..Με λίγα λόγια

Το πρωτο ζευγαρι ειναι κλασικη περιπτωση ισοπαλια κανονικη διαρκεια, ισοπαλια παραταση νικη στα πεναλτι δεν ξερω απο ποιον

Το δευτερο ζευγαρι ευκολη επικρατηση του (γαμιστερου και αφανους) some heads, το you’ve got ειναι το μονο κομματι που εχω λιγο βαρεθει με τα χρονια απο το συνολο των δυο δισκαρων

Σε ολα τα υπολοιιπα συμφωνω, οπως και (οριακα, οχι ευκολα) στο συμπερασμα

Επισης, σε αυτο το σημειο να εξομολογηθω την τεραστια αδυναμια μου στο Rock hard ride free, οταν ακουω το δισκο και ερχεται η ωρα του συνηθως το ακουω 2-3 φορες στο ριπιτ και μετα συνεχιζω το δισκο κανονικα

4 Likes

έλεγα να το βάλω 1Χ το δεύτερο ζευγάρι για να είμαι ειλικρινής, κέρδισε στην παράταση το You’ ve Got Another Thing Comin, αν και θα μπορούσα να ζήσω χωρίς να το ακούσω ξανά

Rock Hard Ride Free λατρεία!

1 Like

@The_Black_League

Που λες λοιπόν για το Screaming έχουμε και λέμε:

  • Είναι - εύκολα - ο μέταλ δίσκος που έχω ακούσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τη δεκαετία που διανύουμε. Και μπορεί και της προηγούμενης. Με άλλα λόγια, είναι για κάποιον λόγο ο δίσκος των Priest στον οποίο επιστρέφω πιο συχνά εδώ και χρόνια.

  • Είναι ο ένας από τους δύο δίσκους που θεωρώ ότι έχουν τον καλύτερο ήχο - ιδίως κιθαριστικό - σε όλο το μέταλ (για την Ιστορία, ο άλλος είναι το Somewhere in Time).

  • Μέσα στα 5-6 κορυφαία μέταλ εξώφυλλα όλων των εποχών.

  • Είναι ο δεύτερος καλύτερος δίσκος των Priest στα 80s.

  • Το μπάσιμο με το Hellion είναι το μέταλ το ίδιο. Hands down.

  • Περί ομότιτλου: αν και κολλάω να μην ονομάσω κορυφαίο κομμάτι του δίσκου το Electric Eye (και για “ιστορικούς” λόγους αν θες) το Screaming μπορεί και να είναι το προσωπικό αγαπημένο μου από δω μέσα. Φουλ πώρωση, η καλύτερη δισολία σε όλο το μέταλ (την έχω και ήχο κλήσης! Ίσως βέβαια να είναι και η δεύτερη καλύτερη δισολία σε όλο το μέταλ, παίζει ανάμεσα σ’ αυτό και στο Exciter) και η κραυγή του Ρομπ εκεί προς το τέλος η καλύτερή του σε όλα τα 80s (άρα, πάλι, μέσα στις καλύτερες όλων των εποχών σε όλο το μέταλ).

  • Περίεργη επιλογή για αγαπημένο κομμάτι το Pain and Pleasure :sweat_smile: αλλά εντάξει γαμάει (μέχρι) κι αυτό τι να λέμε.

  • Take These Chains Off απίθανη κομματάρα εμπορικού με τον σωστό τον τρόπο μετάλλου.

  • Bloodstone, το ριφφ, ΤΟ ΡΙΦΦ. Τι να λέμε τώρα.

  • Σκιπ - πλέον - μόνο στο You’ve Got Another Thing Coming :grinning: σόρι, το ‘χω ψιλοβαρεθεί. Αν και εδώ που τα λέμε πολλές φορές το αφήνω κι αυτό να παίξει. Μόνο και μόνο για εκείνη τη θεϊκή γέφυρα και το γαμηστερό - αλανιάρικο κιθαριστικό σόλο που ακολουθεί, και για την γκάβλα του "Well I’m a BIG SMASH (crash cymbal) - I’m goin’ for infinity!".

  • Όλων των παραπάνω λεχθέντων, με συνολικούς όρους δισκογραφίας των Priest θα το έβαζα… χμμμμ… στην 5η ή 6η θέση :stuck_out_tongue: ανάλογα με το αν βάζουμε μέσα και live albums ή όχι.

7 Likes

3 Likes

Αν εννοείς ότι το βάζω πολύ χαμηλά, you get a pass

Αν εννοείς ότι θέλεις να ακούσεις και τα άλλα, πες το

Αν εννοείς κάτι άλλο, ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ

3 Likes

Πες και τα αλλα να δω κατι :stuck_out_tongue:

1 Like

The Hellion / Electric Eye" VS “Freewheel Burning” 1
“Riding on the Wind” VS**“Jawbreake r” 1
“Bloodstone” VS**“Rock Hard Ride Free ”** 1
“(Take These) Chains” VS “The Sentinel” 2
“Pain and Pleasure” VS “Love Bites” 2
“Screaming for Vengeance” VS “Eat Me Alive” 1
“You’ve Got Another Thing Comin’” VS “Some Heads Are Gonna Roll” 2
“Fever” VS “Night Comes Down” 2
“Devil’s Child” VS “Heavy Duty / Defenders…” 1

Εγώ οριακά Screaming (με βάση τα τραγούδια). Βέβαια με εξαίρεση το Sentinel, θεωρώ πως το Screaming στις δυνατές στιγμές του δεν χάνει από το Defenders, στις πιο αδύναμες μόνο τα βρίσκει λίγο σκούρα. Και αν και δεν τρελαίνομαι με την παραγωγή του, την προτιμώ χίλιες φορές από του Defenders. Οπότε δαγκωτό Screaming.

