Ενώ θα έλεγα ότι η τελευταία σου παράγραφος είναι άψογη και με γλαφυρό τρόπο ξεσκεπάζει τις τεχνητές αντιθέσεις «δημοκράτης-αντιδημοκράτης», «τρομοκράτης-σεβαστός πολιτικός», «εγκληματίας πολέμου-υποψήφιος για Νόμπελ ειρήνης» κλπ. που δημιουργούνται και αναδιαμορφώνονται ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης κάθε φορά, εκφράζω την ένστασή μου για την πρώτη σου παράγραφο που αναπαράγει μία σταθερή αφήγηση της αριστεράς (αλλά και ακροδεξιών συνωμοσιολογικών κύκλων) -και συγκεκριμένα της πατριωτικής/αντιιμπεριαλιαστικής/αντιαμερικανικής εκδοχής της: δηλαδή ότι οποιαδήποτε ταραχή/εξέγερση/επανάσταση ξεσπά σε κάποια χώρα («υπανάπτυκτη» συνήθως, αλλά όχι πάντα -βλέπε τις θεωρίες που θέλουν τα «Μαϊντάν»-«αντι-Μαϊντάν» στην Ουκρανία «φυτευτά»), δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα ενός κακόβουλου σχεδίου μία υπέρτερης δύναμης (συνήθως των Η.Π.Α., δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους) που θέλει να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση για δικό της όφελος.
Εγώ δεν αρνούμαι την υπαρκτή διάσταση της γεωπολιτικής, ούτε θα μπορούσα ποτέ να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν μυστικές υπηρεσίες, προβοκάτσιες κλπ. Είναι άλλο, όμως, να μελετάς και να προσπαθείς να κατανοήσεις το πώς ένα κράτος/δύναμη θα σπεύσει είτε να εκμεταλλευτεί, είτε να εμπλακεί λιγότερο ή περισσότερο άμεσα σε μία σύγκρουση που φαινομενικά δεν το αφορά ή δεν οφείλεται σε αυτό, και άλλο το να ανάγεις κάθε κίνηση της ιστορίας σε μία συνωμοσία της C.I.A. Ακόμα περισσότερο, επειδή αυτές οι προσεγγίσεις κατά κόρον κυριαρχούν όταν έχουμε να κάνουμε με εξεγέρσεις/αναταραχές σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, Αφρικής κλπ., δεν μπορώ να μη σημειώσω ότι στο μεδούλι τους κρύβουν κι έναν καλά καμουφλαρισμένο ρατσισμό, αφού αφαιρούν συστηματικά από τους πληθυσμούς αυτούς κάθε δυνατότητα αυτενέργειας, κάθε πιθανότητα να έχουν καταφέρει συλλογικά να ανατρέψουν δικτατορίες ή να επαναστατήσουν, παρουσιάζοντάς τους λίγο-πολύ ως μαριονέτες σ’ ένα παιχνίδι που σχεδιάζουν άλλοι. Ανεξάρτητα του βαθμού στον οποίον τελικά μπορεί να εμπλακεί (φανερά ή μη) μία «μεγάλη δύναμη», δεν παύει η κάθε εξέγερση/επανάσταση να εκφράζει πραγματικές ανάγκες, πραγματικά όνειρα, πραγματικών ανθρώπων. Κι αν θέλουμε για λίγο να βγάλουμε τα ιδεολογικά μας γυαλιά ώστε να μη βλέπουμε παντού την αστερόεσσα από πίσω, θα άξιζε καμιά φορά να στρέψουμε το βλέμμα μας στον λόγο των ίδιων των υποκειμένων, τα κείμενά τους, τις δηλώσεις τους, τις πράξεις τους, την εξέλιξή τους μέσα στα χρόνια. Απλά αυτό σημαίνει ότι θα βγούμε για λίγο από το comfort zone μας και τις σιγουριές μας -απαιτεί έναν κόπο παραπάνω.
