..Με λίγα λόγια

Eίχα πεί στο “Τι ακούτε τώρα” thread, ότι είναι κρίμα να χάνονται μερικά ποστ μέσα στην θάλασσα από εξώφυλλα (πρώτα και καλύτερα του @Ian_Metalhead ), ;όπου έχουν και μια μικρή παρουσίαση του δίσκου. Αν διαφωνείτε κάντε το merge με το προαναφερθέν thread ή αφήστε να περάσει στην λήθη.

Εδώ λοιπόν, βάζουμε τι ακούμε με 2 λογάκια παραπάνω.
Θα ξεκινήσω με το παρακάτω EΠΟC:

Γενικά δεν ακούω πολύ grind. Θες γιατί βαριέμαι το ανελέητο blastbeat, θες γιατί δεν είμαι της ποσότητας αλλά της ποιότητας (τι πάει να πει 20+ κομμάτια ρε παιδια σε ένα δίσκο? ). Πραγματικά δυσκολεύομαι να πιστέψω πως είναι δυνατόν να θεωρούν ορισμένοι ολοκληρωμένη μουσική πρόταση τα κομμάτια του 1 λεπτου και να τα παρουσιαζουν σε δίσκους.
Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Εδώ έχουμε ένα drummer που ξέρει τι πρέπει να παίξει και που (με πλαστικό ήχο που τα σπάει), ένα κιθαρίστα ο οποίος συνδιάζει το punk με το death ΙΔΑΝΙΚΑ, εναν μπασίστα που είναι θρύλος στο genre και έναν τραγουδιάρη ο οποίος ξέρει να χρησιμοποιήσει την φωνή του σωστά, ασχέτως αν δεν ειναι ο καλύτερος growler.
Τα τραγούδια είναι όλα ένα και ένα. Εχουν αρχή μέση και τέλος. Αναπτύσσονται όπως πρέπει, δεν είναι υπερηχητικά, οπότε σε ένα λεπτό να έχεις συμπτυγμένο ένα κομμάτι των - κανονικά- 3 λεπτών και τελικά στα 3 λεπτά να ακούς ιδέες των 9 λεπτών - μου φάινεται πιάνετε το νόημα.

Η “ατμόσφαιρα” κολασμένη, το punk με το death συνυπάρχουν αρμονικά, οι ταχύτητες μεγάλες, αλλά ξέρουν πότε να groovάρουν και ένα τραγουδιστή που δεν είναι επίπεδος, αλλά ακολουθεί τα κομμάτια όπως ακριβώς πρέπει.

Τεράστιο διαμάντι για το death metal(περιοριστικό και άδικο να μπεί στην ταμπέλα grind το συγκεκριμένο), ίσως και παραγνωρισμένο κιόλας, μια δισκάρα που ηχογραφήθηκε σε 3 μέρες (2 μουσική, 1 φωνή αν θυμάμαι καλά από το booklet), που ακριβώς λόγω των 3ων ημερών που αποφάσισαν να το γράψουν, σταζει κάβλα.

edit: Απλά να αναφέρω ότι δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε καλά κρυμμένα διαμάντια κλπ, αυτό εδώ είναι now listening φάση.

10 Likes

Τρομερό topic, θερμά συγχαρητήρια στον @Sevek.

Πιθανολογώ κι ελπίζω ότι θα μετατραπεί σε εγκυκλοπαίδεια.

Χωρίς περαιτέρω σχόλια, επιτρέψτε μου να τιμήσω το «όνομά» μου και να αναφερθώ στο ντεμπούτο album “Ichor”, των The Black League. Προσωπικά, εντρύφησα σε αυτό αφενός μεν λόγω της μεγάλης μου αγάπης για τους Sentenced, αφετέρου δε εξαιτίας της -δικαίως- μεγάλης προώθησης και αποθέωσης από το γνωστό ελληνικό έντυπο, με τον τότε συντάκτη Αναστόπουλο («ψαγμένος» και πάντα τεκμηριωμένος) να είναι ο πρώτος που κατάλαβε περί τίνος πρόκειται.