6 Likes

Disclaimer: τα εξώφυλλα που προσωπικά γουστάρω περισσότερο είναι κατά κύριο λόγο αρκετά που μπορεί να μην είναι τα πιο “καλλιτεχνικά” που έχεις δει αλλά μου βγάζουν μια πώρωση και ένα “fuck me this is so iconic” feeling ανάλογα/εφάμιλλα - σε έναν βαθμό - της μουσικής

That said

Έτσι πρόχειρα θα έλεγα: Highway to Hell (original Australian edition), For Those About to Rock, British Steel, Killers, Restless and Wild

edit
ε βάλε και το Number of the Beast ξέρω γω

4 Likes

στο τοπ5 μου σε αυτο τον τομεα στα 80ς παντα.

1 Like

Νομίζω δεν έχουμε αποθεώσει αρκετά τους Kinks σε αυτό το forum! Για πάμε λοιπόν με μια επιλογή που συνήθως δεν είναι από τις πρώτες…

Το δέκατο album των Kinks (και πρώτο για την RCA) είχε σαν τίτλο ένα λογοπαίγνιο με το Muswell Hill, την περιοχή του Λονδίνου όπου μεγάλωσαν οι αδελφοί Davies (τα συνήθιζαν άλλωστε κάτι τέτοια αυτοαναφορικά), που συνιστούσε ένα εύγλωττο hint για την μουσική κατεύθυνση του!

Γιατί το Muswell Hillbillies ξεχωρίζει στη δισκογραφία των Kinks αφού εδώ εναγκαλίζονται την παραδοσιακή αμερικάνικη μουσική, ήτοι country, blues, music hall, jazz γιατί όχι, διατηρώντας εν τούτοις μια χαρακτηριστικά αγγλική νοοτροπία με τον κυνισμό και την σατιρική διάθεση που την διακρίνει, με τους στίχους να καταπιάνονται με τις δοκιμασίες στις ζωές καθημερινών ανθρώπων τις σχετιζόμενες με ψυχική υγεία, εξαρτήσεις, αποστροφή για τον μοντέρνο τρόπο διαβίωσης ή την τεχνολογία!

Πολύ σοφά, το πρώτο κομμάτι κάνει την μετάβαση στο “νέο” ύφος ομαλότερη μιας και το 20th Century Man έχει έναν hard rock αέρα σε σχέση με όσα ακολουθούν, όπως το επόμενο του jazzy Acute Schizophrenia Paranoia Blues, το Alcohol όπου τα πνευστά θρηνούν το πώς η λάθος γυναίκα και το ποτό μπορούν να σε καταστρέψουν, τα up tempo, σκανδαλωδώς εθιστικά Complicated Life και (ειδικά το) Have a Cuppa Tea ή τις καθαρόαιμες, πανέμορφες country μπαλάντες Holloway Jail και Oklahoma U.S.A., το σπουδαίο ομότιτλο κλπ! Άκρως ενδιαφέρουσες και επιτυχημένες είναι και οι ενορχηστρώσεις με την χρήση μη “παραδοσιακών” rock οργάνων.

Το ευτύχημα είναι ότι το Muswell Hillbillies κέρδισε την επιδοκιμασία των κριτικών. Δυστυχώς όμως οι πωλήσεις υπήρξαν φτωχές – ειδικά συγκρινόμενες με την επιτυχία του Lola που ανέβασε τις προσδοκίες. Ίσως ο παλιομοδίτικος χαρακτήρας και η μελαγχολική διάθεση να απαιτούσαν μιας κάποιας ηλικίας ακροατές για να εκτιμηθούν. Το γεγονός είναι ότι εδώ έχουμε τον τελευταίο πραγματικά καταπληκτικό δίσκο των Kinks που κλείνει μια περίοδο που ξεκίνησε το 1966, κατά την οποία κυκλοφόρησαν λίγο πολύ άψογα album.
Όχι κι άσχημα για μια “singles band”, θα έλεγε κανείς!

8 Likes

Μεγάλη δισκάρα και αρκούντως διαφορετική. Η πλάκα είναι πως στην Αμερική έγιναν όνομα αργότερα στη δεκαετία (χάνω τις χρονιές).

1 Like

Καιρό έχει να κινηθεί το τόπικ, πάμε με κάτι που δεν θυμάμαι να έχουμε συζητήσει:

Έχοντας “επιστρατεύσει” ένα live album να γεφυρωθεί το (ανεπίτρεπτο στα seventies) χάσμα της κενής δισκογραφικά χρονιάς, οι Ολλανδοί Focus συγκεντρώθηκαν στις αρχές του 1974 για να ηχογραφήσουν το τέταρτο τους LP. Στο μεταξύ, αποχώρησε ο drummer Pierre van der Linden με τον αντικαταστάτη του να είναι ο Colin Allen (πρώην Stone the Crows), ένας Άγγλος! Το πραγματικά κακό βέβαια ήταν ότι οι σχέσεις των Thijs van Leer και Jan Akkerman είχαν διαταραχθεί με τον κιθαρίστα να γράφει τα μέρη του ευρισκόμενος στο studio σε διαφορετικές ώρες από τους υπόλοιπους τρεις!

Αυτό πάντως δεν εμπόδισε την μπάντα να βγάλει τον μάλλον καλύτερο της δίσκο! Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ του “Hamburger Concerto” και των προηγουμένων του έγκειται στο ότι εδώ οι Focus, παρά την ποικιλομορφία του υλικού, κλίνουν φανερά προς την κλασική μουσική (baroque και αναγεννησιακή) με τα jazz τζαμαρίσματα να αποτελούν παρελθόν. Πλέον όλα μοιάζουν να έχουν τον ρόλο τους, η ροή είναι άψογη και φυσικά την παράσταση κλέβουν τα πλήκτρα/φλάουτο του van Leer και η κιθάρα του Akkerman σε ένα πρακτικά instrumental δίσκο όπου τα φωνητικά συναντώνται σπάνια και χωρίς να υπάρχουν στίχοι, ενώ ακούμε και όργανα πέραν αυτών των κλασικών rock ενορχηστρώσεων!

