Βιβλία...διαβάζουμε?

BOOK OF THE WEEK:
“Δούλοι, δουλεία και δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα”

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας (1987)
εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο (2025)

“Χωρίς δουλεία δεν θα υπήρχε ελληνικό κράτος, ούτε ελληνική τέχνη και επιστήμη. Χωρίς δουλεία δεν θα υπήρχε Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αλλά και χωρίς τα θεμέλια του ελληνισμού δεν θα υπήρχε ούτε και η σύγχρονη Ευρώπη” -Ενγκελς

O Δημήτρης Κυρτάτας είναι ιστορικός της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, ο οποίος έγραψε το βιβλίο το 1987 (εκδόθηκε τότε από το περιοδικό της αριστεράς Ο Πολίτης). Εξαντλημένο από χρόνια, επανεκδόθηκε από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, χωρίς όμως βελτιώσεις ή προσθήκες, παρά μόνο κάποιες γλωσσικές παρεμβάσεις.

Παρόλα αυτά, λόγω της μικρής σχετικής ελληνικής βιβλιογραφίας το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πάνω σε ένα θέμα που όλοι γνωρίζουμε την ύπαρξη του, τη δουλεία, αλλά επί της ουσίας ποτέ δεν διαβάσαμε κάτι πιο ουσιαστικό και αναλυτικό πέρα από το ότι οι δούλοι ήταν τόσοι πολλοί που σχεδόν ήταν αόρατοι, και περνούν απαρατήρητοι, όπως περνά απαρατήρητη στον σύγχρονο κόσμο η μισθωτή εργασία, σαν κάτι δεδομένο και φυσιολογικό. Η ματιά του Κυρτάτα έχει σαν βάση τη μαρξιστική σκοπιά (αλλά και άλλων θεωρητικών), ο μόνος τρόπος για να αναδείξει την εκμετάλλευση από συγκεκριμένη ομάδα των ελεύθερων, τους δεσπότες τους, αν και διαβάζοντας το βιβλίο έρχεται στην επιφάνεια πως τελικά, ήταν πιο σύνθετο το θέμα.

Στα πρώτα κεφάλαια μιλά για τις διαφορές μεταξύ των ίδιων των δούλων, τα διαφορετικά επαγγέλματα που έκαναν (από τις άθλιες συνθήκες των μεταλλείων, τους τεχνίτες, τους οικιακούς δούλους-υπηρέτες και τους αγροτικούς δούλους, μέχρι τους προνομιούχους της αυτοκρατορικής αυλής), κάτι που ήδη μας τοποθετεί από την αρχή πέρα από την κλασική νομική μα απλή διάκριση δούλων και ελεύθερων. Οι δούλοι ήταν κυριολεκτικά παντού, είτε παράγοντας πλούτο για τα αφεντικά τους, είτε παρέχοντας υπηρεσίες κάθε είδους (τραπεζίτες, παιδαγωγοί, μουσικοί, σ*ξεργάτες κα)

Οι δούλοι δεν συγκροτούσαν μια ενιαία ομάδα (πέρα από το κοινό στοιχείο της στέρησης νομικών δικαιωμάτων), με πολλές διαφορές μεταξύ τους στην καθημερινή ζωή, άλλοι δραπέτευαν, άλλοι έχτιζαν στενές ή και ερωτικές σχέσεις με τους αφέντες τους κα Τρομερά ενδιαφέρον πάντως, είναι το γεγονός πως υπήρξαν ελάχιστες μαζικές εξεγέρσεις (με πιο γνωστή αυτή του Σπάρτακου), μα και όπου έγιναν δεν είχαν σκοπό τη μαζική απελευθέρωση όλων των δούλων, αφού η βία που ασκούταν πάνω τους δεν επέτρεπε τη συλλογική δράση.

Στη συνέχεια, ερμηνεύει μέσα από κοινωνιολογικές θεωρίες, τη γέννηση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, αλλά και την παρακμή του, τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα των αρχαίων χρόνων, την έννοια της τάξης, του ρόλου της δουλείας στην εξέλιξη της κοινωνίας, τη διαφορά του παραγωγικού συστήματος Αθήνας και Σπάρτης, πως στην Αθήνα η μεταρρύθμιση των αποπτωχευμένων αγροτών δημιούργησε ζήτηση για εισαγωγή δούλων, πως οι εισαγόμενοι δούλοι ήταν εμπόρευμα και πως το πλεόνασμα των πλούσιων γαιοκτημόνων οδηγούσε σε μια επεκτατική δυναμικότητα, σε αντίθεση με τα παραγωγικά συστήματα Σπάρτης και Θεσσαλίας.

3 Likes

Το πούλησες καλά, δεν το είχα υπόψη μου.

2 Likes

BOOK OF THE WEEK:
Good Night And Good Riddance-How Thirty-five years of John Peel Helped To Shape Modern Life

writer: David Cavanagh
εκδόσεις Faber & Faber (2015)

“Possibly the most influential person in alternative music”
Bruce Pavitt (Sub Pop records)

Ζηλεύω όσους έζησαν τις εκπομπές του John Peel, ειδικά όσες έκανε στον πειρατικό σταθμό London Radio, ένας σταθμός που εξέπεμπε από ένα πλοίο, μέχρι να αλλάξει ο νόμος το 1967 και να κλείσει (αξίζει να δει κάποιος την κωμωδία The Boat That Rocked). Tο BBC τσίμπησε άμεσα πολλούς παραγωγούς του London και ο Peel ήταν ένας από αυτούς φυσικά, μένοντας εκεί μέχρι τον θάνατο του, το 2002.

Το βιβλίο ακολουθεί χρονολογική σειρά και μέσα από 265 εκπομπές του Peel, προσπαθεί να πιάσει τη λογική ενός ανθρώπου που επηρέασε όσο κανείς άλλος Dj τη μουσική στο νησί, εκεί όπου τον άκουγαν ευλαβικά για χρόνια, σαν πιστοί μιας θρησκείας.

Ο τρόπος επιλογής των κεφαλαίων/εκπομπών στο βιβλίο έγινε με κριτήριο το αν είχε συμβεί κάτι σημαντικό μουσικά, μια ανακάλυψη του ή ακόμα και το τι συνέβαινε ειδησιογραφικά τη μέρα της εκπομπής. Ο Peel έβγαινε το βράδυ, όταν ο αχός των γεγονότων άρχισε να σβήνει και τα αυτιά όλων συντονιζόταν στον μαγικό μουσικό παράθυρο που άνοιγε μέσα από το ραδιόφωνο. Γράφει κάπου ο Cavanagh: “it’s sobering to think that some listeners, tune in to Peel at 10pm, to hear songs of loneliness and apocalypse, because they find that these two hours of the day make more sense to them than anything in the previous twenty two” και αυτό νομίζω περιγράφει τη μαγεία του να περιμένεις μια ραδιοφωνική εκπομπή.

