκηνοθέτες της σύγχρονης pop αισθητικής, όπως η Sofia Coppola (κοινώς δημιουργούς παντελώς άσχετους μεταξύ τους τις περισσότερες φορές). Αυτό που κάνει το έργο πραγματικά αθάνατο για εμένα, είναι ότι αρνείται (πεισματικά) να αποκτήσει ένα και μοναδικό ας-το-πούμε-νόημα: είναι ταυτόχρονα μια οξεία πολιτική σάτιρα, ένα πολύ ενδιαφέρον αισθητικό πείραμα, ένα φεμινιστικό μανιφέστο, μια ντανταϊστική performance art και ένα φιλοσοφικό παιχνίδι πάνω στην έννοια της ελευθερίας.

Claire’s Knee (Le Genou de Claire, 1970)

Από όλες τις ταινίες του Éric Rohmer, το (πολύ καλοκαιρινό) Claire’s Knee θεωρείται συχνά η πιο προσβάσιμη - αλλά μάλλον και η πιο παρεξηγημένη. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει με μια ανάλαφρη καλοκαιρινή ιστορία γύρω από έναν μεσήλικα άνδρα που αναπτύσσει μια εμμονή με το γόνατο μιας νεαρής κοπέλας (τι πιο σύνηθες να συμβεί το καλοκαίρι, θα έλεγε κανείς). Κάτω όμως από αυτή την εκ πρώτης όψεως παράδοξη αφετηρία κρύβεται ένα από τα πιο σύνθετα έργα γύρω από τη φύση της επιθυμίας, τη σχέση ανάμεσα στην ηθική και τη φαντασίωση, αλλά και την ίδια τη λειτουργία του κινηματογραφικού βλέμματος.
Anyone For Tennis? – The Top 10 Cinema Racquets
Η ταινία αρχικά, αποτελεί το πέμπτο μέρος του κύκλου των «Έξι Ηθικών Ιστοριών» (Six Contes Moraux), της σειράς έργων δηλαδή που καθιέρωσε τον Rohmer ως μία από τις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής Nouvelle Vague. Σε αντίθεση με τον Godard ή τον Truffaut, ο Rohmer δεν ενδιαφερόταν για τις πολιτικές αναταράξεις ή τις διάφορες φιλμικές «επαναστάσεις» της εποχής, αλλά το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι δικαιολογούν τις επιθυμίες τους - τον λόγο.

Ο Jérôme λοιπόν εδώ, ένας διπλωμάτης γύρω στα 35, βρίσκεται σε διακοπές στις όχθες της λίμνης Annecy λίγο πριν από τον γάμο του. Εκεί συναντά την παλιά του φίλη Aurora, (μια συγγραφέα που λειτουργεί σχεδόν ως σκηνοθετικό alter ego του Rohmer) και γνωρίζει δύο έφηβες αδελφές, τη Laura και την Claire. Σταδιακά αναπτύσσει μια ιδιότυπη εμμονή με την Claire, όχι με την ίδια ως πρόσωπο αλλά με ένα συγκεκριμένο μέρος του σώματός της: το γόνατό της.
Claire's Knee (1970) Dir. Éric Rohmer DoP. Néstor Almendros : r/CineShots

Η περίφημη αυτή εμμονή έχει γίνει αντικείμενο αμέτρητων κινηματογραφικών αναλύσεων – που αξίζει κανείς να ψάξει γενικότερα, για να μην γράφω μέχρι αύριο. Ο Rohmer, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται για το φετιχιστικό στοιχείο καθαυτό, καθώς το «γόνατο» λειτουργεί ως σύμβολο μιας επιθυμίας που πρέπει να παραμείνει περιορισμένη, ελεγχόμενη και ανολοκλήρωτη: Ο Jérôme δεν επιδιώκει πραγματικά να κατακτήσει την Claire, καθώς σταδιακά αποκαλύπτετε που τον γοητεύει είναι η ίδια η διαδικασία της επιθυμίας, η απόσταση ανάμεσα στο αντικείμενο και στον πόθο.