Ο δίσκος εκκινεί με το “Delitae Musicae” που αποτελεί διασκευή στο έργο ενός Ολλανδού κλασικού συνθέτη και συνεχίζει με το rock-άδικο “Harem Scarem” (κυκλοφόρησε και σαν single) και το πανέμορφο “La Cathédrale de Strasbourg” που καταφέρνει να μεταδώσει το ήρεμο μεγαλείο του γοτθικού ναού με τις φωνητικές αρμονίες και το όργανο σε πρωτεύοντα ρόλο. Στο εκπληκτικό “Birth” όμως, που κλείνει τη πρώτη πλευρά, οι Focus κάνουν μια επίδειξη το πώς ένα κομμάτι χωρίς λόγια μπορεί να παραμένει ενδιαφέρον ενόσω κιθάρα και φλάουτο εναλλάσσονται στη θέση του οδηγού συνοδεία ενός δυνατού μπάσου!
Στη δεύτερη, φιλοξενείται το ομότιτλο (που εμπνεύστηκε ο Akkerman τρώγοντας ένα.hamburger στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη και βασίζεται σε ένα έργο του Brahms!), ένας 20λεπτος prog ογκόλιθος που τα μέρη του ονοματίζονται από τις διάφορες… μεθόδους ψησίματος του κρέατος!

Δυστυχώς όμως οι συνεχώς επιδεινούμενες σχέσεις μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών θα είχαν αυτονόητα ολέθριες συνέπειες για την συνοχή της μπάντας στο άμεσο μέλλον και αυτό το αριστούργημα δεν θα είχε συνέχεια.

5 Likes

Προσωπικά μάλλον θα το κατέτασσα 2ο, πίσω από το αγαπημένο μου 3ο τους άλμπουμ. Παραδόξως, έχω την αίσθηση πως η κοινή γνώμη θεωρεί το Μοving Waves ως το κορυφαίο τους έργο. Ίσως φταίει όμως που και πολλοί ασχολήθηκαν μαζί του λόγω Hocus Pocus, ενός ιδιοφυούς αλλά μη αντιπροσωπευτικού τραγουδιού τους.

Το Birth πάντως, εδώ, αποτελεί μια από τις καλύτερες αν όχι ΤΗΝ καλύτερη σύνθεσή τους. Μεγαλειώδης Akkerman!

1 Like

BLAST FROM THE PAST:

RANDY:The Complete Anthology
(2019, No Remorse Records)

«See that flaming sign…»

Οι RANDY δημιουργήθηκαν το 1981 στην πόλη Ράντερς της Δανίας, μια άγνωστη πόλη σε μας, αφού ούτε για κάποιο σημαντικό αξιοθέατο φημίζεται, ούτε η τοπική ομάδα είναι κάποιο μεγαθήριο (έχει πάρει δυο κυπελλάκια βέβαια).

Το σχήμα πήρε σάρκα και οστά όταν διαλύθηκαν δύο άλλα σχήματα, οι Bullerband και οι Jet και αποτελούταν από τους Jan Buller Jensen (κιθάρα), Jørgen Viftrup Hou (κιθάρα και φωνητικά), ο Jim Bjerregaard Jensen (μπάσο), Brian Andersen (ρυθμική κιθάρα) και Torben Pape (τύμπανα)

Αρχικά oνομάζοταν Grandy, αλλά όταν αποχώρησε ο Jan Buller για να φτιάξει τους Mirage, οι υπόλοιποι ονόμασαν το σχήμα Randy. Λίγο μετά αποχώρησε και ο Jim Bjerregaard και το μπάσο ανέλαβε ο Brian Andersen.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο 1986 και σαν τρίο πλέον, έβγαλαν τη μοναδική επίσημη κυκλοφορία τους, το 7ράκι single “Shadows Are Falling” (με b-side το πωρωτικό “The Beast”), μέσω της Δανέζικης Arp Grammofon, ένα μικρό label με ελάχιστες κυκλοφορίες και φαντάζομαι μηδαμινή διανομή των κυκλοφοριών της (αν και είχε φτάσει και μέχρι τη χώρα μας, για τους Randy πάντως δεν θυμάμαι να γίνεται κάπου αναφορά στα 80ς, ούτε υπήρχε σαν λήμμα στην εγκυκλοπαίδια που κυκλοφόρησε το Metal Hammer το 1990). Αυτός θα είναι φαντάζομαι και ο λόγος για τον οποίο το single πωλείται πλέον σε εξωφρενικές τιμές.

Λίγη σημασία έχουν αυτά όμως, οι δανοί μυστακοφόροι παίζουν κλασικό heavy metal, όπως αυτό παιζόταν στα 80ς, αρκετά ανθεμικό, με προφανή βασική επιρροή το nwobhm και είχαν το potential για έναν ολοκληρωμένο δίσκο, ο οποίος δεν ήρθε ποτέ. Με την ίδια σύνθεση έβγαλαν ένα demo επτά κομματιών το 1987 σε πιο hard rock ύφος, θυμίζοντας περισσότερο το Shadows… παρά το The Beast δηλαδή. Το 1990 αποχώρησε ο Torben Pape και με τον Søren Højstrøm στα ντραμς έβγαλαν το 1992 ένα ακόμα demo, το τεσσάρων συνθέσεων “End Of The Rainbow”.

Και μετά; Τίποτα! Αυτό ήταν! Χάθηκαν στη λήθη του χρόνου, μέχρι που το 2010 η No Remorse κυκλοφόρησε μια συλλογή όπου μάζεψε τα κομμάτια του single και του demo μαζί με τρία live κομμάτια του 1987.