Διαβάζεις το σχεδόν 600 σελίδων βιβλίο και χιλιάδες καλλιτέχνες περνούν από μπροστά σου, ένα μεγάλο χάρτινο μουσικό timeline. Ας μην ξεχνάμε πως το μεγάλο credit του Peel ήταν πως έδινε βήμα σε άπειρα σχήματα και καλλιτέχνες, πολύ πριν γίνουν γνωστοί και ενδεχομένως πολλοί έγιναν γνωστοί λόγω της επιμονής του (David Bowie, Siouxsie & The Banshees, Undertones και δεκάδες άλλοι), έπαιρνε ρίσκα παίζοντας ολόκληρη την πρώτη πλευρά ενός Tubular Bells (εκτοξεύοντας το σε πωλήσεις), ενώ εξίσου εντυπωσιακό ήταν πως είχε ανοικτά τα αυτιά σε εντελώς διαφορετικά είδη, γι’ αυτό και μπορούσε σε παίξει από ψυχεδέλεια, blues, prog, post punk και reggae, μέχρι folk, indie, Napalm Death, goa trance και Green Day.

“He listened religiously to every single record he received in the mail, devoting hours every day to the task”
Steve Albini

Η διαφορά του John Peel με άλλους παραγωγούς είναι πως έδινε βήμα σε κάποιον ακόμα και αν είχε βγάλει μόλις ένα demo και αν του άρεσε το έβγαζε στον αέρα. Τότε μια ανεξάρτητη εταιρεία μπορεί να τους έκοβε ένα single και αυτός να το έπαιζε μια βδομάδα σερί και τότε και άλλα ραδιόφωνα τους έπαιζαν, ερχόταν κανονικό συμβόλαιο, έβγαιναν για τουρ, η καταξίωση, αλλά η μαγκιά ήταν εκεί στο αρχικό μερακλίδικο demo. Αν αυτό δεν είναι πραγματική στήριξη στο underground δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι (και αυτό είναι που έχω ως μπούσουλα και στις δικές μου εκπομπές όταν δίνω βήμα σε νέες μπάντες και ας μιλάμε προφανώς για άλλα μεγέθη ραδιοφωνικής απήχησης).

“If it wasn’t for John’s support, I don’t know what we would have done” Nick Cave

Σε κάθε περίπτωση, τα 37 χρόνια σταθερής παρουσίας του Peel στο BBC Radio 1 δεν είναι τυχαία, όπως και το γκελ που έκανε στους νέους ακόμα και στα 60 του χρόνια, έχοντας μεγαλύτερη ακροαματικότητα από ότι συνάδελφοι του με τα μισά του χρόνια. Last but not least (που θα έλεγαν στο βρετανικό χωριό μας) ήταν φυσικά τα διάσημα Peel Sessions, μουσικοί έπαιζαν ή έδιναν υλικό πριν την επίσημη κυκλοφορία του, και έτσι οι ακροατές έπαιρναν μια γεύση του μέλλοντος. Σας είπα ότι ζηλεύω ε?..

5 Likes

Chrysostomos Tsaprailis

2 ώρ. ·

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, ημέρα (και κυρίως νύχτα) αφιερωμένη στον ερχομό των Καλικαντζάρων (είθε τα πριόνια τους να είναι κοφτερά και οι κοιλιές τους πρησμένες απ’ το φαΐ).

Εδώ ένα διήγημα που είχα γράψει για Καλικάντζαρους στην Κυψέλη:

Summary

Παραμονή Χριστουγέννων

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε αλαφιασμένος γύρω του – τον είχε ξυπνήσει ένας υπόκωφος θόρυβος σαν να σφαλίσαν μεταξύ τους μονιασμένα τα φύλλα από ξύλινο παντζούρι. Το μόνο φως στο δωμάτιο ερχόταν από τα πλήκτρα του λάπτοπ, μια κόκκινη λάμψη που του θύμιζε θράκα από τζάκι. Εδώ κι ενάμιση χρόνο, άλλωστε, απ’ όταν είχε έρθει στην Αθήνα για σπουδές, η μεριά του σαλονιού με τον καναπέ και το τραπεζάκι του υπολογιστή ήταν το παραγώνι του: εκεί πέρναγε την περισσότερη ώρα, μπροστά στις δεκαπέντε ίντσες της οθόνης που εκτελούσε χρέη οικιακής εστίας.

Κοίταξε το κινητό – η ώρα ήταν σχεδόν τέσσερις το πρωί. Τον είχε πάρει ο ύπνος ξαπλωμένο στον καναπέ, στη μέση κάποιου επεισοδίου που το αγουροξυπνημένο του μυαλό αδυνατούσε να θυμηθεί.

Οι ώμοι του έτσουζαν, τα πόδια του ήταν πιασμένα σαν να ‘χε περπατήσει χιλιόμετρα· ολόκληρο το σώμα του πόναγε. Πρέπει να είχε κοιμηθεί άτσαλα, σε κάποια άβολη στάση – το κορμί του θυμήθηκε γεμάτο χολή το κάμπινγκ του καλοκαιριού, τον ύπνο στη σκηνή.

Κρύωνε. Η μάλλινη κουβέρτα που είχε τυλίξει γύρω του πριν κοιμηθεί, μια χοντρή βελέντζα που είχε απαιτήσει να φέρουν οι γονείς του απ’ το χωριό, τόσο μεγάλη που μπορούσε να χάνεται μες στις πτυχές της και ν’ απομονώνεται τελείως από τον έξω κόσμο, ήταν τώρα πεσμένη στο αφράτο χαλί που σκέπαζε ολόκληρο σχεδόν το δωμάτιο. Ήταν το μόνο χαλί που είχε στρώσει στο φοιτητικό του σπίτι, για χάρη της πιο κρύας εποχής – δεν μπορούσε να φανταστεί χειμώνα με γυμνό πάτωμα.

Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που θα πέρναγε μόνος, μακριά απ’ την οικογένεια και το σπίτι του (αν κι από πέρυσι το διαμέρισμα αυτό ήταν η κύρια κατοικία του, ο νους του ακόμη δεν το είχε χωνέψει ως σπίτι δικό του). Για ν’ αποφύγει την επιστροφή στο χωριό είχε φέρει ως δικαιολογία την περιστασιακή δουλειά που είχε πιάσει μετά το καλοκαίρι – αυτός ήταν, άλλωστε, πέρα απ’ το συμπλήρωμα του μηνιάτικου, ο κύριος λόγος που την είχε αναζητήσει. Καθώς οι γιορτές πλησίαζαν είχε αρχίσει να έχει δεύτερες σκέψεις και κάποιες ενοχές οι οποίες όμως εξατμίζονταν αποτελεσματικά με κάθε εισερχόμενη κλήση απ’ τους δικούς του.

Το ισόγειο διαμέρισμα ήταν σιωπηλό. Ο ήχος που τον είχε ξυπνήσει (αν δεν ήταν της φαντασίας του) πρέπει να είχε έρθει απ’ έξω, ίσως από κάποιο παράθυρο ψηλότερα στην πολυκατοικία. Υπήρχε όμως μια δυσωδία στην ατμόσφαιρα, μια ανησυχητική οσμή, σαν να είχε καεί κάτι βαθιά απωθητικό, σαν κάποιος να είχε καψαλίσει χαλασμένο κρέας ή βρώμικα νύχια.

Φόρεσε τη ζακέτα που είχε αφήσει στη διπλανή πολυθρόνα κι έπιασε τις κάλτσες που ήταν παραδίπλα, ένα ζευγάρι που είχε μονάχα για μες στο σπίτι. Πήγε να τις βάλει και διαπίστωσε πως τα πέλματά του ήταν βρώμικα· ένιωθε σαν να είχε πατήσει σε ταψί με λαδερό φαγητό. Άναψε τον φακό του κινητού και τα εξέτασε: γυάλιζαν, καλυμμένα με λάδι, σάλτσες και μικρά κομμάτια αδιευκρίνιστων τροφών. Κοίταξε τριγύρω για χαρτί μα δεν βρήκε κάτι. Αναθεμάτισε και χρησιμοποίησε τις κάλτσες για να καθαρίσει τα πόδια του, για να λερώσει όσο λιγότερο το χαλί.

Ήπιε μια γουλιά νερό απ’ το μπουκάλι που κουβαλούσε παντού μέσα στο σπίτι και προσπάθησε να διακρίνει από πού ερχόταν η οσμή. Πατώντας στις μύτες, κινήθηκε προς την κουζίνα, στ’ αριστερά του, και άνοιξε την πόρτα.

Η μυρωδιά ήταν έντονη εδώ, άσχημη, πιο κοντά σ’ αυτή του σαπισμένου κρέατος ή του φαγητού που έχει ξεχαστεί εβδομάδες – την ήξερε καλά αυτήν τη δυσωδία· δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε λησμονήσει μες στο ψυγείο φαγητά για εβδομάδες ολόκληρες, μέσα σε τάπερ που τα είχε πετάξει ολόκληρα στα σκουπίδια, μαζί με τα περιεχόμενά τους, δίχως να τ’ ανοίξει, αηδιασμένος από την όψη του εσωτερικού τους μέσα από τα ημιδιαφανή τοιχώματα.

Πάτησε τον διακόπτη για το φως. Το χάος που επικρατούσε τον τρόμαξε. Υπήρχαν παντού σκούροι λεκέδες σαν κάποιος να είχε στριφογυρίσει με δύναμη μια τρύπια σακούλα γεμάτη με λαδερά φαγητά. Το ψυγείο ήταν ανοιχτό, το λαμπάκι του καμένο. Στο πάτωμα υπήρχαν πεταμένα κρέατα, στο τραπέζι διαμελισμένα λαχανικά· τ’ απομεινάρια της χτεσινής μακαρονάδας κολύμπαγαν στον βουλωμένο νεροχύτη· τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες που του ‘χε στείλει η μητέρα του με το ΚΤΕΛ είχαν γίνει θρύψαλα· τρίμματα είχαν κολλήσει στον τοίχο και λάδια έσταζαν από το τζάμι του παράθυρου. Τα πάντα είχαν όψη προχωρημένης αποσύνθεσης, αδικαιολόγητης – ήταν σίγουρος πως δεν είχε ξεχάσει έξω κάποιο φαγητό· άλλωστε η θερμοκρασία εδώ και τρεις ημέρες ήταν ανέλπιστα χαμηλή.

Κοίταξε την μπαλκονόπορτα της κουζίνας· ήταν κλειστή, δίχως ίχνος παραβίασης, αν και ολόγυρα στη λευκή κάσα της υπήρχαν μαύρα σημάδια, σαν να την είχαν πασπαλίσει με καρβουνόσκονη. Για μια στιγμή πανικοβλήθηκε, σκέφτηκε πως είχε πέσει σε κάποιο κώμα κι είχε ξυπνήσει εβδομάδες μετά, πως γι’ αυτό είχαν χαλάσει τα φαγητά, πως γι’ αυτό ήταν εξαντλημένα τα πόδια του και είχε σημάδια στο σώμα, έφταιγε η ακινησία. Κοίταξε την ημερομηνία στο κινητό κι ανακουφίστηκε (μα απογοητεύτηκε και λίγο) βλέποντας πως έγραφε 25η Δεκεμβρίου 2022· οι μέρες δεν είχαν ξεφύγει από κάποια τρύπα της κλεψύδρας του έτους. Άλλωστε, σκέφτηκε, οι γονείς του δεν θα είχαν κάτσει άπραγοι αν έβλεπαν πως δεν απάνταγε σε έστω και ένα από τα καθημερινά τους τηλεφωνήματα – θα είχαν πάρει την ηλικιωμένη διαχειρίστρια στον τρίτο που είχε κλειδί για το διαμέρισμά του, θα είχαν καλέσει την αστυνομία και σε αστραπιαίο χρόνο οι ίδιοι θα ήταν καθ’ οδόν για την Αθήνα.

Πώς είχε συμβεί αυτός ο χαμός; Θα μπορούσε να είχε χωθεί κάποιο αδέσποτο στο σπίτι, μα ήταν σίγουρος πως είχε κλείσει την πόρτα του ψυγείου και δεν πίστευε πως η αστική πανίδα περιλάμβανε ζώο που θα μπορούσε να την ανοίξει μονάχο του.

