Μετά από κάτι αιώνες, βρέθηκα πάλι σε παράσταση και είπα να επιλέξω το “Cleansed” σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά στο ΙΜΚ, κυρίως για την Μηνά κι επειδή έχω ακούσει καλά λόγια για τον Λούλη και κάποιους από τους υπόλοιπους ηθοποιούς.
Τα εισιτήρια τα είχα κλεισμένα μήνες και στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η παράσταση απέκτησε ένα τρελό hype κι έγινε talk of the town, όντας sold out για αρκετό καιρό μπροστά και με τα ακραία σχόλια εκατέρωθεν (αποθέωσης και θαψίματος) να δίνουν και να παίρνουν. Ομολογώ ότι αυτό μου κέντρισε το ενδιαφέρον και κυρίως το σημείο περί των ακροτήτων της παράστασης, όσον αφορά τόσο το βίαιο στοιχείο, όσο και το γυμνό. Πολλές αναφορές για αποχωρήσεις στο ενδιάμεσο των παραστάσεων, συνεντεύξεις των συντελεστών που άφηναν ένα μυστήριο να πλανάται και διάφορα άλλα. Επίσης, οι συντελεστές και οι (περισσότεροι) κριτικοί μιλούσαν για το μεγαλείο του κειμένου και το πόσο κλασσικό, αλλά κι επίκαιρο θεωρείται (αν και γραμμένο στα τέλη των 90s).
Στο διά ταύτα, λοιπόν, δεν κατανοώ γιατί υπάρχουν τόσες ακραίες φωνές και από τις δύο μεριές. Εν ολίγοις, ούτε τρελάθηκα, αλλά ούτε και απογοητεύτηκα. Τείνω πιο πολύ προς το αρνητικό πρόσημο (έπιασα, πραγματικά, το εαυτό μου να βαριέται σε ορισμένες πράξεις στον βαθμό του σχεδόν ανυπόφορου), παρά τη δεδομένη καλή δουλειά που έχει γίνει ερμηνευτικά από τους περισσότερους και την ενδιαφέρουσα σκηνοθετική προσέγγιση σε σημεία. Τα των δυνατών ήχων και του έντονου φωτισμού μπορεί να τα βρήκα ολίγον υπερβολικά, αλλά σίγουρα όχι αταίριαστα. Σκηνικά και κοστούμια ΟΚ. Και αυτή η αίσθησή μου του μετριασμένου ενδιαφέροντος και προβληματισμού κατά την αποχώρηση δεν αφορά επ’ ουδενί το γυμνό ή τη βία. Αυτά υποθέτω ότι εν έτει 2026 σοκάρουν είτε έναν 18χρονο, ο οποίος απέκτησε για πρώτη φορά σύνδεση στο διαδίκτυο (ή αντίστοιχα είδε τηλεόραση) μία εβδομάδα πριν δει την παράσταση ή κάποιον εξωγήινο, ο οποίος προσγειώθηκε στη Γη από έναν πλανήτη όπου ολημερίς τα λουλούδια τραγουδάνε το «Ήσυχο, ήσυχο το ποταμάκι…». Δηλαδή, όταν τις προηγούμενες ημέρες βλέπουμε είτε ξυλοδαρμούς μέχρι θανάτου φάτσα-φόρα, είτε τροχαία δυστυχήματα, είτε…, είτε…, το βρίσκω εντελώς παράταιρο να σοκάρεται κανείς από μία παράσταση σαν το “Cleansed”. Ενδιαφέρον είχε και η δημογραφία του κοινού, όπου -τουλάχιστον χθες στη βραδινή- είχε πάρα πολύ νεαρό κόσμο (ηλικιακού εύρους γύρω στα 25), αλλά και πολλά ομόφυλα ζευγάρια (έχει μια σημασία αυτό, καθότι την παράσταση παίζει και να την κλέβει με την ερμηνεία του ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου).
Εκεί, λοιπόν, που δεν έπιασα τον τόσο μεγάλο «θόρυβο» είναι στο κείμενο, το οποίο αν κι ενδιαφέρον σαν προσέγγιση (μην ψάχνετε κλασσικές προσεγγίσεις και νόρμες εδώ), δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί είναι τόσο κλασσικό και αιώνιο, πολλώ δε μάλλον όταν έχει γραφτεί ούτε 30 χρόνια πριν. Να ήταν γραμμένο τη δεκαετία του ’50, να το καταλάβω. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν το ακυρώνω το κείμενο, απλά, εγώ δεν εντόπισα κάτι, είτε στον καταγγελτικό του λόγο, είτε σε όλα τα υπόλοιπα αιώνια και μεγάλα ζητήματα που αγγίζει, το οποίο να μην το έχω δει και αλλού, και πολύ καλύτερα, μάλιστα. Σε μία ψιλο-κυνική προσέγγιση, σκέφτηκα μέχρι και το ότι τα έργα της βασανισμένης συγγραφέως, η οποία έφυγε άδικα από τον μάταιο τούτο κόσμο (έχοντας προλειάνει το έδαφος για την αποχώρηση και στα γραπτά της, ίσως σε μία απέλπιδα κραυγή απόγνωσης), έχουν αποκτήσει τόσο μέγεθος, κυρίως λόγω της δύσκολης πορείας της και του άδοξου τέλους της (έχει συμβεί και τα καθ’ ημάς μουσικά, αν θέλουμε να είμαστε 100% ειλικρινείς με τους εαυτούς μας). Προφανώς, μιλάω σαν ένας απλός θεατής και δεν διεκδικώ ούτε κατ’ ελάχιστον την οποιαδήποτε δάφνη του ειδικού, ειδικά επί των θεατρικών.
Σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνω ότι είναι μία ενδιαφέρουσα παράσταση, με λίγες δυνατές στιγμές, για την οποία φαίνεται να έχει γίνει πολύ περισσότερος ντόρος απ’ ό,τι της αναλογεί.

