Operation Ivy “Operation Ivy” (1991)
Λοιπόοον, είναι κάποιες μπάντες/δίσκοι που περιμένουν υπομονετικά το πλήρωμα του χρόνου για να τις ανακαλύψω. Μία τέτοια περίπτωση αποτελούν οι Operation Ivy και ο (μοναδικός full-length) δίσκος τους, “Energy” του 1989 (επανακυκλοφόρησε μετά από 2 χρόνια μαζί και με το “Hectic” EP + άλλα 2 τραγούδια σαν συλλογή, οπότε προτείνω να το ακούσετε σε αυτήν την τούμπανη έκδοση).
Εδώ και αρκετά χρόνια, λοιπόν, σκόνταφτα συνεχώς πάνω στο όνομα (ή και κάποια τραγούδια) των Operation Ivy: σαν μία από τις βασικότερες επιρροές του Stza των Choking Victim/Leftover Crack. Σαν την μπάντα που ενέπνευσε τόσο πολύ τον Fat Mike των NOFX που για ένα φεγγάρι σκεφτόταν να διαλύσει τους NOFX και να δουλέψει ως roadie για τους Operation Ivy (τον απέτρεψε η κυκλοφορία του “Suffer” των Bad Religion που του εισήγαγε ένα εντελώς νέο concept για το πώς θα μπορούσε να παίξει punk rock). Σαν την οbscure, «πρώην» μπάντα των πολύ πιο γνωστών και πετυχημένων Rancid. Σαν την μπάντα της οποίας κομμάτια έβλεπα συνεχώς να διασκευάζονται από άλλα συγκροτήματα που άκουγα την εκάστοτε περίοδο (π.χ. Millencolin και Green Day). Τέλος, σαν την μπάντα που με καθολικό τρόπο διεκδικούσε τον τίτλο του αρχετυπικού ska-punk συγκροτήματος, αυτού που έπαιξε τον βασικότερο ρόλο ώστε να γεννηθεί το λεγόμενο «τρίτο κύμα» της ska μουσικής εκεί στα τέλη 80’s με αρχές 90’s.
Οι Operation Ivy είναι από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που ήρθαν, σημάδεψαν κι εξαφανίστηκαν. Με μόλις 2 χρόνια ζωής κι έναν μονάχα ολοκληρωμένο δίσκο, είχα τεράστια απορία για το πώς απέκτησαν τόση υστεροφημία και γιατί είχαν τόσο μεγάλο εκτόπισμα. Ε, όταν άκουσα το “Energy” (τίτλος-όνομα και πράμα) τα κατάλαβα όλα…
Προσωπικά μιλώντας, αν κι ακούω το album μονάχα εδώ και κάποιους μήνες, μπορώ ανεπιφύλακτα να πω πως αν με ρωτούσε κάποιος για το top-5 αγαπημένων μου PUNK δίσκων (έτσι, σκέτο «punk», χωρίς άλλες ταμπέλες τύπου «anarchο», «hardcore», «crust» κλπ.), το “Energy” θα ήταν σίγουρα μέσα. Μπορεί μεν κι αυτό με τη σειρά του ν’ ανήκει σ’ ένα εξειδικευμένο υπο-ιδίωμα (ska-punk), αλλά ο πρωτόλειος τρόπος που το παίζουνε, η αγνή ορμητικότητά του, η ανόθευτη φύση του, ίσως-ίσως και η νεανική άγνοια της μπάντας ότι προχωράει σε κάτι πραγματικά καινούριο, όλα αυτά μαζί με κάνουν να του χαρίζω την ταμπέλα του PUNK (αυτού που το λες έτσι με κεφαλαία για να γεμίζει το στόμα σου). Γιατί ναι μεν οι χαρακτηριστικές άρσεις των ska ρυθμών είναι ένα κυρίαρχο (αν όχι το κυρίαρχο) συστατικό του “Energy”, αλλά οι Operation Ivy είναι ξεκάθαρα ένα παιδί της εποχής τους: της εποχής του 924 Gilman Street, μιας εποχής που είχε ήδη αφομοιώσει τη βιαιότητα