Τότε ήταν που πρόσεξε πως στο πάτωμα υπήρχαν πατημασιές, σημάδια από γυμνά πέλματα, μέσα στους λεκέδες. Πλησίασε διστακτικά το πόδι του σ’ ένα από αυτά για να συγκρίνει το μέγεθος – ήταν το ίδιο. Πρέπει να είχε υπνοβατήσει. Εξέτασε τη διαδρομή των βημάτων μέσα στο δωμάτιο – το μοτίβο τους ήταν αλλοπρόσαλλο, σαν αποτύπωμα αναποφάσιστης πένας, σαν τρέκλισμα κουβαλητή με τρομερό φορτίο, σαν ίχνος από υποζύγιο με μοχθηρό αναβάτη. Μ’ αυτά που οι πατημασιές υπονοούσαν πως είχε κάνει όσο κοιμόταν, ήταν απολύτως λογικό να πονάει ολόκληρο το σώμα του. Φαντάστηκε τον εαυτό του με προσωπείο μαινάδας να χορεύει αφηνιασμένος μες στον ύπνο του, να πηδάει εδώ κι εκεί δίχως σκοπό, ακολουθώντας κάποιον άφατο ρυθμό. Τρόμαξε με τη σκέψη, με την εικόνα ενός αγνώστου με τη μορφή του.

Μάζεψε τα χοντρά και σκούπισε με γενναίες ποσότητες από χαρτί κουζίνας. Η μπόχα ήταν ανυπόφορη, τον έκανε ν’ αναγουλιάζει. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και το ψύχος που όρμησε μέσα από τις γρίλιες του παντζουριού έκοψε λίγη από τη βρώμα. Πήρε μαζί του το ρολό με το χαρτί, επέστρεψε στο σαλόνι κι έκλεισε πίσω του την πόρτα της κουζίνας – θα καθάριζε περισσότερο αύριο.

Άναψε τον πολυέλαιο και είδε μ’ αποτροπιασμό πως υπήρχαν κι εκεί βρώμικες, ρουφηχτές πατημασιές: πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα και κατέληγαν στον καναπέ. Τις καθάρισε γρήγορα, με μισόκλειστα μάτια λες και η όψη τους μπορούσε να τον βρωμίσει ανεξίτηλα, κι έπειτα έτρεξε στο μπάνιο. Έβγαλε τα ρούχα κι έπλυνε ξανά και ξανά τα πόδια και τα χέρια του, έτριψε ολόκληρο το σώμα με μανία μέχρι να φύγει η λίγδα, μέχρι να νιώσει πως η βρώμα είχε παραδοθεί. Έριξε νερό στο πρόσωπο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη – φαινόταν κουρασμένος, άυπνος. Πρόσεξε πως στους ώμους του υπήρχαν σκούρα σημάδια, σαν από δάχτυλα ισχνά και μακριά, λωρίδες κόκκινες σαν βλοσυρά εγκαύματα. Φαντάστηκε ξανά τον εαυτό του ως υπνοβάτη χορευτή· αυτήν τη φορά υπήρχε ένα ακαθόριστο ον στους ώμους του, κάτι που τον κατεύθυνε με τερατώδη χέρια και του ψιθύριζε στο αυτί έμμετρες ανοησίες γεμάτες τρόμο, στίχους που φούντωναν τον ρυθμό του χορού του.

Γύρισε στο σαλόνι, φόρεσε καινούριες πιτζάμες και πήρε ένα καθαρό ζευγάρι κάλτσες από τη συρταριέρα. Η βρώμα είχε μειωθεί, είχε σχεδόν χαθεί, αφήνοντας ν’ αναδυθεί στην επιφάνεια μια άλλη μυρωδιά, απαλότερη, που θύμιζε πριονισμένο ξύλο μαζί με πληγιασμένο κάρβουνο, μία οσμή που τον γύρισε πίσω στο χωριό. Την ακολούθησε μέχρι την εξώπορτα του διαμερίσματος – ερχόταν από τον διάδρομο. Άδραξε το κάλυπτρο απ’ το ματάκι. Δίστασε λίγο μα ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχε πιάσει φωτιά η οικοδομή. Κοίταξε στον διάδρομο – σκοτάδι. Μήπως είχε γίνει σεισμός; Αυτό θα μπορούσε να δικαιολογήσει κάποιο από το χάος στην κουζίνα, ίσως και τη δική του αλλοπρόσαλλη υπνοβατική συμπεριφορά.

Ξάφνου το μυαλό του πήγε στο λεβητοστάσιο που ήταν ακριβώς κάτω απ’ το διαμέρισμά του. Θεωρητικά το ντεπόζιτο ήταν άδειο, μιας και οι ένοικοι είχαν συμφωνήσει εδώ και χρόνια, πολύ πριν την άφιξή του, πως δεν άντεχαν την τιμή του πετρελαίου – ο καθένας χρησιμοποιούσε κλιματιστικό, ηλεκτρικές θερμάστρες ή απλά κουβέρτες, όπως ο ίδιος. Μα ένας φόβος σκάλωσε μέσα του: αν είχε γίνει σεισμός τότε μπορεί να είχε λαβωθεί ο λέβητας που ίσως κράταγε μέσα του ακόμη λίγο πετρέλαιο από παλιότερες εποχές· αν το ταρακούνημα τον είχε ενεργοποιήσει με κάποιον παράδοξο τρόπο τότε η δεξαμενή μπορεί να έσκαγε από στιγμή σε στιγμή. Πανικοβλήθηκε.

Έβαλε γρήγορα τ’ αθλητικά του παπούτσια χωρίς να δέσει τα κορδόνια, ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο ρίχνοντας τα κλειδιά στην αριστερή τσέπη της ζακέτας. Συνέχισε να τα κρατάει με τα δάχτυλα για να μην κάνουν θόρυβο – δεν είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπήρχε κάποιος εισβολέας, δίποδος ή τετράποδος, στην πολυκατοικία.