image

Οι The Black League αποτέλεσαν έναν «διάττοντα αστέρα» του μεταλλικού στερεώματος, κυκλοφορώντας -κατά την ταπεινή μου άποψη- ένα album-σταθμό του ατμοσφαιρικού (εκ Φινλανδίας ορμώμενου) ήχου. Δυστυχώς, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους οπαδούς τους, όσα ακολούθησαν ήταν από απλώς καλά (“Doomsday Sun” EP, με μία άκρως πωρωτική διασκευή στο “City Of Refuge” του Cave και “Utopia A.D.” album), έως εντελώς παράλογα και αδιάφορα (υπόλοιπη δισκογραφία, έως και τη διάλυση της μπάντας το 2014).

Αναντίρρητα, αναφερόμαστε σε συγκρότημα «ιδιοκτησίας» Taneli Jarva (τρισμέγιστος, ex-Sentenced). Για κάποιον άγνωστο λόγο, ο εν λόγω κύριος αποφάσισε μετά την κυκλοφορία του “Utopia A.D.” να το γυρίσει στο βλαχο-blues-οειδές heavy rock, ωσάν να είχε καημό να φαντασιώνεται ότι το Helsinki (όπου ζει κι εργάζεται ως tattoo artist) κατοικείται από rednecks του Tennessee, που αρέσκονται στις Bud Light και το 8-ball. Αυτομάτως, η μπάντα λησμονήθηκε τόσο γρήγορα, όσο εξατμίζονται τα πτητικά υγρά. Όπως και να ‘χει, μυστήρια περίπτωση ο κύριος Jarva.

Πίσω στο καταπληκτικό “Ichor” (ή Ιχώρ: κατά την ελληνική μυθολογία, το αιθέριο χρυσό υγρό που είναι το αίμα των θεών, αλλά και των αθανάτων). Γκρι και μαύρο παντού (One Colour: Black / and shades of grey), με ένα λιτό και απέριττο εξώφυλλο και μία καταπληκτική φωτογράφιση της μπάντας στο booklet. Καλή παραγωγή, με -τόσο όσο- «μουντό» ήχο (αλλά όχι «λασπωμένο») και μία ατμόσφαιρα τόσο πεσιμιστική που δεν «κόβεται» ούτε με (golden) axe. Rhythm section «μπετόν-αρμέ», με Sir Luttinen στα drums (ex-Impaled Nazarene κ.ά.). Κιθάρες τόσο «δεμένες» και τόσο ουσιαστικές που θεωρείς ότι ακούς μία μπάντα που είναι στο δημιουργικό peak της και όχι στο ντεμπούτο της. «Φρενήρη» solo και αισθαντικά ακουστικά «περάσματα». Και μετά, αυτή η φωνάρα που σε κάνει να πιστεύεις ότι προέρχεται από τα τρίσβαθα ενός μαύρου πηγαδιού, όπου και συνωστίζεται όλη η μιζέρια, η απογοήτευση, ο θυμός και ο πεσιμισμός της ιστορίας του κόσμου. Εντάσεις, ατμόσφαιρες, λυρισμός κι ένας αξεπέραστος δημιουργικός οίστρος συνενώνονται και παράγουν διαχρονικές, ατμοσφαιρικές τραγουδάρες, οι οποίες, όσο περνά ο χρόνος, «παλιώνουν» σαν το καλό κρασί. Όλα συμπυκνώνονται στον απόλυτο, τελικό ύμνο των ύμνων, για τον οποίο έχω γράψει κι εδώ (Τι ακούτε τώρα Vol. 666).