Το 2019 η συλλογή έγινε καλύτερη, αφού περιείχε και τα δύο demo πλέον, ενώ φέτος βγήκε σε διπλή έκδοση με ένα ολόκληρο live δεκατριών κομματιών στο δεύτερο cd.

Οκ, είναι ξεκάθαρο πως δεν στέκονται όλα τα κομμάτια των Randy στο ίδιο επίπεδο, μερικά παραείναι αδύναμα, αλλά για ένα σχήμα που δεν κυκλοφόρησε ποτέ ένα κανονικό άλμπουμ η συλλογή κάνει πολύ καλά τη δουλειά της.

10 Likes

image

Καθότι σήμερα εορτάζει το νυμφώνα του με τη γέννησή του, αξίζει να σκορπίσουμε μια αράδα λέξεων για ένα δίσκο που έφερε στο προσκήνιο το πιο καθηλωτικό “Ο” από καλλιστικής, εικαστικής, αλλά και μουσικής όψεως.

Τυγχάνει να εμφανίζεται την καλύτερη δεκαετία, αλλά και την ωραιότερη χρονιά για το ύφος του και τον χαρακτήρα του. Βέβαια, χάνει κατά κράτος από το γεγονός, πως την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το “Amok”. Χωρίς, ωστόσο, να είναι κάτι ατυχές, αφού το εξίσου καταιγιστικό “North from here” σίγουρα τού χάρισε αρκετά δάνεια και φώτα. Πάντα, στην ίδια κουβέρτα που τόσο η Σουηδική συνομοταξία του ήχου, όσο και οι υποφαινόμενες σφραγίδες των '70s κρεμάνε τις χρυσές τους λίρες ως δώρο για τη γέννησή του.

Αδιαμφισβήτητα, το ντεμπούτο των Opeth, μετά από τόσα χρόνια, δεν χάνει πουθενά. Δεν υστερεί σε τίποτα, αφού είναι η αρχή της μη προβλεπόμενης εξέλιξης της μπάντας, αλλά και της απροσδόκητης άφιξης των μετέπειτα τεραστίων διαμαντιών. Μία εξαίσια παραγωγή εκείνης της εποχής οφείλει στον εαυτό της να κάνει ένα πράγμα μόνο: να χαριτώνει το παίξιμο στα τύμπανα και τις δίκασες του Nordin, ο οποίος κάνει εξαιρετικά πράγματα σε σημείο που μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος “περαστικός”, “μα καλά, δεν ξέρει να παίζει κάτι άλλο;”.

Από 'κει και πέρα, μας συστήνεται η καλή λόξα του Akerfeldt να συνθέτει μακροσκελώς και περιπετειωδώς και αν χρειάζεται να μην τελειώνει ποτέ το άσμα. Η δεινότητα του ιδίου, όσο και του έτερου Καππαδόκη Lindgren να οργιάζουν στα μελωδικά leads, αλλά και στις κατά συρροή riffογενείς μάζες [υπό καλπάζοντες ρυθμούς], με κάνει προσωπικά να θεωρώ τον συγκεκριμένο δίσκο ως κάτι το πολύ ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Βασιζόμενος στην τολμηρή τους πρόθεση να ανοίξουν το δίσκο με τα “πολυτελή” και τέλεια “In Mist She Was Standing” και “Under the Weeping Moon”, με κάνει να θεωρώ πως θα μπορούσε να τελειώσει εκεί η ιστορία, αλλά ήταν φύσει αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο.

Μακάρι να έρθει μια μέρα που θα το παίξουν ολόκληρο. Να ανεμίζουν στα ηχεία οι ταχύτατές του μελωδίες, ενώ θα παίρνουν και μία ανάσα με τη σιλουέτα τους. Κι όσο αγαπώ τις προοδευτικές τους προεκτάσεις και τάσεις, άλλο τόσο ανατρέχω στο ντεμπούτο τους. Σε σημείο, μάλιστα, που ξεχνώ το “Amok” και αγνοώ την ύπαρξή του (@The_Black_League και @Ian_Metalhead δεν είναι αυτό που νομίζετε…). Για deathάδες (πόσο Frostικό μπορεί να είναι το riffing στο “Forest of October”), για powerάδες, για κυράδες και γιους των ωδείων, για κάθε καρυδιάς καρύδι.

14 Likes

Το Bad Moon Rising των Sonic Youth κυκλοφόρησε το 1985, ως μια πυρετώδης αφήγηση πάνω στον φόβο, τη βία και την παρακμή της αμερικανικής κουλτούρας της εποχής του - ενώ στρώνοντας από τη μια το χαλί για τα επερχόμενα Daydream Nation, Goo, Dirty, η μπάντα διαμορφώνει και επικυρώνει σε σημαντικό βαθμό τον προσωπικό ήχο που θα την συνόδευε μετέπειτα στις πιο χαρακτηριστικές της στιγμές (μικροφωνισμούς στις παράδοξα κουρδισμένες κιθάρες της, παραμορφώσεις, μια γενικότερη αποδόμηση των παραδοσιακών ροκ φορμών κτλ).

Το Bad Moon Rising ήταν η στιγμή (μετά το πολύ πιο δύσπεπτο και στριφνό τους ντεμπούτο) όπου όλα αυτά τα παραπάνω στοιχεία απέκτησαν συνοχή και μετατράπηκαν σε μια ενιαία αισθητική πρόταση με πραγματικό καλλιτεχνικό βάθος. Ο δίσκος είναι μια σκοτεινή ανατομία της αμερικανικής ψυχής όπως είπα πριν, ένας ηχητικός εφιάλτης που μετατρέπει την Reagan-ική Americana σε κάτι ασυνείδητα απειλητικό (και υπνωτικό ταυτόχρονα). Από τα πρώτα λεπτά του album γίνεται σαφές ότι οι Sonic Youth δεν ενδιαφέρονται να γράψουν “τραγούδια” με συμβατική έννοια. Το album δημιουργεί την αίσθηση μιας σκοτεινής διαδρομής μέσα σε έναν κόσμο που φλερτάρει με την αποσύνθεση - σαν ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο σε έναν έρημο αμερικανικό επαρχιακό αυτοκινητόδρομο, περιτριγυρισμένος από neon φώτα, εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα, παρακμιακά dinners και μια μόνιμη αίσθηση απειλής να παραμονεύει στο βάθος (κάτσε φρόνιμος David Lynch :smiley: ).