Για μια στιγμή θέλησε να τρέξει, να βγει απ’ την οικοδομή και να περιμένει το μπαμ που πλέον του φαινόταν αναπόφευκτο. Έπειτα όμως αναλογίστηκε όλα τα πράγματα που είχε μες στο διαμέρισμα και δίστασε – τα πόναγε, δεν του πήγαινε η καρδιά να τα παρατήσει. Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο την πυροσβεστική μα δεν θυμόταν τον αριθμό της· δεν ήταν απ’ τους τριψήφιους που αποστήθιζε κανείς. Σκέφτηκε να τον ψάξει στο ίντερνετ, μα αποφάσισε να ρίξει πρώτα μια ματιά στο υπόγειο, μη γίνει ρεζίλι στους ανθρώπους χριστουγεννιάτικα.

klimaka

Κατέβηκε σιγανά τη στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο. Πρόσεξε πως στα σκαλοπάτια υπήρχε κάποιου είδους σκόνη. Έσκυψε και κοίταξε και μύρισε· διαπίστωσε πως ήταν πριονίδι. Ο νους του πήγε στη μεταλλική λεκάνη που είχαν στο σπίτι στο χωριό για να κουβαλάν τα κούτσουρα για το τζάκι – στον πάτο της ήταν μαζεμένα ροκανίδια που συσσωρεύονταν καθώς προχώραγε ο χειμώνας· τα άδειαζαν μονάχα όταν ζέσταινε ο καιρός, την άνοιξη.

Η σιδερένια πόρτα του λεβητοστάσιου, που ως τώρα την είχε πετύχει μονάχα κλειδωμένη, έστεκε μισάνοιχτη. Ξάφνου ο πανικός του υποχώρησε, θορυβημένος απ’ την επέλαση της περιέργειας· θέλησε να εξερευνήσει ετούτη τη γωνιά του κτιρίου που ως τώρα του ήταν απόκρυφη. Σύρθηκε ως το άνοιγμα και κοίταξε μέσα.

Ήταν ένα μικρό δωμάτιο, περίπου ίσα με την κρεβατοκάμαρά του, ασφυκτικά γεμάτο μ’ έναν τεράστιο λέβητα. Το μηχάνημα – ένα συνονθύλευμα από μεταλλικούς σωλήνες και μια πελώρια δεξαμενή – έμοιαζε μ’ αερόπλοιο που ήταν καταδικασμένο να μην απογειωθεί ποτέ. Ήταν κρύο, σιωπηλό και φανερά κοιμισμένο εδώ και χρόνια.

Πήρε βαθιά ανάσα. Η μυρωδιά κομμένου ξύλου και κάρβουνου αναμειγνυόταν με μια στυφή τσίκνα που του θύμισε ιδρώτα από βιομηχανία, ένα χαρμάνι θαρρείς βγαλμένο από τα σπλάχνα σιδηρουργείου που οι γανωμένοι εργάτες του δεν είχαν αντικρίσει ποτέ το φως του ήλιου.

Έριξε το φως του κινητού ολόγυρα στο δωμάτιο. Τα πριονίδια ήταν πυκνότερα εδώ και σχημάτιζαν μια μακρόστενη λωρίδα, ένα σαθρό μονοπάτι που ξεκίναγε από την πόρτα, παρέκαμπτε τον λέβητα από αριστερά κι έπειτα χανόταν πίσω του. Πάνω στην ξύλινη αυτή σκόνη εντόπισε μικρά αχνάρια από οπλές, σχεδόν αδιόρατα, σαν να είχε περάσει από εκεί κάποιο μικρό κοπάδι ζώων. Ηρέμησε κάπως όταν πρόσεξε πως ακολουθούσαν αντίθετη φορά απ’ τη δικιά του – ό,τι κι αν ήταν αυτοί οι μυστηριώδεις ταξιδιώτες, είχαν τραβήξει ρότα προς τα πάνω και δεν θα διασταυρώνονταν (ξανά; σκέφτηκε για μια στιγμή) μαζί του. Ακολούθησε το ίχνος και σταμάτησε ταραγμένος μόλις είδε πού κατέληγε το μονοπάτι.

Στο πάτωμα πίσω απ’ τον λέβητα υπήρχε μια τρύπα. Πέντε-έξι απ’ τα μεγάλα πλακάκια του δαπέδου είχαν ξηλωθεί βίαια ενώ και το τσιμέντο από κάτω τους είχε διαλυθεί, αφήνοντας να χάσκει μια τρύπα που μετά βίας χώραγε έναν άνθρωπο. Από το άνοιγμα ξεπρόβαλλε η κορυφή ενός πελώριου κλαδιού· ήταν ξερό μα στιβαρό και γεμάτο μεγάλους ρόζους που εξείχαν σαν μικρά πατήματα – η κάτω άκρη του χανόταν μες στην τρύπα, στα έγκατα των θεμελίων της οικοδομής.

Η εικόνα της αδρής αυτής σκάλας του έβγαλε κάτι νοσταλγικό, κάτι απ’ το κοτέτσι που χρησιμοποιούσαν οι παππούδες του ως αποθήκη, εκεί που στοίβαζαν ξεχαρβαλωμένα εργαλεία και κούτσουρα και νταμιτζάνες με καλαμένια επίστρωση, κάτι απόλυτα ταιριαστό με το πνεύμα της βραδιάς αυτής, με τα όνειρα που έκανε μικρός τις νύχτες των Χριστουγέννων.

Κοντοστάθηκε στο χείλος της τρύπας. Τι υπήρχε κάτω απ’ το υπόγειο της οικοδομής όπου έμενε τα τελευταία δύο χρόνια; Ίσως κάποιος γείτονας είχε εντοπίσει θησαυρό στα βάθη του οικόπεδου; Ή μήπως σ’ ένα απ’ τα γύρω κτίρια υπήρχε κάτι πολύτιμο, κάτι αρκετά σημαντικό ώστε να αναγκάσει κάποιον να σκάψει ολόκληρη σήραγγα και να οργανώσει ριφιφί παραμονή Χριστουγέννων;

Κι αν η τρύπα αυτή ήταν η κατάληξη κι όχι η αφετηρία της σήραγγας; Πέρασε απ’ τον νου του η εικόνα μιας υπόγειας φυλακής, βαθιά κάτω από τη γειτονιά του· φαντάστηκε έναν δραπέτη που είχε αναδυθεί μέσα απ’ τη γη για ν’ απολαύσει όση σαθρή ελευθερία μπορούσε ν’ αρπάξει στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Ακούμπησε στον τοίχο και πήρε βαθιά ανάσα. Ήταν σαστισμένος, μπερδεμένος, αλλά και γεμάτος ενθουσιασμό και διάθεση για εξερεύνηση. Ένιωθε πως κάτι είχε ανακινήσει την πραγματικότητα αφήνοντάς την ελαφρώς σαλεμένη· και είχε λίγο μονάχα χρόνο μέχρι τα πάντα να επανέρθουν στη γνώριμη και τόσο πεζή θέση τους.