Αυτή ακριβώς η «απόσταση» αποτελεί και τον πυρήνα του ευρύτερου κινηματογράφου του Rohmer: oι ήρωές του σπάνια δρουν αλλά αντιθέτως μιλούν ασταμάτητα για τις πιθανότητες της δράσης. Οι χαρακτήρες στη ταινία αναλύουν τα συναισθήματά τους με τέτοια λεπτομέρεια ώστε η ίδια η σκέψη μετατρέπεται σταδιακά σε δραματική πράξη, καθώς οι ίδιοι οι διάλογοι της ταινίας έχουν μια σχεδόν “μουσική ποιότητα” - με τον Rohmer να κινηματογραφεί τις συζητήσεις όπως άλλοι σκηνοθέτες κινηματογραφούν πχ. σκηνές δράσης.

Η όλη ταινία αποτελεί υπόδειγμα μινιμαλιστικής σκηνοθεσίας, με τη κάμερα κινείται ελάχιστα και τα πλάνα είναι καθαρά και διακριτικά, ενώ το μοντάζ αποφεύγει κάθε ίχνος εντυπωσιασμού και επιδειξιμανίας. Από τα πιο δυνατά aspects επίσης του έργου είναι η ακρίβεια της πλανοσύνθεσης. Ο Néstor Almendros, ένας από τους σημαντικότερους διευθυντές φωτογραφίας της εποχής (και btw μετέπειτα συνεργάτης του Terrence Malick) δημιουργεί εικόνες φοβερής φυσικότητας, με το φως μοιάζει να μην έχει παρέμβει ποτέ τεχνητά πάνω στο τοπίο - καθώς ενώ οι όχθες της Annecy, τα καλοκαιρινά δέντρα και οι αντανακλάσεις της λίμνης αποκτούν μια σχεδόν ειδυλλιακή/ονειρική καθαρότητα.

Η γεωγραφία στις ταινίες του Rohmer λοιπόν, προφανώς δεν είναι ουδέτερη. Η ηρεμία της λίμνης πχ. αντανακλά την προσπάθεια του Jérôme να διατηρήσει τον έλεγχο των παρορμήσεών του (τα έχει πει αυτά και η δρ. Σίλβια του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον, για όσους ξέρουν) ενώ τα μονοπάτια, οι βεράντες και οι κήποι μετατρέπονται σε κάτι-σαν-πεδία διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην επιθυμία και την αυτοσυγκράτηση.
movie gifs — dailyworldcinema: Le Genou de Claire (1970)...
Το Claire’s Knee συνοπτικά, δεν είναι αρχικά μια ταινία για το γόνατο μιας γυναίκας :stuck_out_tongue: (όποιος έπαιξε εδώ, έχασε). Αν και λιγότερο εντυπωσιακό από τα έργα του Godard ή του Resnais, αποτελεί ίσως την πιο καθαρή έκφραση της ρομερικής φιλοσοφίας (επιρροές αυτής μπορεί να διακρίνει κανείς σε έργα των Richard Linklater, Hong Sang-soo, Joanna Hogg, Cristian Mungiu κτλ). Μέσα από αυτή την απλή αλλά βαθιά ιδέα, ο Rohmer καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έργο σπάνιας διαύγειας, απαράμιλλης κομψότητας/λεπτότητας και μια πολυσύνθετη ψυχαναλυτική θεώρηση σε αυτό που επιθυμούμε δεν είναι ποτέ το ίδιο το αντικείμενο αλλά η προβολή που έχουμε δημιουργήσει πάνω του. Το θεωρώ must για καλοκαιρινή προβολή οπουδήποτε!