Το εναρκτήριο Brave Men Run (In My Family) λειτουργεί σαν μία κάτι-σαν-τελετουργική εισαγωγή σε αυτό το σύμπαν, με τον «πρωτόγονο» ήχο των τυμπάνων του Bob Bert και τις παραμορφωμένες κιθάρες να δημιουργούν ένταση – που όμως δεν εκτονώνεται ποτέ πραγματικά. Ο θόρυβος γίνεται εργαλείο αφήγησης και κάθε παραμόρφωση ή μικροφωνισμός μοιάζει να έχει ένα σημαντικό ρόλο να παίξει, μέσα στη γενικότερη δραματουργία του δίσκου. Αυτή η λογική κορυφώνεται στο Society Is a Hole, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του album – ένα ισχυρό statement πλήρους κοινωνικής αποξένωσης. Οι κιθάρες είναι σχεδόν industrial και η ατμόσφαιρα θυμίζει περισσότερο ένα εφιαλτικό performance art κινηματογραφικής υφής (κάτσε φρόνιμος ξανά David Lynch :smiley: ).

Ακόμη και στις πιο “ήπιες” στιγμές του δίσκου, όπως στο I Love Her All the Time, η αίσθηση της απειλής παραμένει παρούσα. Η όποια μελωδικότητα λειτουργεί περισσότερη ως μανδύας/παραπέτασμα, κάτω/πίσω από τον/το οποίο κρύβεται και παραμονεύει μια αρρωστημένη ένταση και μια υπόγεια βία που δεν εκτονώνεται ποτέ - ένα παιχνίδι εμμονών, επιθυμίας και αυταπατών εξουσίας γεννημένο στα αμερικανικά 80s και το decadence του Δυτικού κόσμου.

Το Bad Moon Rising όμως αποκτά για εμένα το πραγματικό του βάρος στο τελευταίο κομμάτι, το εμβληματικό Death Valley ’69 - όπου συμμετέχει και η Lydia Lunch. Εμπνευσμένο από τις δολοφονίες της οικογένειας Manson το κομμάτι λειτουργεί σαν ένα χαοτικό (και πολυπόθητο, μετά από όλα όσα έχουν προηγηθεί) ξέσπασμα τρόμου. Οι Thurston Moore και Lydia Lunch δεν τραγουδούν αλλά ουρλιάζουν, αλληλοσυγκρούονται και μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε έναν παρανοϊκό κόσμο βίας και έντασης που κορυφώνει τον δίσκο και κατοχυρώνει μια και καλή το στίγμα του στην μουσική σκηνή της εποχής.

Η δύναμη του album overall, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη συνολική του ατμόσφαιρα. Το Bad Moon Rising ακούγεται σαν το κινηματογραφικό soundtrack μιας Αμερικής που σαπίζει κάτω από τα ίδια της τα σύμβολα - το εξώφυλλο με το σκιάχτρο και τη φλεγόμενη κολοκύθα αποτυπώνει τέλεια αυτή την αισθητική. Δεν είναι δίσκος που επιδιώκει να γίνει εύκολα αγαπητός, αλλά αντιθέτως είναι δύσκολος, σκοτεινός και συχνά εχθρικός απέναντι στον ακροατή. Όμως ακριβώς γι’ αυτό απέκτησε τόσο καθοριστική σημασία στην underground μουσική σκηνή της περιόδου των ΗΠΑ – δεν έχει νόημα να αναφέρω το πόσο επιδραστικός υπήρξε σε ολόκληρο το φάσμα αυτού του ήχου μετέπειτα. Η μεγαλύτερη επιτυχία των Sonic Youth στο τέλος της ημέρας, είναι πως κατάφεραν να αποσυνθέσουν με τον τρόπο τους την αμερικανική πραγματικότητα της εποχής - μετατρέποντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής σε μια ηχηρή δήλωση αντι-κουλτούρας. Πολλές φορές νομίζω πως deep down inside είναι ο αγαπημένος μου δίσκος τους.

12 Likes

Operation Ivy “Operation Ivy” (1991)

Λοιπόοον, είναι κάποιες μπάντες/δίσκοι που περιμένουν υπομονετικά το πλήρωμα του χρόνου για να τις ανακαλύψω. Μία τέτοια περίπτωση αποτελούν οι Operation Ivy και ο (μοναδικός full-length) δίσκος τους, “Energy” του 1989 (επανακυκλοφόρησε μετά από 2 χρόνια μαζί και με το “Hectic” EP + άλλα 2 τραγούδια σαν συλλογή, οπότε προτείνω να το ακούσετε σε αυτήν την τούμπανη έκδοση).

Εδώ και αρκετά χρόνια, λοιπόν, σκόνταφτα συνεχώς πάνω στο όνομα (ή και κάποια τραγούδια) των Operation Ivy: σαν μία από τις βασικότερες επιρροές του Stza των Choking Victim/Leftover Crack. Σαν την μπάντα που ενέπνευσε τόσο πολύ τον Fat Mike των NOFX που για ένα φεγγάρι σκεφτόταν να διαλύσει τους NOFX και να δουλέψει ως roadie για τους Operation Ivy (τον απέτρεψε η κυκλοφορία του “Suffer” των Bad Religion που του εισήγαγε ένα εντελώς νέο concept για το πώς θα μπορούσε να παίξει punk rock). Σαν την οbscure, «πρώην» μπάντα των πολύ πιο γνωστών και πετυχημένων Rancid. Σαν την μπάντα της οποίας κομμάτια έβλεπα συνεχώς να διασκευάζονται από άλλα συγκροτήματα που άκουγα την εκάστοτε περίοδο (π.χ. Millencolin και Green Day). Τέλος, σαν την μπάντα που με καθολικό τρόπο διεκδικούσε τον τίτλο του αρχετυπικού ska-punk συγκροτήματος, αυτού που έπαιξε τον βασικότερο ρόλο ώστε να γεννηθεί το λεγόμενο «τρίτο κύμα» της ska μουσικής εκεί στα τέλη 80’s με αρχές 90’s.