Κατέβηκε προσεκτικά το κλαδί, την πρωτόγονη αυτή σκάλα, με την ίδια επιμέλεια που ανέβαινε τα δέντρα στο δάσος όταν ήταν μικρός. Ούτε που πρόσεξε τη γάνα που καθόταν στις παλάμες του κάθε φορά που ακούμπαγε το ξύλο.

Πέντε περίπου μέτρα πιο κάτω βρέθηκε σ’ έναν πέτρινο διάδρομο με κατηφορική κλίση. Ίσως κάποτε υπήρχαν ορυχεία κάτω απ’ την Κυψέλη παρόλο ποτέ δεν είχε ακούσει κάτι σχετικό. Ποιο πιθανό του φάνηκε να είναι κάποια απ’ τις στοές που οι συνομωσιολόγοι πίστευαν πως διατρέχουν το υπέδαφος της πρωτεύουσας. Ή ίσως ο διάδρομος ήταν απομεινάρι κάποιας παλιότερης οικίας που η αχαλίνωτη δόμηση την είχε καταπιεί, μια μπουκιά που ακόμη ταξίδευε με πρωτοφανή βραδύτητα στο πεπτικό σύστημα της περιοχής – δεν θέλησε ν’ ασχοληθεί με τη σκέψη πως κάλλιστα μπορούσε ο ίδιος να ήταν μια αντίστοιχη μπουκιά.

Με το κινητό να φέγγει τα βήματά του (η μπαταρία ήταν στο 82%) ακολούθησε την κατηφορική, γεμάτη υγρασία περιστροφική σήραγγα που ήταν εμφανώς θερμότερη από τους χώρους της πολυκατοικίας.

Το σπήλαιο που βρήκε στο τέλος της διαδρομής ήταν πελώριο – η πέρα άκρη της αίθουσας ήταν χαμένη στο σκοτάδι, πέρα από την εμβέλεια του φακού του κινητού. Είκοσι μέτρα μακριά υπήρχε μια πελώρια ξύλινη κολώνα, σαν τερατώδης στύλος της ΔΕΗ ή σαν παλούκι που είχε χωθεί βαθιά στα σωθικά της γης· ξεπρόβαλλε απ’ το χωμάτινο δάπεδο και χανόταν ξανά στην πέτρινη οροφή της αίθουσας. Η διάμετρος της κολώνας ήταν σταθερή σ’ όλο το μήκος της, πέρα από ένα σημείο, μισό περίπου μέτρο από το πάτωμα. Εκεί ο στύλος ήταν φαγωμένος, ξυσμένος, εσκεμμένα πελεκημένος, έτσι που το πάχος του είχε γίνει ελάχιστο, μονάχα λίγα εκατοστά. Η κολώνα τού έδωσε την εντύπωση μιας τεράστιας ξύλινης κλεψύδρας που αρκούσε ένα μονάχα χτύπημα για να την καταστρέψει, για να σκορπίσει ολόγυρα την άμμο της, τον χρόνο ολάκερο.

Πλησίασε τη στήλη και παρατήρησε πως στο λαβωμένο σημείο υπήρχε μια ανεπαίσθητη κίνηση, σαν οι ίνες απ’ το ξύλο να πλέκονταν μεταξύ τους εκείνη τη στιγμή, μπροστά του, για να δημιουργήσουν νέα σάρκα, για ν’ αντικαταστήσουν τη σάρκα που είχε αφαιρεθεί απ’ την κολώνα – το ξύλο έγιαινε μπροστά του!

Ακούμπησε το πελώριο ξύλο και στο μυαλό του ξεπήδησε ξαφνικά μια από τις γιορτινές ιστορίες που άκουγε μικρός – αυτή για τους καλικάντζαρους που ολοχρονίς πελεκούσαν το δέντρο που στήριζε τη γη, βαθιά μέσα στα σπλάχνα της. Τα κακόμοιρα αυτά πλάσματα με τον ερχομό των εορτών εφησυχάζονταν βλέποντας πως ο στόχος τους είχε επιτευχθεί και παρασύρονταν στην επιφάνεια από το πνεύμα των ημερών εκείνων – λαχτάραγαν για τη ζέστη και το φαγητό της οικιακής εστίας και έστηναν ξέφρενους χορούς μ’ ανυποψίαστους ανθρώπους. Μα όταν επέστρεφαν, μετά τα Φώτα, έβρισκαν το δέντρο ακέραιο, γεμάτο σφρίγος, τον ετήσιο κόπο τους χαμένο.

Πάντα τον έπιανε παράπονο όταν σκεφτόταν την ιστορία αυτή, ένας καημός γι’ αυτά τα πλάσματα τα τόσο παραδομένα στο ένστικτο που δεν κατάφερναν ν’ αποτελειώσουν το έργο τους. Πόσες φορές μικρότερος ήθελε να βρεθεί εκεί πλάι στο δέντρο, ν’ αρπάξει ένα απ’ τα πριόνια που είχαν αφήσει οι καλικάντζαροι και να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στο δέντρο – κι αν ο κόσμος χανόταν μετά απ’ αυτό, τουλάχιστον θα είχε αποτελειώσει αυτό το αιώνιο μαρτύριο των πλασμάτων.

Πλάι στην κολώνα, τον πελώριο κορμό, ακούμπαγε τώρα ένα τσεκούρι σκουριασμένο. Το πήρε στα χέρια του – έκαιγε κι ήταν βαρύ σαν να κουβάλαγε ολόκληρο τον χρόνο στην κοψιά του, τον μόχθο αναρίθμητων ετών. Πήρε φόρα και, πριν τον καταβάλει η κάψα του εργαλείου, πρόλαβε να ρίξει ένα χτύπημα στο πληγιασμένο ξύλο, στο πιο τρωτό σημείο του. Ακούστηκαν μακρινές ιαχές θριάμβου, ένας κατακλυσμιαίος αχός σαν να κατέρρεε ταυτόχρονα ολόκληρη η πόλη κι έπειτα τα πάντα έσβησαν.

2 Likes

Μετα απο πολλα χρόνια που καπως το απέφευγα, ξεκινησα επιτέλους να διαβαζω την Οδύσσεια του James Joyce. Στα αγγλικά.

Επειδη ειναι καπως δυσκολο βιβλίο, αν καποιος εχει κάποιο χρησιμο feedback, καλοδεχουμενο!

Η καλύτερη παρέα στο μπλόκο…
Άντε και κάλη τύχη μάγκες

12 Likes

“Οδυσσέας” (εκτός κι αν έχω χάσει επεισόδια), όχι "Οδύσσεια’!