The Reflecting Skin (1990)

Το The Reflecting Skin του Philip Ridley είναι αφενός μια από τις αγαπημένες μου ταινίες των 90ς (και μια ταινία που θυμάμαι να έχω πρωτοδεί σε αρκετά μικρή ηλικία - γιατί σκληρός καριόλης) και αφετέρου μία από τις πιο παράξενες, πιο υποτιμημένες και πιο βαθιά «ανησυχητικές» ταινίες που παρήγαγε ο αγγλόφωνος κινηματογράφος στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Παρότι συχνά διαβάζει κανείς πως ανήκει στην κατηγορία του ψυχολογικού τρόμου στην πραγματικότητα πρόκειται για κάτι θεωρώ αρκετά πιο σύνθετο: είναι ένα, τρόπο τινά «ποιητικό» παραμύθι American gothic τρόμου που δομείται πάνω σε μια κάπως εφιαλτική αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας -για να ολοκληρωθεί σταδιακά ως μία δηλητηριώδης αποδόμηση του αμερικανικού μύθου της «αθωότητας».

Η ιστορία εκτυλίσσεται στην αμερικανική ενδοχώρα των ‘50ς και ακολουθεί τον οκτάχρονο Seth, ένα αγόρι που μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον απομόνωσης, βίας και θρησκευτικών φοβιών. Μέσα από τη δική του οπτική, ο κόσμος μεταμορφώνεται σε έναν τόπο γεμάτο τέρατα, βαμπίρ, κατάρες και υπερφυσικές απειλές. Η απόμακρη χήρα γειτόνισσά του θεωρείται από τον ίδιο και τους συνομήλικους του πως είναι βρικόλακας και υπεύθυνη για την εξαφάνιση διαφόρων ατόμων της μικρής και κλειστής κοινωνίας που ζουν - ενώ η επιστροφή του μεγαλύτερου αδελφού του από τον πόλεμο φέρνει στην επιφάνεια ακόμη βαθύτερα τραύματα. Ωστόσο, καθώς εξελίσσεται η ταινία, γίνεται φανερό ότι το πραγματικό τέρας δεν είναι ποτέ κάτι το υπερφυσικό (με το οποίο θολώνει διαρκώς τα νερά η ταινία και μοιάζει να ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία) αλλά η ίδια η απτή ανθρώπινη πραγματικότητα.

Ο Philip Ridley, αντιμετωπίζει αρχικά την αφήγηση και το ύφος της, σαν μια σκοτεινή παιδική φαντασίωση. Ολόκληρη η ταινία είναι χτισμένη πάνω στη σύγκρουση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο ο Seth και σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει γύρω του - ένα κράμα Charles Laughton (The Night of the Hunter) David Lynch και Ray Bradbury υπό το (αρκετά ευαίσθητο) πρίσμα ενός Ευρωπαίου δημιουργού που παρατηρεί την αμερικανική μυθολογία από απόσταση.

PINNLAND EMPIRE: THE CINEMA OF PHILIP RIDLEY TOLD THROUGH (MOVING) IMAGES & STILLS

Η φωτογραφία του Dick Pope (σταθερός συνεργάτης του Mike Leigh μετέπειτα) είναι από τα highlights της ταινίας – που χρειαζόταν προφανώς ένα τέτοιο «όπλο» για να καταφέρει όσα υπόσχεται: τα αχανή χρυσαφένια χωράφια των Big Plains του Idaho λούζονται σε ένα υπερβολικά (σχεδόν αφύσικα) όμορφο φως, ενώ η γενικότερη εικόνα μοιάζει με διαφημιστικό φυλλάδιο της μεταπολεμικής αμερικανικής ευημερίας. Η Αμερική του The Reflecting Skin θυμίζει πίνακες του Andrew Wyeth ή του Grant Wood που έχουν μολυνθεί από έναν εφιάλτη που παραμονεύει στις σκιές, καθώς τα σπίτια, οι σιταποθήκες και οι ατέλειωτοι ορίζοντες δεν προσφέρουν επουδενί ασφάλεια μέσα στη λαμπρότητά τους - αντίθετα, μοιάζουν διαρκώς με κάτι σαν σκηνικό μιας πρώιμης Αποκάλυψης. Ο Ridley χρησιμοποιεί βέβαια το χρώμα αρκετά (και υπόγεια) ειρωνικά, καθώς κάτι σάπιο δείχνει διαρκώς να παραμονεύει πίσω από την μεγάλη (ολοφώτεινη) εικόνα.