Έχω ξανα-αντιπαραβάλλει (νομίζω) κάποια αντίστοιχα παραδείγματα που βρίσκονται πολύ-πολύ πιο κοντά στα βιώματά μας και άρα μπορούν να με βοηθήσουν να γίνω πιο κατανοητός: δε νομίζω ότι μπορεί να αρνηθεί κανείς την εμπλοκή του βρετανικού (αρχικά και κατά κύριο λόγο) και του αμερικάνικου (στο τέλος και σε μικρότερο μα κρίσιμο βαθμό) παράγοντα στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο του ’46-’49. Εμπλοκή που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε και την έκβαση αυτής της μάχης. Υπάρχει, όμως, κάποιος που πραγματικά να πιστεύει ότι αυτή η διαμάχη, με τόσες πολλές κοινωνικές επιπτώσεις στον ελλαδικό χώρο για τα επόμενα (τουλάχιστον) 50 χρόνια, ήταν απλά ένα «proxy war» των δύο υπερδυνάμεων της εποχής; Η έκταση της βίας που ξέσπασε, οι μακροχρόνιες αντιπαλότητες, το αίσθημα του δίκαιου και άδικου δεν οφείλονταν όλα σ’ έναν «μακρόσυρτο» εμφύλιο που είχε ξεκινήσει ήδη από την εποχή του Μεταξά (αν όχι του Βενιζέλου και του περίφημου «ιδιωνύμου»); Πόσες προεκτάσεις αυτού του ιστορικού φαινομένου θα έχανε, άραγε, κάποιος μακρινός μελετητής που θα το ανήγαγε απλά σ’ αποτέλεσμα σύγκρουσης σφαιρών επιρροής;
Αντίστοιχα, η επανάσταση του 1821 θα είχε ηττηθεί στρατιωτικά αν δε μεσολαβούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Γαλλία, Μεγ. Βρετανία). Οι ίδιες δυνάμεις, η κάθε μία ξεχωριστά, είχε τους δικούς τους λόγους να θέλει ένα κράτος-προτεκτοράτο στην περιοχή της Μεσογείου και ήδη από τα χρόνια της επανάστασης προσπαθούσε λίγο-πολύ να επηρεάσει τις αποφάσεις και τις κινήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων. Αυτός ο (υπαρκτός, υπαρκτότατος!) γεωπολιτικός παράγοντας αφαιρεί κάτι από την ίδια την αυτενέργεια και την ελεύθερη βούληση των διαφόρων υποκειμένων που εκείνα τα χρόνια (για διάφορους λόγους και με διάφορες αφορμές που δεν είναι της παρούσης) ξεσηκώθηκαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Δεν είχανε δικά τους συμφέροντα αυτά τα στρώματα, δεν είχανε δικά τους δίκτυα, δεν είχανε δικούς τους λόγους να πράξουν ό,τι έπραξαν;
Αυτό που θέλω να πω, δηλαδή, είναι ότι εάν αρνούμαστε (ή θέτουμε σε δεύτερη μοίρα, τέλος πάντων) την ίδια την πραγματική κίνηση των ανθρώπων, χάνουμε τον κρισιμότερο παράγοντα κίνησης της ιστορίας -με τον ίδιον τρόπο που παλιότερα οι άνθρωποι ανήγαγαν τα πάντα στους θεούς ή τους βασιλιάδες. Μέσα στην ιστορία, όμως, εκφράζονται ανταγωνισμοί (ταξικοί, κοινωνικοί, εθνοτικοί -οτιδήποτε), κι αυτούς μία ανάλυση που «μένει» στη γεωπολιτική/αντιιμπεριαλιστική διάσταση, δεν μπορεί να τους «πιάσει». Ναι, είναι πολύ βολικό να «χρεώσουμε» τη Χούντα των συνταγματαρχών σ’ ένα σχέδιο της C.I.A., αλλά τι μας λέει αυτό για την επταετή (σχεδόν ολοκληρωτική τα πρώτα χρόνια) αποδοχή της από ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ή την παντελή αδιαφορία για τους λίγους, ελάχιστους που με τον α’ ή β’ τρόπο αποφάσισαν να αντιταχθούν σ’ αυτήν; Τίποτα δε μας λέει, γιατί είναι πολύ βολικό (για λόγους «εθνικής συμφιλίωσης») να φταίνε πάντα κάποιοι «κακοί Αμερικανοί» και ποτέ να μην αναδεικνύουμε τους πραγματικούς ανταγωνισμούς που διαπερνούν συνεχώς ένα κοινωνικό σώμα γεμάτο αντιφάσεις.