Είχα επιχειρήσει να διαβάσω την ελληνική μετάφραση, συνοδεία 2ου βιβλίου “βοηθητικού”. Τα ολοκλήρωσα και τα δύο, δεν λέω, αλλά ακόμα λέω “επιχείρησα”, γιατί δεν μπορώ να πω ότι το διάβασα/κατανόησα πραγματικά. Δεν ξέρω αν έφταιγε η μετάφραση (σίγουρα μέχρι κάποιο βαθμό), αλλά νομίζω ότι δεν μπόρεσα να συνδεθώ/συλλάβω γενικά τον όλο ρυθμό του βιβλίου. Δεν το ξανα-επιχείρησα κι ούτε ποτέ προχώρησα ποτέ στο “Finnegans wake” όπως σκόπευα.

Και τώρα που είπες “Οδύσσεια”, να πω ότι εδώ και 10+ χρόνια είναι τοποθετημένη στη βιβλιοθήκη μου η τιτάνια “Οδύσεια” (sic) του Καζαντζάκη (που μόνο που τη βλέπεις έτσι τεράστια κι επιβλητική σαν τόμο, τη χαίρεσαι), αλλά ακόμα δεν έχω πάρει απόφαση να την ξεκινήσω αν και φανατικός αναγνώστης όλων των άλλων έργων του συγγραφέα.

2 Likes

Πφφφ, ναι προφανως, εγω το ξερω ως Ulysseus.

Το Finnegans Wake δεν θα το επιχειρησω ποτέ…αυτο εδω ομως υποτίθεται πως ειναι καπως πιο στρωτό. Εχω διαβασει 40 σελιδες ως τωρα και, για την ωρα, τσουλάει.

1 Like

Εχω διαβάσει αρκετά πιο παλιά απο Καζατζάκη τον τελευταίο πειρασμό, ειναι στο πλάνο να το ξανακανω μια αναγνωση γιατι δεν το θυμαμαι. Μου ειχε αρέσει αρκετά ομως τότε.
Θελω να ασχοληθώ αλλά πάντα ειπχα εναν φόβο για τον συγκεκριμένο οτι ειναι βαρύς και βαρετός.
Απο ποια βιβλία του μου προτείνετε να ξεκινησω;

Καπετάν Μιχάλη θα προτείνω εγώ, που το είχα ξεκινήσει όταν προ εικοσαετίας είχα διαβάσει ποστ ενός φίλου σε gaming (προ) forum να το περιγράφει “σαν ζεστό ψωμάκι που βγήκε πρωί πρωί από τον φούρνο” :upside_down_face:

1 Like

Δεν θα έλεγα ότι είναι βαρετός ο Καζαντζάκης -άντε ίσως οι φιλοσοφικές αναζητήσεις του να φαίνονται έτσι σε κάποιους, οπότε μπορείς ν’ αφήσεις απ’ έξω την “Ασκητική” και το αυτοβιογραφικό “Αναφορά στον Γκρέγκο”. Οι safe επιλογές είναι τρεις: “Καπετάν-Μιχάλης” που ανέφερε κι ο YoungAtlas, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”.

1 Like

Επιβεβαιώνω τα τρία τελευταία

image

9 Likes

Δυνατός παίχτης! Ξεχωρίζεις κάποιο/α;

Πολύ δύσκολη ερώτηση γιατί είναι τόσα πολλά που άφησαν το αποτύπωμα τους μέσα μου με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ακόμα και κάποια που δεν τα θεωρώ τέλεια ή αψεγάδιαστα έχουν μείνει στη συνείδηση μου με πολύ θετική χροιά. Από τις Μέρες Εγκατάλειψης που τελείωσα χθες και βυθίστηκα στην ψυχή της ηρωιδας της Ferrante με παρόμοιο τρόπο όπως και στον Δόκτωρ Γκλας του Söderberg, στην Τέλεση του Φώτη Δούσου και στις Συζητήσεις με Φίλους της Sally Rooney. Από τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. της Λένας Κιτσοπούλου και την Ορκισμένη της Rene Karabash που κύλησαν νεράκι, όπως έκανε και το Dept. of Speculation της Jenny Offill που πάνω απ’ όλα με κέρδισε για το μοναδικό του στυλ. Όπως για το στυλ τους με κέρδισαν και τα Ζωντανά Πλάσματα του Munir Hachemi το οποίο με έβαλε σε πολλές σκέψεις μαζί και με τον έτερο ισπανόφωνο Adolfo Bioy Casares και την Εφεύρεση του Μορέλ. Μετά είχα και τα πιο αληθινά Ένας γλυκός θάνατος της Simone de Beauvoir και Η Μονίκ δραπετεύει του Édouard Louis αλλά πάνω απ’ όλα αυτό που θα θυμάμαι για το 2025 είναι το πώς έκλαιγα όλη μέρα όταν ολοκλήρωσα τη Μητέρα του Σκύλου του Παύλου Μάτεσι. Ένα βιβλίο που το τελειώνεις και μετά πας και αφαιρείς ένα αστεράκι απ’ ότι άλλο έχεις διαβάσει στη ζωή σου.

4 Likes

Βλέπω κάποιες από τις προτάσεις σου για την Rocking βιβλιολέσχη; Αν δεν ήταν δικές σου, πάντως σίγουρα είχαν αναφερθεί!

Το “Η Μητέρα του Σκύλου” με έπεισες να το ψάξω!

τον δοκτωρ γκλας τον ειχα προτεινει εγω και την εφευρεση του μορελ η Silent

Το θεμα ειναι οτι ακομα και στην Μητερα του Σκυλου οταν την ξεκινησα την ψιλοδιαβαζα με το ζορι -ειχε προηγηθει και η κακη εμπειρια που ειχα με το Γκιακ οπως εχω ξαναπει- και ελεγα τι φολα ειναι παλι αυτη. Εχει ενα train of thought υφος που πηδαει απο το ενα θεμα στο αλλο αμεσως του τυπου “και τοτε η μητερα μου εδωσε ενα χαστουκι στον αδερφο μου, ηταν η δευτερη φορα που τον χαστουκισε, η πρωτη ηταν οταν *πέντε σελίδες αφηγηση αλλης ιστορια μεχρι να ξαναπαει στην αρχικη.”
Απο ενα σημειο και μετα ομως, λιγο με υπουλο τροπο, λιγο με καποιες πολυ δυνατες σκηνες αρχισα να το νιωθω πιο εντονα, ε και οταν εφτασα στο τελος και εκανα rewind στο μυαλο μου οσα ειχα διαβασει με αποτελειωσε.