Θεματικά, η ταινία εξερευνά την απώλεια της αθωότητας - ένα coming to age story πρακτικά. Ο Seth προσπαθεί να ερμηνεύσει έναν κόσμο που δεν κατανοεί και επειδή αδυνατεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μεταφράζει τα πάντα σε παραμύθια τρόμου. Οι φόβοι του αποκτούν έτσι γρήγορα μια μυθολογική διάσταση, με την τραγική ειρωνεία να είναι ότι η πραγματικότητα σταδιακά αποδεικνύεται πολύ χειρότερη από τις όποιες φαντασιώσεις του.
Η ταινία λειτουργεί επίσης ως ένα αρκετά αιχμηρό σχόλιο πάνω στη μεταπολεμική Αμερική και την ψυχολογική καταπίεση που θα στοιχειώσει για μια ολόκληρη δεκαετία τους Αμερικάνους (θρησκεία, σεξουαλική ενοχή, βία κτλ πριν έρθουν τα ταραχώδη 70s της αμφισβήτησης)

Από τις πρώτες «μεγάλες» εδώ για τον νεαρό τότε Viggo Mortensen btw, ως τον μεγαλύτερο αδερφό του Seth – υποδύεται έναν κομβικό για τη δραματουργία χαρακτήρα, ο οποίος σαν να ενσαρκώνει το τραύμα της γενιάς, που επέστρεψε από τη βία του πολέμου χωρίς να μπορεί πλέον να ενταχθεί στην κανονικότητα… κάτι σαν μια γέφυρα ανάμεσα στην παιδική αθωότητα και τη φρίκη του ενήλικου κόσμου.

Cult (και διχαστικό εν τη γενέσει) The Reflecting Skin συνοπτικά δεν είναι μια ταινία τρόμου με τη συμβατική έννοια, αλλά ένας κινηματογραφικός εφιάλτης για τα τέρατα που φοβόμασταν ως παιδιά και που δεν ήταν ποτέ στην πραγματικότητα τα πραγματικά τέρατα. Το προτείνω ανεπιφύλακτα - το έχω σε dvd αλλά θυμάμαι πως το είχα δει και στη ταινιοθήκη του cinobo - ειδικά τώρα το καλοκαιράκι, για καμιά προβολή σε καμιά βεράντα βραδάκι.

Project Hail Mary (2026)

Λοιπόν, αν και ελάχιστα ψημένος (καθότι δεν γνώριζα περί τίνος πρόκειται ούτε είχα δει trailer και δεν ήμουν σε mood γενικότερα) το Project Hail Mary των Phil Lord και Christopher Miller (Lego Movies και Spiderverse) υπήρξε μια αρκετά ευχάριστη έκπληξη για το βράδυ της Κυριακής μου – και παρά τα θέματά του, προσωπικά πέρασα μια χαρά και μου άφησε ένα μικρό συναίσθημα παλιάς καλής Spielberg-ίλας, που είχα να νιώσω καιρό…. Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Andy Weir (δημιουργού του The Martian, κάτι που είναι ηλίου φαεινότερο αν δει κανείς και αυτή τη ταινία) και ξανά, όπως και στο έργο του Scott, στο σενάριο ο Drew Goddard, το έργο ακολουθεί τον Ryland Grace, έναν καθηγητή φυσικών επιστημών που ξυπνά μόνος μέσα σε ένα διαστημόπλοιο, χωρίς να θυμάται ποιος είναι και γιατί βρίσκεται εκεί. Καθώς οι αναμνήσεις του επιστρέφουν σταδιακά, αποκαλύπτεται ότι έχει αναλάβει μια αποστολή κυριολεκτικά κοσμοϊστορικής σημασίας: να βρει τρόπο να σταματήσει μια κοσμική απειλή που οδηγεί τον Ήλιο και άλλα αστέρια σε σταδιακή εξασθένηση.
Project Hail Mary GIFs on GIPHY - Be Animated
Σε 2 παράλληλα time zones (ένα στο παρόν και ένα στο παρελθόν) παρακολουθούμε από τη μία τη μοναχική επιβίωση του Grace στο διάστημα και από την άλλη την αναδρομή που εξηγεί πώς η ανθρωπότητα (και ο ίδιος) οδηγήθηκε σε αυτή την ύστατη αποστολή. Όλο αυτό επιτρέπει στους δημιουργούς να ισορροπήσουν αρκετά ανάμεσα στο μυστήριο και τη συναισθηματική ανάπτυξη του χαρακτήρα – ταυτόχρονα όμως κάνουν να πλατειάσει αρκετά την ταινία, καθώς σε αρκετές στιγμές να με έκανε να αναρωτιέμαι γιατί έχω δει 45 λεπτά και νιώθω πως βλέπω ήδη 2 ώρες.