Οι Operation Ivy είναι από αυτές τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που ήρθαν, σημάδεψαν κι εξαφανίστηκαν. Με μόλις 2 χρόνια ζωής κι έναν μονάχα ολοκληρωμένο δίσκο, είχα τεράστια απορία για το πώς απέκτησαν τόση υστεροφημία και γιατί είχαν τόσο μεγάλο εκτόπισμα. Ε, όταν άκουσα το “Energy” (τίτλος-όνομα και πράμα) τα κατάλαβα όλα…

Προσωπικά μιλώντας, αν κι ακούω το album μονάχα εδώ και κάποιους μήνες, μπορώ ανεπιφύλακτα να πω πως αν με ρωτούσε κάποιος για το top-5 αγαπημένων μου PUNK δίσκων (έτσι, σκέτο «punk», χωρίς άλλες ταμπέλες τύπου «anarchο», «hardcore», «crust» κλπ.), το “Energy” θα ήταν σίγουρα μέσα. Μπορεί μεν κι αυτό με τη σειρά του ν’ ανήκει σ’ ένα εξειδικευμένο υπο-ιδίωμα (ska-punk), αλλά ο πρωτόλειος τρόπος που το παίζουνε, η αγνή ορμητικότητά του, η ανόθευτη φύση του, ίσως-ίσως και η νεανική άγνοια της μπάντας ότι προχωράει σε κάτι πραγματικά καινούριο, όλα αυτά μαζί με κάνουν να του χαρίζω την ταμπέλα του PUNK (αυτού που το λες έτσι με κεφαλαία για να γεμίζει το στόμα σου). Γιατί ναι μεν οι χαρακτηριστικές άρσεις των ska ρυθμών είναι ένα κυρίαρχο (αν όχι το κυρίαρχο) συστατικό του “Energy”, αλλά οι Operation Ivy είναι ξεκάθαρα ένα παιδί της εποχής τους: της εποχής του 924 Gilman Street, μιας εποχής που είχε ήδη αφομοιώσει τη βιαιότητα του αμερικάνικου hardcore punk και τώρα έψαχνε αναφορές και σε άλλα, πιο μελωδικά μονοπάτια –κάτι που θα γεννούσε καρπούς λίγα μόλις χρόνια αργότερα. Είναι τυχαίο, άραγε, που η τελευταία (προαποφασισμένη) συναυλία των Operation Ivy στον προαναφερόμενο συναυλιακό χώρο, ήταν και η επίσημη πρώτη κάποιων… Green Day εκεί; Λες κι η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε οι Operation Ivy να είναι ακριβώς αυτή η μπάντα-μεταίχμιο, το απαραίτητο σκαλοπάτι που η σκηνή είχε ανάγκη ώστε να μπολιαστεί με μία νέα ενεργητικότητα (pun intended), με νέες ιδέες, νέα άποψη για τον ήχο. Πώς το έλεγε ο Γκράμσι (νομίζω) όταν ήθελε να εξηγήσει για το τι είναι η «κρίση» στον καπιταλισμό, κι εξηγούσε πως είναι αυτή ακριβώς η περίοδος στην οποία το «νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμη, αλλά το παλιό πεθαίνει»; Ε, κάπως έτσι έχω στο μυαλό μου τους Operation Ivy (και, ναι, μάλλον διεκδικώ παγκόσμια πρωτιά χρησιμοποιώντας Γκράμσι σε review για τους Operation Ivy). Γιατί π.χ. ακούγοντας τραγούδια σαν τα “The crowd”, “Bombshell”, “Gonna find you” και “Missionary”, αντιλαμβάνεσαι άμεσα τις επιρροές του αμερικάνικου punk –μιλάμε για τσιτωμένα, γρήγορα κομμάτια όπως θα περίμενε κανείς από συγκρότημα της εποχής τους. Ή το εξαίσιο “Jaded”, με τις εισαγωγικές μινόρε συγχορδίες του, πόσο Bad Religion ακούγεται, άραγε; Το βρετανικό, ’77 punk επίσης είναι μία βασική αναφορά –ίσως και η πιο κρίσιμη αν θέλουμε ν’ ανιχνεύσουμε από που ξεπατικώθηκε αυτή η νεωτερική μελωδική εκδοχή του punk rock σε κομμάτια όπως το πολυδιασκευασμένο “Knowledge”.

Όμως, παιδιά, για εμένα η μαγεία των Operation Ivy, το στοιχείο που πραγματικά με γοήτευσε και βρίσκω τόοοσο μα τόσο εθιστικό στον ήχο τους, δεν είναι παρά τα ska στοιχεία τους. Προσοχή, εδώ, λοιπόν: γνωρίζω ότι για πολλούς/ές από εμάς, αυτός ήχος μπορεί να ξενίζει, μιας και ο χαρακτηριστικός «χοροπηδηχτός» ρυθμός του βγάζει κάτι το «χαρούμενο» και χορευτικό που ίσως φαίνεται παράταιρος σε όσους/ες αρέσκονται σε πιο, ας πούμε, «σκοτεινά»/«σοβαρά» ακούσματα. Για εσάς, λοιπόν, που τρέφετε αμφιβολίες για το πόσο πετυχημένα θα μπορούσε να συνδυαστεί αυτό με την τραχύτητα του punk (και τον σκληρό ήχο γενικότερα), θα κάνουμε ένα σύντομο τεστ:

Θα πατήσετε το play στο παρακάτω video, θα πάρετε μία γερή τζούρα υπερ-ταχύτατης punk άρθρωσης στην αρχή, κι όταν φτάσετε στα πρώτα 40 δευτερόλεπτα προσπαθήστε να ΜΗΝ κουνηθείτε στον ρυθμό της μουσικής την ώρα που ο Jesse Michaels γελάει μες στα μούτρα σας με την έκπληξή σας:

Καταλάβατε το απλό, μας ευφυές, κόλπο των Operation Ivy; Το groovy στοιχείο έγκειται στο ότι ενώ οι πρώτοι «κύκλοι» παίζονται γρήγορα, μετά ο ρυθμός πέφτει, οι μπασογραμμές ακούγονται πολύ πιο έντονα, κι εσύ δεν μπορείς παρά να παραδοθείς σ’ αυτήν την εναλλαγή του ρυθμού. Εδώ αυτό μπορεί να παρατηρηθεί πολύ πιο σύντομα, στα 20 πρώτα δευτερόλεπτα (σ’ ένα καταπληκτικό τραγούδι που η εξέλιξη του θυμίζει ακόμα και Fugazi!):

Τα διαμάντια, βέβαια, του δίσκου, δεν είναι άλλα από τη δυάδα “Take warning” και “Unity”:

Το “Take warning” έχει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να είναι μοναδικό τραγούδι του δίσκου που κινείται ολόκληρο σε ska/reggae ρυθμούς. Σαν ένα δικό τους “The guns of Brixton” κατά κάποιον τρόπο, το “Take warning” αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα για το πώς τα αγριεμένα φωνητικά μπορούν να συνδυαστούν με νωχελικούς ρυθμούς, ενώ το «σκοτείνιασμα» του τραγουδιού εκεί μετά το 01.50 αποτελεί θεία έμπνευση. Περιττό, επίσης, να πω πως το κολλητικό refrain θα το ακούσετε μία φορά και μετά θα το σιγοτραγουδάτε την υπόλοιπη μέρα.

Όσον αφορά το “Unity”, το ακούς και αντιλαμβάνεσαι άμεσα γιατί μπορούσε να πάρει τις διαστάσεις κανονικού «hit». Ξεσηκωτικό, με σχεδόν-rapάρισμα στα couplet και τέλεια πιασάρικο refrain στο οποίο ένα διακριτικό guitar lick κάνει τη διαφορά. Γιατί δεν είναι πιο γνωστό ένα τέτοιο κομμάτι;;;

Για το τέλος, θέλω να κάνω μία ξεχωριστή αναφορά σ’ ένα στοιχείο που, κατά τη γνώμη μου, αν έλειπε, ο ήχος των Operation Ivy θα ήταν πολύ διαφορετικός. Μιλάω για τα φωνητικά του Jesse Michaels. Ο τύπος έχει το τέλειο γρέζι του πάνκη, το τέλειο flow του χιπχοπά όπου χρειάζεται, αλλά μπορεί και δίνει και μία μελωδική εσάνς όταν θέλει (δες τις καταλήξεις στο 2ο couplet του “The crowd”, για παράδειγμα, ή το σχεδόν «αμανέδικο» στυλ στο “Smiling”). Οι αντιθέσεις αυτές στο στυλ του δίνουνε ποικιλία στον δίσκο. Δείτε π.χ. το τραγούδι “Vulnerability” (ένα κομμάτι που, κατά τ’ άλλα, δεν θα γέμιζε πολύ το μάτι): μιλάμε για ψυχωμένη ερμηνεία εκεί στο 01.09, με τους πρώτους στίχους να τραγουδιούνται μελωδικά και μετά να ουρλιάζονται με παθιασμένο τρόπο. Αλλά αυτό που λατρεύω ακόμα περισσότερο στυλ του είναι η live αίσθηση που σου βγάζει, τα γέλια, οι άναρθρες κραυγές, η πορωτική άρθρωση των λέξεων, τα «pick it up! Pick it up!» που λέει συνέχεια (χαρακτηριστικό ska επιφώνημα για να ξεκινήσει ο κόσμος να χορεύει), γενικότερα σου βγάζει τσίτες και νεύρο το στυλ του.

Αυτά τα λίγα για έναν δίσκο που όσο γρήγορα/πρόχειρα κι αν ακούγεται να ηχογραφήθηκε (κι ίσως έτσι να έγινε), άλλο τόσο μοιάζει να «αιχμαλώτισε» αυτήν την πολύτιμη αίσθηση του «γρήγορου κι επικίνδυνου» που χαρακτήριζε μία ολόκληρη σκηνή. Τόσα χρονιά μετά κι ακούγεται τόσο μα τόσο περιπετειώδες και ξεσηκωτικό. Φαντάζομαι πόσο σοκαριστικό θα ακουγόταν τότε.

4 Likes

ΙCON – Night of the Crime (1985)

image

Οι Icon μέχρι το 1985

Οι Icon δημιουργήθηκαν στο Φοίνιξ της Αριζόνα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και αποτελούνταν από τους Stephen Clifford (φωνητικά), Dan Wexler και John Aquilino (κιθάρες), Tracy Wallach (μπάσο) και Pat Dixon (ντραμς). Σε μια εποχή όπου το αμερικανικό hard rock και το metal γνώριζαν τεράστια άνθηση, οι Icon ξεχώρισαν για τη συνδυαστική τους προσέγγιση ανάμεσα στο βαρύ hard rock και τη μελωδικότητα του AOR.