2 Likes

Αν η λογοτεχνία θέλει να ξαναβρεί λίγο το λόγο ύπαρξης της, θα πρέπει να στραφεί σε αφηγηματικές ικανοτητες που μόνο σε αυτήν μπορούν να πετύχουν - οπότε αυτός ο εγκιβωτισμος που περιγράφεις ακούγεται νόστιμος!

Ακολουθεί ένας δεκάλογος του “γύφτου” με τα βιβλία που έπιασα στα χέρια μου, για φέτος, και τ’ αγάπησα.

Γιάννης Ατζακάς - “Φως της Φονιάς”: Παρότι δεν έχω διαβάσει δυο του βιβλία ακόμη (απ’ αυτά που συνολικά έχει γράψει) και με βάση το γεγονός, που ο ίδιος ομολόγησε σε μία ραδιοφωνική εκπομπή ότι, πλέον, το γράψιμο για εκείνον δεν έχει κάτι άλλο να δώσει, θεωρώ πως το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το απόλυτο συγγραφικό του λίκνο. Μπορεί ο “Θολός βυθός” να τον έκανε γνωστό, αλλά εδώ πέρα ξετυλίγει ακόμη περισσότερο την ιστορία του εαυτού του από πολλές πλευρές. Και κάπου, είδα τον δικό μου εαυτό να ταυτίζεται μαζί του.

Κατερίνα Μάτσα - “Η περίπτωση Ευριδίκη”: Ό,τι και ν’ αποπειραθώ να σκεφτώ για να γράψω ή να περιγράψω γι’ αυτό το βιβλίο είναι περιττό. Με κάθε ειλικρίνεια. Εμείς, υποτίθεται ότι διαβάζουμε εκ του ασφαλούς, αλλά η εσταυρωμένη Ευριδίκη μάς νουθετεί. Στην ανάγνωση της εξομλόγησής της προς την Κατερίνα, δύο από τις πολλές εκφράσεις της σταλάχτηκαν μεμιάς μέσα μου. Για να μην ξεχνώ. Για να μην επαναπαυτώ. “Πρέπει να κάνω ειρήνη με τον εαυτό μου. Πρέπει να αισθανθώ αυτοπεποίθηση από τον εαυτό μου, όχι από τις πράξεις μου”, “Χρειάζομαι ένα όνειρο για το μέλλον, έναν προορισμό”.

Αργύρης Χιόνης - “Η φωνή της σιωπής”: Κλασσικοί ποιητικοί τρόποι. Δίστιχα. Χαϊκού να μαθητεύεις πάνω τους και να τηρείς αυστηρά τον κανόνα 5-7-5, σπάζοντας, αν χρειαστεί, τη διάνοιά σου να μην ξεφύγεις από αυτόν. Και φυσικά, το “Τα παιδιά μας”.

Γιάννης Ατζακάς - “Θολός Βυθός”: Το πως ο παιδικός νους, που αρνείται να παραδοθεί και να υποκύψει σε κάθε υπαρξιακό εγκλωβισμό, ανδρώνεται σιγά σιγά και κάνει τον κόσμο -την κτίση, δηλαδή- να τον χαϊδεύει παρηγορητικά. Βάθος σε έναν βάλτο βουρκωμένης αλήθειας, που ωστόσο από κάτω μεγαλώνουν άνθη.

Pablo Neruda - “Τα πόδια σου αγγίζω στο σκοτάδι”: Απλότητα και ερωτισμός στην αγνή και όχι εκφυλισμένη εκδοχή του. Ακόμα και την παιδικότητα δύνασαι να διακρίνεις στην πρόθεση και τη θέση των λέξεων και των προτάσεων. Το διάβαζα μέσα στο πλοίο ξανά και ξανά.

Ισίδωρος Ζουργός - “Χάλκινα Κατώφλια”: Ο Λύκαστος είναι ο χαρακτήρας πολλών βιβλίων του συγγραφέα και σύμφωνα με την ατελεύτητη έμπνευσή του, ανοίγει πολλές πόρτες στην ιστορία του κόσμου, όπου ο άνθρωπος ψάχνει να βρει τον εαυτό του και την υποστατική του Αρχή. Υπέροχο. Ο Καρκαβίτσας, Ισίδωρε, θα σε ακολουθεί παντού.

Διονύσης Σαββόπουλος - “Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα”: Αυτό που σ’ αρέσει στον εαυτό σου και βλέπεις ότι σε μεγαλώνει, κράτα το, δούλεψέ το, καλλιέργησέ το και χάρισέ το. Τότε είναι που αξίζει πραγματικά. Ο λόγος του Σαββόπουλου (ποτέ μου δε μου έκανε να τον κατονομάσω “Νιόνιο” και δε θα το κάνω), με αυτή την παιδικότητα, αλλά και ποιητικότητα “ξεγυμνώνεται” έως Άδου. Δεν έχω να σχολιάσω τίποτα από τη ζωή του. Ας κρατήσουν οι χοροί, να μη σιγήσει το πανηγύρι της ζωής μας.

Θεόδωρος Κουρεντζής - “Ανώτερη όλων το καλοκαίρι”: Η ποίησή του πατάει πάνω στον Ελύτη, αφού άξιον εστί. Το βάθος της, όμως, πάει αλλού, πιο πέρα από τον Ελύτη, σε σφαίρες λίαν γνωστές. Πολύ ιδιαίτερο και αγαπητό μέρα με τη μέρα.

Iida Turpeinen - “Έμβια Όντα”: Λίγο Ιούλιος Βερν, λίγο από το ύφος του Sylvain Tesson και μία εξελικτική ιστορία, που ξεμπροστιάζεται η ανοησία του ανθρώπου την ώρα που κόσμος του χαρίζει μία υπέρτατη ομορφιά. Και όπως ξαναγράψαμε, το απόλυτο εξώφυλλο.

Γιάννης Ατζακάς - “Πολλή στάχτη, λίγη φλόγα”: Διηγήματα από τη μετέπειτα ζωή του. Ένας πολύ ωραίος συγγραφικός λόγος, που τιμά και την πεζογραφική μας παράδοση.

8 Likes

οι σημερινές μου αγορές κατα την πρωινή μου βόλτα.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται απο Καζαντζάκη
Ημερολόγιο του χειμώνα απο Paul Auster
Η Μεγάλη χίμαιρα απο Καραγάτση.

Ξεκινάμε δυνατά την χρονιά

6 Likes