Το μεγάλο επίτευγμα της ταινίας πάντως, για να βγει από τη μέση, είναι ότι κατορθώνει να μετατρέψει επιστημονικές διαδικασίες και τεχνικά ζητήματα να μοιάζουν να έχουν μια ρεαλιστική βάση και όλο αυτό να μετουσιωθεί σε κινηματογραφικό δράμα - όπως και στο The Martian, η επίλυση διαφόρων ongoing προβλημάτων στο ταξίδι του Grace, δεν αποτελεί απλώς υπόβαθρο της δράσης αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της. Κάθε ανακάλυψη, κάθε πείραμα και κάθε λογικό συμπέρασμα αποκτά ένα ειδικό δραματικό βάρος και η επιστήμη γενικότερα δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη γνώση αλλά υποκαθιστά σχεδόν τα πραγματικά stakes της ταινίας – ως η πραγματική (ανθρώπινη) περιπέτεια.

Η σκηνοθεσία των Lord και Miller είναι αρκετά ώριμη, με φοβερή αυτοσυγκράτηση στο να μην γίνει τσίρκο η φάση. Το χιούμορ είναι αρκετά εύστοχο, η ατμόσφαιρα αρκούντως feelgood και το γενικότερο θέαμα είναι εντυπωσιακό χωρίς να καταφεύγει σε αδιάκοπο βομβαρδισμό ειδικών εφέ, με τις σκηνές στο διάστημα χαρακτηρίζονται από καθαρότητα και διαύγεια (επιτέλους) γεωμετρική ακρίβεια και μια αίσθηση απομόνωσης που θυμίζει περισσότερο 2001: A Space Odyssey ή το Moon παρά τα συνηθισμένα blockbusters.
Project Hail Mary. The answer is Project Hail Mary.
Ο Ryan Gosling νομίζω πλέον πως είναι movie seller για εμένα – χωρίς να είναι επουδενί κάποιο τέρας υποκριτικής, έχει ένα φοβερό «ούμφ» που λέει και η Βικάρα για χαρακτήρες είτε κατεστραμμένους, είτε nerds, είτε μπουνταλάδες και αλαφροΐσκιωτους, οι οποίοι γίνονται αυτομάτως συμπαθείς (εδώ το δεύτερο) και παράλληλα μπορούν να βγάλουν και αβίαστη κωμωδία. Εδώ υποδύεται έναν άνθρωπο γεμάτος αμφιβολίες, φόβους και αδυναμίες, που η σταδιακή του (πετυχημένη) μεταμόρφωσή από έναν απλό εκπαιδευτικό σε πρόσωπο που αναλαμβάνει το βάρος της ανθρωπότητας αποτελεί και τον συναισθηματικό άξονα της ταινίας.

