Οι συναυλίες του Dio ήταν τρεις εκείνον τον Νοέμβριο του 1993. Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Τέσσερα χρόνια πριν δεν βλέπαμε ούτε μία το τρίμηνο, ξαφνικά είχαμε τον Dio τρεις σερί μέρες σε απόσταση αναπνοής. Έλα όμως που (κάνω ότι) μαθαίνω γράμματα και πάω φροντιστήριο… Λεφτά φυσικά δεν παίζουν.
Πέμπτη απόγευμα, είμαι κέντρο για μάθημα (με ένα τετράδιο, για εμένα αρκούσε ώστε να συμπυκνώσω τη γνώση) και ξέρω ότι κάποιοι φίλοι θα πάνε στη συναυλία εκείνο το βράδυ. Εγώ έχω εισιτήριο για το Σάββατο (είχα να σπουδάσω ε; μην ξεχνιόμαστε). Κινητά δεν υπήρχαν φυσικά, όλα γίνονταν όμορφα και ρομαντικά.
Σκέφτομαι “δε γμτ, πάω στο Ρόδον, χαζεύω λίγο και βλέπουμε… Θα έρθουν κι οι άλλοι, ίσως μπω μαζί τους στο τσαμπέ”. Πράγματι πάω Μάρνη, φτάνω έξω από το Ρόδον. Κανείς απ’ έξω, κάνω κόζι στην ανοιχτή πλαϊνή πόρτα εισόδου για να δω τι γομάρια την προσέχουν και ποιος απ’ όλους θα με πετάξει κλωτσηδόν, αλλά κανείς δεν φαινόταν.
Πάω στην κεντρική πόρτα που ήταν κλειστή, βλέπω την αφίσα της συναυλίας, προσεκτικά ξεκολλάω τα σελοτέπια, την κάνω ρολό και ξεκινάω να πάω προς Πολυτεχνείο. Είχε κάτι τυροπιτάδικα παραπέρα, θα έπαιρνα ένα και θα σκότωνα την ώρα μου. Μόλις περνάω το πάρκινγκ δίπλα στο Ρόδον, εκεί όπου είναι κι η φωτό με τον Τζεφ απο πάνω, βλέπω γνώριμη φυσιογνωμία να περπατάει προς το venue.
Γωνία Μάρνη και Γ’ Σεπτεμβρίου, ο κοντός με έναν ακόμη από δίπλα του (προφανώς τον συνόδευε, εκτός αν ο Dio έμενε Βικτώρια ή Άγιο Παντελεήμονα) έρχετα προς εμένα. Νταξ δσξκκσψχφγηψχδ και τα έχω χάσει. Σαφώς τον σταματάω, προσέχω μην τον πατήσω επειδή ήταν σαν μυρμήγκι (πολύ κοντός ρε παίδες), ζητάω αυτόγραφο στο τζιν μπουφάν “των συναυλιών”, υπογράφει με μεγάλη ευγένεια και στην αφίσα και μπήκε μέσα από την πλαϊνή πόρτα (στο πάρκινγκ). Εκείνα τα χρόνια είχα πάντα μέαα στο τζιν μπουφάν “των συναυλιών” έναν ανεξίτηλο ασημί μαρκαδόρο. Κι αυτός “των συναυλιών”, ντε.
Είχα χάσει τον κόσμο. Πάω για τυροπιτοειδή, περιμένω με αγωνία τους άλλους να εμφανιστούν. Έρχονται μετά από δεν-θυμάμαι-πόση-ώρα, τα εξιστορώ, με λένε κωλόφαρδο (άγνωστο γιατί) και μου προτείνουν να μπούμε μαζί μέσα. Πέντε άτομα, τέσσερα εισιτήρια, άξιζε το ρίσκο. Περνάω σαν κύριος από μία τετράφυλλη ντουλάπα που με αγνόησε επιδεικτικά και νόμιζα ότι ζούσα σε ένα όνειρο.
Η υπογραφή κράτησε δεκαετίες, αλλά το μπουφάν έλιωσε, η αφίσα χάθηκε δυστυχώς. Μαζί κι ο κοντός. Κοντέ, λείπεις 
Την επόμενη μέρα (δεν το θυμόμουν, ο @toxikos μού το θύμισε) επιχειρήσαμε να πάμε στο Ρόδον μήπως μπούμε τσαμπέ και μας μετέφερε ένας πολύ καλός του φίλος με το αυτοκίνητο. Εμείς δεν μπήκαμε, ο φίλος του έφαγε ωραιότατη κλήση για αναστροφή στο Πολυτεχνείο. Η τύχη φαίνεται ότι είχε τελειώσει την προηγούμενη βραδιά. Ή είχα κλέψει και την τύχη του άλλου, δεν ξέρω ακριβώς…
Ε, το Σάββατο 6 Νοεμβρίου 1994 πήγα και σε μία συναυλία.



) σε ένα ιδιωτικό σχολείο εκεί κοντά στα σπίτια μας. Κάτι βλάκες γείτονες μας έδιωξαν γιατί και καλά κάναμε φασαρία και πήγαμε σε ένα κανονικό γηπεδάκι να παίξουμε. Θυμάμαι ότι μαλακωδώς τότε ήμασταν όλοι φανατισμένοι και εριστικοί, παίζαμε για να νικήσουμε, σαν μαλάκες. Ενώ ήμασταν όλοι γνωστοί και φίλοι μεταξύ μας, δεν παίζαμε με τίποτα αγνώστους. Στην ομάδα μας ήμασταν και λιγότεροι, οπότε και πιο φανατικοί. Σε κάποια φάση έγινε μια ψηλή μπαλιά, εγώ ήμουν τέρμα, οι δικοί μας ήταν μπροστά και ήρθε ένας αντίπαλος να επιτεθεί. Βγήκα εκτός περιοχής να διώξω με κεφαλιά, πήγε κι αυτός να πάρει κεφαλιά, ακούστηκε ένα “κρακ” και η μύτη μου πήγε 2-3 εκατοστά δεξιά. Παραδόξως, δεν πονούσα σχεδόν καθόλου και το αίμα ήταν λίγο. Η μύτη όμως, αλλού γι’ αλλού. Του αλλουνού άνοιξε το κεφάλι.