του αμερικάνικου hardcore punk και τώρα έψαχνε αναφορές και σε άλλα, πιο μελωδικά μονοπάτια –κάτι που θα γεννούσε καρπούς λίγα μόλις χρόνια αργότερα. Είναι τυχαίο, άραγε, που η τελευταία (προαποφασισμένη) συναυλία των Operation Ivy στον προαναφερόμενο συναυλιακό χώρο, ήταν και η επίσημη πρώτη κάποιων… Green Day εκεί; Λες κι η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε οι Operation Ivy να είναι ακριβώς αυτή η μπάντα-μεταίχμιο, το απαραίτητο σκαλοπάτι που η σκηνή είχε ανάγκη ώστε να μπολιαστεί με μία νέα ενεργητικότητα (pun intended), με νέες ιδέες, νέα άποψη για τον ήχο. Πώς το έλεγε ο Γκράμσι (νομίζω) όταν ήθελε να εξηγήσει για το τι είναι η «κρίση» στον καπιταλισμό, κι εξηγούσε πως είναι αυτή ακριβώς η περίοδος στην οποία το «νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμη, αλλά το παλιό πεθαίνει»; Ε, κάπως έτσι έχω στο μυαλό μου τους Operation Ivy (και, ναι, μάλλον διεκδικώ παγκόσμια πρωτιά χρησιμοποιώντας Γκράμσι σε review για τους Operation Ivy). Γιατί π.χ. ακούγοντας τραγούδια σαν τα “The crowd”, “Bombshell”, “Gonna find you” και “Missionary”, αντιλαμβάνεσαι άμεσα τις επιρροές του αμερικάνικου punk –μιλάμε για τσιτωμένα, γρήγορα κομμάτια όπως θα περίμενε κανείς από συγκρότημα της εποχής τους. Ή το εξαίσιο “Jaded”, με τις εισαγωγικές μινόρε συγχορδίες του, πόσο Bad Religion ακούγεται, άραγε; Το βρετανικό, ’77 punk επίσης είναι μία βασική αναφορά –ίσως και η πιο κρίσιμη αν θέλουμε ν’ ανιχνεύσουμε από που ξεπατικώθηκε αυτή η νεωτερική μελωδική εκδοχή του punk rock σε κομμάτια όπως το πολυδιασκευασμένο “Knowledge”.
Όμως, παιδιά, για εμένα η μαγεία των Operation Ivy, το στοιχείο που πραγματικά με γοήτευσε και βρίσκω τόοοσο μα τόσο εθιστικό στον ήχο τους, δεν είναι παρά τα ska στοιχεία τους. Προσοχή, εδώ, λοιπόν: γνωρίζω ότι για πολλούς/ές από εμάς, αυτός ήχος μπορεί να ξενίζει, μιας και ο χαρακτηριστικός «χοροπηδηχτός» ρυθμός του βγάζει κάτι το «χαρούμενο» και χορευτικό που ίσως φαίνεται παράταιρος σε όσους/ες αρέσκονται σε πιο, ας πούμε, «σκοτεινά»/«σοβαρά» ακούσματα. Για εσάς, λοιπόν, που τρέφετε αμφιβολίες για το πόσο πετυχημένα θα μπορούσε να συνδυαστεί αυτό με την τραχύτητα του punk (και τον σκληρό ήχο γενικότερα), θα κάνουμε ένα σύντομο τεστ:
Θα πατήσετε το play στο παρακάτω video, θα πάρετε μία γερή τζούρα υπερ-ταχύτατης punk άρθρωσης στην αρχή, κι όταν φτάσετε στα πρώτα 40 δευτερόλεπτα προσπαθήστε να ΜΗΝ κουνηθείτε στον ρυθμό της μουσικής την ώρα που ο Jesse Michaels γελάει μες στα μούτρα σας με την έκπληξή σας:
Καταλάβατε το απλό, μας ευφυές, κόλπο των Operation Ivy; Το groovy στοιχείο έγκειται στο ότι ενώ οι πρώτοι «κύκλοι» παίζονται γρήγορα, μετά ο ρυθμός πέφτει, οι μπασογραμμές ακούγονται πολύ πιο έντονα, κι εσύ δεν μπορείς παρά να παραδοθείς σ’ αυτήν την εναλλαγή του ρυθμού. Εδώ αυτό μπορεί να παρατηρηθεί πολύ πιο σύντομα, στα 20 πρώτα δευτερόλεπτα (σ’ ένα καταπληκτικό τραγούδι που η εξέλιξη του θυμίζει ακόμα και Fugazi!):
Τα διαμάντια, βέβαια, του δίσκου, δεν είναι άλλα από τη δυάδα “Take warning” και “Unity”:
Το “Take warning” έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να είναι μοναδικό τραγούδι του δίσκου που κινείται ολόκληρο σε ska/reggae ρυθμούς. Σαν ένα δικό τους “The guns of Brixton” κατά κάποιον τρόπο, το “Take warning” αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα για το πώς τα αγριεμένα φωνητικά μπορούν να συνδυαστούν με νωχελικούς ρυθμούς, ενώ το «σκοτείνιασμα» του τραγουδιού εκεί μετά το 01.50 αποτελεί θεία έμπνευση. Περιττό, επίσης, να πω πως το κολλητικό refrain θα το ακούσετε μία φορά και μετά θα το σιγοτραγουδάτε την υπόλοιπη μέρα.
Όσον αφορά το “Unity”, το ακούς και αντιλαμβάνεσαι άμεσα γιατί μπορούσε να πάρει τις διαστάσεις κανονικού «hit». Ξεσηκωτικό, με σχεδόν-rapάρισμα στα couplet και τέλεια πιασάρικο refrain στο οποίο ένα διακριτικό guitar lick κάνει τη διαφορά. Γιατί δεν είναι πιο γνωστό ένα τέτοιο κομμάτι;;;
Για το τέλος, θέλω να κάνω μία ξεχωριστή αναφορά σ’ ένα στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, αν έλειπε, ο ήχος των Operation Ivy θα ήταν πολύ διαφορετικός. Μιλάω για τα φωνητικά του Jesse Michaels. Ο τύπος έχει το τέλειο γρέζι του πάνκη, το τέλειο flow του χιπχοπά όπου χρειάζεται, αλλά μπορεί και δίνει και μία μελωδική εσάνς όταν θέλει (δες τις καταλήξεις στο 2ο couplet του “The crowd”, για παράδειγμα, ή το σχεδόν «αμανέδικο» στυλ στο “Smiling”). Οι αντιθέσεις αυτές στο στυλ του δίνουνε ποικιλία στον δίσκο. Δείτε π.χ. το τραγούδι “Vulnerability” (ένα κομμάτι που, κατά τ’ άλλα, δεν θα γέμιζε πολύ το μάτι): μιλάμε για ψυχωμένη ερμηνεία εκεί στο 01.09, με τους πρώτους στίχους να τραγουδιούνται μελωδικά και μετά να ουρλιάζονται με παθιασμένο τρόπο. Αλλά αυτό που λατρεύω ακόμα περισσότερο στυλ του είναι η live αίσθηση που σου βγάζει, τα γέλια, οι άναρθρες κραυγές, η πορωτική άρθρωση των λέξεων, τα «pick it up! Pick it up!» που λέει συνέχεια (χαρακτηριστικό ska επιφώνημα για να ξεκινήσει ο κόσμος να χορεύει), γενικότερα σου βγάζει τσίτες και νεύρο το στυλ του.
Αυτά τα λίγα για έναν δίσκο που όσο γρήγορα/πρόχειρα κι αν ακούγεται να ηχογραφήθηκε (κι ίσως έτσι να έγινε), άλλο τόσο μοιάζει να «αιχμαλώτισε» αυτήν την πολύτιμη αίσθηση του «γρήγορου κι επικίνδυνου» που χαρακτήριζε μία ολόκληρη σκηνή. Τόσα χρονιά μετά κι ακούγεται τόσο μα τόσο περιπετειώδες και ξεσηκωτικό. Φαντάζομαι πόσο σοκαριστικό θα ακουγόταν τότε.