Η πραγματική καρδιά του έργου βρίσκεται βέβαια στη σχέση του με μια εξωγήινη οντότητα που συναντά κατά τη διάρκεια της αποστολής – όπου και η ταινία εγκαταλείπει ελαφρώς (πολύ ελαφρώς όμως) το Martian κομμάτι της για να πάει σε μια πιο ΕΤ κατεύθυνση. Η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσά τους, αν και ελαφρώς προφανής σε τελική κατάληξη ή χωρίς μεγάλες εκπλήξεις, είναι μια από τις πιο ευρηματικές (και συγκινητικές θα έλεγα επίσης, για το genre και το είδος σινεμά αυτό ας πούμε) απεικονίσεις… διαστρικής ας πούμε επικοινωνίας, που μπορώ να θυμηθώ πρόσφατα στη μεγάλη οθόνη. Βγάζει πηγαίο και οργανικό συναίσθημα, καλή κωμωδία, καθώς η χημεία μεταξύ των δυο χαρακτήρων (με τρελό εύσημο στον μαριονετίστα James Ortiz, ο οποίος μαζί με την ομάδα του χειρίζεται αποκλειστικά την εξωγήινη αυτή οντότητα και κάνει τόσο καλή δουλειά, που η παραγωγή της ταινίας σκοπεύει λέει να τον προμοτάρει για τα επόμενα Oscars στο κομμάτι του Β’ Ανδρικού Ρόλου) είναι φοβερά spot on.
Project Hail Mary GIFs on GIPHY - Be Animated
Όπως είπα βέβαια πριν, η ταινία (2,5 ώρες) είναι μεγάλη και ενώ σου αφήνει την αίσθηση πως ότι βλέπεις υπάρχει λόγος που το βλέπεις, θα ωφελούνταν από ένα μισάωρο κόψιμο στο μοντάζ – ή μια-δυο έξτρα τσαχνπινιές στο σενάριο, καθώς μετά την γνωριμία Grace και εξωγήινης οντότητας, το όλο story πάει χωρίς πολλές εκπλήξεις μέχρι τέλους (με την τελική σκηνή να παίζει στα όρια, αν και εμένα με κέρδισε μιας και κατεξοχήν μοναχικός άνθρωπος και δη έχοντας μια ροπή προς το πιο παιδικό παρά το πιο ενήλικο θέαμα σε τέτοιες ταινίες)

Τεσπά, χρονδρικά αυτό που εν τέλει με κέρδισε στο Project Hail Mary παρά τα θέματά του, είναι ο βαθιά και πηγαία αληθινός ανθρωπιστικός του χαρακτήρας. Πολύ κοντά σε ταινίες σαν τα Martian, Contact, Arrival, Close Encounters of the Third Kind και ET ήταν μάλλον το είδος επιστημονικής φαντασίας που είχα τελικά ανάγκη αυτή τη περίοδο – και ας μην το ήξερα εξαρχής.

Hamlet (1964)

Είδα λοιπόν το Hamnet παραπάνω – λέω, τι πιο σύνηθες να δω τώρα και έναν Hamlet στο σινεμά. Ανάμεσα στις αμέτρητες κινηματογραφικές μεταφορές του Hamlet, από τον Laurence Olivier μέχρι τον Kenneth Branagh (…) και το teaser του Arnold Schwarzenegger στο Last Action Hero, η σοβιετική εκδοχή του Grigori Kozintsev παραμένει ίσως η πιο επιβλητική και η πιο πολιτικά αιχμηρή (και ίσως η πιο κοντινή στο πνεύμα του ίδιου του Σαίξπηρ; Ερώτημα).
If you haven't watched Kozintsev's Hamlet (1964), you're missing out on a terrific movie. Shakespeare movies can be awfully... – @moviehole on Tumblr
Γυρισμένο το 1964 (σε μια περίοδο σχετικής πολιτιστικής αποσυμπίεσης στην Σοβιετική Ένωση) το φιλμ δεν αντιμετωπίζει τον Hamlet αρχικά ως μια «ψυχολογική μελέτη ενός βασανισμένου ατόμου» - αλλά ως μια τραγωδία πάνω στην εξουσία. Εκεί όπου ο Olivier πχ. είχε εστιάσει στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα και ο Branagh στην γενικότερη πληρότητα του κειμένου (άμπαλος alert :stuck_out_tongue: ) ο Kozintsev αναζητά στην δική του εκδοχή τον πολιτικό και κοινωνικό πυρήνα του έργου - μετατρέποντας το κάστρο του Kronborg σε μια αλληγορία ενός κόσμου που σαπίζει κάτω από το βάρος μιας αυταρχικής εξουσίας.