Το καλοκαίρι του 1983 ηχογράφησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους, Icon , το οποίο κυκλοφόρησε το 1984 σε παραγωγή του Mike Varney. Το άλμπουμ παρουσίαζε μια πολλά υποσχόμενη μπάντα με δυνατές κιθάρες και εξαιρετικά φωνητικά, χωρίς όμως να έχει ακόμη διαμορφώσει πλήρως τη δική της ταυτότητα μέσα στον κορεσμένο χώρο των αμερικανικών hard rock συγκροτημάτων. Παρ’ όλα αυτά, οι ζωντανές εμφανίσεις τους και το εμφανές ταλέντο των μουσικών άφηναν μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον.

Το 1985 οι Icon επέστρεψαν με το δεύτερο άλμπουμ τους, Night of the Crime . Την παραγωγή ανέλαβε ο θρυλικός Eddie Kramer, γνωστός από τη συνεργασία του με τους Led Zeppelin, Kiss και Jimi Hendrix, ενώ τη μίξη έκανε ο Ron Nevison. Παράλληλα, σημαντική ήταν η συμβολή του τραγουδοποιού Bob Halligan Jr. στη σύνθεση του υλικού. Δυστυχώς, κατά τη διάρκεια της ολοκλήρωσης του δίσκου, ο τραγουδιστής Stephen Clifford αποφάσισε να αποχωρήσει από το συγκρότημα για προσωπικούς λόγους, γεγονός που θα επηρέαζε σημαντικά την μετέπειτα πορεία των Icon.

Κριτική

Το Night of the Crime δεν είναι απλώς το κορυφαίο άλμπουμ των Icon· αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες στην ιστορία του melodic hard rock και του AOR. Πρόκειται για έναν σχεδόν ιδανικό συνδυασμό δυναμικού hard rock, μελωδικών refrains και συναισθηματικής έντασης, που καταφέρνει να ισορροπεί άψογα ανάμεσα στη δύναμη και την εμπορική προσβασιμότητα.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής του δίσκου είναι αναμφίβολα ο Stephen Clifford. Η ερμηνεία του είναι γεμάτη πάθος, ένταση και συναίσθημα, προσφέροντας μία από τις καλύτερες φωνητικές επιδόσεις που έχουν καταγραφεί στον χώρο του αμερικανικού melodic rock. Παράλληλα, το κιθαριστικό δίδυμο των Dan Wexler και John Aquilino παραδίδει πραγματικά μαθήματα hard rock κιθάρας, με εξαιρετικά riffs, μελωδικά leads και εμπνευσμένα solos.

Σε σχέση με το ντεμπούτο τους, οι Icon διεύρυναν σημαντικά τον ήχο τους. Πρόσθεσαν περισσότερα μελωδικά στοιχεία, διακριτικά πλήκτρα και μεγαλύτερη δραματικότητα στις ενορχηστρώσεις, χωρίς να χάσουν τη σκληρή βάση που χαρακτήριζε τη μουσική τους. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ακούγεται ταυτόχρονα βαρύς και εξαιρετικά μελωδικός.

Το άλμπουμ δεν περιέχει αδύναμες στιγμές. Το εκρηκτικό “Out For Blood” είναι ένα από τα κορυφαία hard rock τραγούδια της δεκαετίας και θα μπορούσε να κερδίσει ακόμη και τους πιο απαιτητικούς φίλους του heavy metal. Τα “Naked Eyes” , “Danger Calling” , “Shot At My Heart” , “Missing” , “Frozen Tears” , “Raise The Hammer” και “Hungry For Love” αποτελούν πραγματικά διαμάντια του είδους, συνδυάζοντας αξέχαστες μελωδίες με εξαιρετική εκτέλεση. Ακόμη και τα πιο «ήπια» κομμάτια του δίσκου, όπως τα “Rock My Radio” και “The Whites Of Their Eyes” , διατηρούν πολύ υψηλό επίπεδο ποιότητας.

Ακούγοντας σήμερα το Night of the Crime , γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί πολλοί φίλοι του είδους το θεωρούν έναν από τους καλύτερους hard rock/AOR δίσκους όλων των εποχών. Είναι ένας δίσκος που θα έπρεπε να είχε εκτοξεύσει τους Icon στην κορυφή της παγκόσμιας σκηνής. Ωστόσο, η αποχώρηση του Stephen Clifford και οι αλλαγές που ακολούθησαν εμπόδισαν το συγκρότημα να κεφαλαιοποιήσει τη δημιουργική κορύφωση που πέτυχε εδώ.

Το Night of the Crime παραμένει μέχρι σήμερα ένα σχεδόν αψεγάδιαστο αριστούργημα του melodic hard rock, ένα άλμπουμ που δικαιωματικά συγκαταλέγεται δίπλα στα κορυφαία έργα του είδους και αποτελεί απαραίτητο άκουσμα για κάθε φίλο του AOR και του κλασικού αμερικανικού hard rock.

Βαθμολογία: 10/10

16 Likes

Σπουδαία μπάντα, τεράστιος δίσκος, υπέροχο κείμενο! Shot At My Heart και Hungry for Love έχουν περίοπτη θέση σε compilations για το αμάξι, άπειρες βόλτες με αυτά στα ηχεία. Όλος ο δίσκος είναι μούρλια βέβαια, πρέπει να είναι στα πιο πολυακουσμένα μου του είδους.

2 Likes

το 1989, 14 ετων ο μικρος Σοφα, ονειρευοταν τον εαυτο του να οδηγαει αυτοκινητο - καμπριο (ΤΡΟΜΑΡΑ ΜΟΥ)- ακουγοντας Whitesnake -1987, Icon- Night of the Crime και MSG- Save Yourself.
Tελικα ο Σοφα δεν οδηγησε ποτε, αλλα ειναι πολυ ευτυχης γιατι ακομα ακουει αυτα τα 3 αλμπουμ με την ιδια ευχαριστηση.

ΥΓ ναι μας ειχε καταστρεψει αυτος ο Coverdale με το Here i go again και την λευκη Jaguar.

10 Likes