Ο Kozintsev δεν ήταν ένας συνηθισμένος σκηνοθέτης βέβαια - είχε ήδη διανύσει μια μακρά πορεία στον σοβιετικό κινηματογράφο, από τις πρωτοποριακές ημέρες του κινήματος FEKS (Factory of the Eccentric Actor) ενώ είχε επίσης αφιερώσει και δεκαετίες στη μελέτη του Σαίξπηρ - θεωρώντας ότι τα έργα του Άγγλου δραματουργού μπορούσαν να μιλήσουν με μοναδική δύναμη για τη σχέση του ατόμου με την εξουσία.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται σαφές ότι ο ίδιος ο χώρος θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αφήγηση. Η φωτογραφία του Jonas Gricius (μία από τις πιο εντυπωσιακές ασπρόμαυρες εργασίες της δεκαετίας του ‘60) μετατρέπει το Kronborg σε έναν τόπο πέτρας, ανέμου και σκιών. Οι τεράστιοι τοίχοι, οι βαριές πύλες και οι σκοτεινοί διάδρομοι δεν λειτουργούν απλώς ως σκηνικό αλλά ως μια (υλική) έκφραση καταπίεσης. Σε αντίθεση με πολλές θεατρικές μεταφορές του Σαίξπηρ, όπου οι χώροι παραμένουν συμβολικοί ή αφηρημένοι, ο Kozintsev δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη φυσικότητα του περιβάλλοντος – με τη θάλασσα, τον άνεμος, τις διάφορες γέφυρες ή τις αυλές να αποκτούν σχεδόν ισότιμο δραματουργικό ρόλο με τους χαρακτήρες.

Ο Hamlet εδώ δεν είναι ένας εσωστρεφής διανοούμενος, αλλά ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τη διαφθορά του κόσμου γύρω του και προσπαθεί να αντιδράσει απέναντί της. Η περίφημη μελαγχολία του δεν παρουσιάζεται ως μια πχ. προσωπική νεύρωση, αλλά ως φυσιολογική αντίδραση σε ένα καθεστώς ψεύδους και βίας. Ο χαρακτήρας μοιάζει λιγότερο με τραγικό ονειροπόλο και περισσότερο με άνθρωπο που αδυνατεί να συμβιβαστεί με την παρακμή που τον περιβάλλει.

Η μουσική του Dmitri Shostakovich (με βαριές συμφωνικές συνθέσεις, χάλκινα πνευστά και δραματικές κορυφώσεις) δημιουργούν μια αίσθηση αναπόφευκτης ιστορικής τραγωδίας, ενώ συνολικά λειτουργεί σχεδόν σαν δεύτερος αφηγητής – σαν κάτι που σχολιάζει τα γεγονότα με τρόπο που υπερβαίνει τον απλό, καθομιλούμενο λόγο.

Η σκηνοθεσία του Kozintsev διακρίνεται συνολικά από εξαιρετική πειθαρχία. Αντί να επιχειρεί εντυπωσιακές κινήσεις κάμερας ή φορμαλιστικά πειράματα, επιλέγει μια αυστηρή, σχεδόν κλασική κινηματογραφική γλώσσα. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενική απλότητα κρύβεται ένας εξαιρετικά προσεκτικός έλεγχος της εικόνας. Τα κάδρα του οργανώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύουν συνεχώς τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των χαρακτήρων (με πχ. τις πόρτες, τα παράθυρα, τα κάγκελα και τους διαδρόμους να επανέρχονται διαρκώς ως οπτικά μοτίβα εγκλεισμού).

Παρότι ο Kozintsev απέφευγε προφανώς τις υπερβολικά άμεσες αναφορές στη σοβιετική πραγματικότητα, είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς τις συνδέσεις ανάμεσα στο έργο και την πραγματικότητα της εποχής. Ο Κλαύδιος πχ. δεν παρουσιάζεται απλώς ως σφετεριστής του θρόνου αλλά ως η ενσάρκωση ενός συστήματος εξουσίας που βασίζεται στον φόβο, την επιτήρηση και την παραπλάνηση. Ολόκληρη η αυλή μοιάζει να λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου, όπου η ειλικρίνεια καθίσταται αδύνατη και η αλήθεια επικίνδυνη.
Hamlet at Elsinore (TV)
Η Οφηλία από την άλλη δεν είναι ένα «θύμα ρομαντικής απογοήτευσης» επίσης, αλλά ως ένα ακόμη θύμα ενός διεφθαρμένου συστήματος, με την τραγική της κατάληξη όχι ένα (αποκλειστικό anyway) αποτέλεσμα προσωπικής δυστυχίας αλλά αποτέλεσμα της αδυναμίας της να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινη σχέση έχει διαβρωθεί από την πολιτική σκοπιμότητα.

Αυτό που καθιστά το Hamlet του Kozintsev τόσο σπουδαίο τεσπά, είναι ότι κατορθώνει να αναδείξει τη διαχρονικότητα του Σαίξπηρ χωρίς να τον μουσειοποιεί – να τον αντιμετωπίζει σαν ένα “μη μου άπτου” λογοτεχνικό τοτέμ. Η ταινία μιλά για την εξουσία, τη διαφθορά, την ηθική ευθύνη και την αδυναμία του ατόμου να παραμείνει αμέτοχο μπροστά στην αδικία. Ταυτόχρονα, αξιοποιεί με υποδειγματικό τρόπο όλα τα εκφραστικά μέσα του τότε κινηματογράφου – εικόνα, ήχο, χώρο και ρυθμό – για να μετατρέψει μια κλασική τραγωδία σε ζωντανή κινηματογραφική εμπειρία. Δεν ξέρω αν είναι η καλύτερη διασκευή του έργου του Σαίξπηρ, σίγουρα όμως είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες και πιο ριζοσπαστικά φρέσκιες!

αυτά.
Consider It Done GIFs - Find & Share on GIPHY

13 Likes

Αντιπαρέρχομαι τις αυθαίρετες αντισοβιετικές νύξεις και καρδουλώνω :blush: γιατί ο σοβιετικός Άμλετ είναι ο καλύτερος που γυρίστηκε ποτέ, ω ναι

Και μάλιστα ο τζιτζιφιόγκος από πάνω δεν έκανε ούτε μία αναφορά στον πελώριο Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι, ο οποίος επίσης κατ’ εμέ έχει δώσει την κορυφαία έβερ ερμηνεία του Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας. Και αν είχε ανταγωνισμό ε. Πέρα από τον προφανέστατο Ολίβιε τον χαρακτήρα έχουν ενσαρκώσει κι άλλα ιερά τέρατα της υποκριτικής, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, αλλά και τον Ντέρεκ Τζάκομπι ο οποίος ήταν κι αυτός συγκλονιστικός Άμλετ σε μια παραγωγή του BBC. Αλλά Σμοκτουνόφσκι ftw!

2 Likes

Κάτι είχα γράψει αλλά το έσβησα μετά γιατί μου φάνηκε πως πλατειάζω :neutral_face:

Λιτος, δωρικος. Χαλασε το mouse wheel απο το scroll.

υπάρχει αυτό στο Netflix για όποιον ενδιαφέρεται

4 Likes