Το “Ichor” πιάνει το φιλοσοφικό νήμα από εκεί που το άφησε το “Amok” των Sentenced και διαγραφεί με μία μονοκοντυλιά, όλο το χαρούμενο και ανέμελο vibe του νέου millennium. Αυτή η στιχουργική οργή και απογοήτευση και ο εσωτερισμός «επενδύονται» μουσικά με ό,τι καλύτερο «κατέβασε» ποτέ η κούτρα του Jarva κι έτσι προκύπτει ένα μνημειώδες album, δίχως περιττή νότα, το οποίο λογίζεται περισσότερο ως το τελευταίο μεγάλο έργο του προαναφερομένου, παρά ως ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο μίας νέας μπάντας. Ήρθαν, είδαν, «κάηκαν», «έκαψαν», «γ@μ#σ$ν» και απήλθαν.

Σημειώστε ότι το “Ichor” «ισοπεδώνει» όλη τη Sentenced δισκογραφία μετά το “Down”. «Επενδύστε» άφοβα…

6 Likes

Γαργάρα μόνο για το τίμιο οπαδικό σεντόνι.

Δεσμεύομαι να επιστρέψω με τοποθέτηση για Crimson. Ή για Cold White Light. Ή για Funeral Album.

1 Like

Για το πάρα πολύ καλό “Crimson”, ενδεχομένως να σε προλάβω.

Για τα καλά, αλλά άνισα “The Cold White Light” και “The Funeral Album” δεν θα έγραφα.

Για το “Frozen” ούτε λόγος. Μόνο “Kaamos”, “The Suicider” και “Mourn”. Άντε με πολύ ζόρι “Farewell” και “Dead Leaves”.

Κάπου εδώ να βρίσω τον μπετόβλακα μικρό εαυτό μου, που είχα πουλήσει αυτόν τον δίσκο.

Επίσης να αναφέρω πως Down και Frozen είναι οι αγαπημένοι μου Sentenced δίσκοι και πως ο Laihiala μου άρεσε περισσότερο από τον Jarva.

2 Likes

Όλοι έχουμε κάνει λάθη!

Σου δίνω καρδιά για το “Down”. Είναι κι εμένα ο αγαπημένος μου Sentenced δίσκος, λίγο πάνω από το “Amok”. Για το “Frozen” θα σου πω απλά ότι όλοι έχουμε τις αλλοπρόσαλες απολαύσεις μας.

Η ανίσωση βγάζει και για εμένα: Ville > Taneli

Πράγματι, έλειπε ένα τέτοιο thread, όπου θα μπορούμε να εκφραστούμε… εκτενέστερα για κάποιον δίσκο, αλλά και να απλώνει η κουβέντα ανενδοίαστα προς… άγνωστη κατεύθυνση.
Έτσι, μετά κι από τα καλά λόγια που μπήκε στον κόπο να γράψει ο @Sevek , θα τολμήσω κι εγώ μια συνεισφορά, η οποία σαν πρώτη οφείλει να είναι θριαμβευτική!

Όλοι είχαμε έναν ή παραπάνω “μέντορες”, (μεγαλύτερα αδέλφια, ξαδέλφια, συμμαθητές, φίλους) που μας εισήγαγαν στο θαυμαστό κόσμο του rock/metal/whatever. Στην περίπτωση της γνωριμίας μου με το progressive rock γενικότερα και τους Genesis ειδικότερα, τις συστάσεις τις έκανε ο… Steve Harris αυτοπροσώπως! Αυτό έγινε μέσα από συνεντεύξεις προφανώς, όπου τόνιζε σε κάθε ευκαιρία την τεράστια εκτίμηση του για το ιστορικό σχήμα και την επιρροή που του άσκησαν. Η παρουσίαση μάλιστα του “Selling England By The Pound” στο ΜΗ στη στήλη του Κισατζεκιάν και σε αυτή του Sun Knight, με έβγαζε από το δίλημμα από πού να ξεκινήσω.

Στον πέμπτο τους δίσκο λοιπόν οι Genesis, έχοντας τα μέλη της κλασικής τους σύνθεσης σε πλήρη αρμονία και με κοινό δημιουργικό όραμα, καταθέτουν όχι απλώς τον καλύτερο τους δίσκο, αλλά πιθανότατα και την κορωνίδα του progressive rock εν γένει.
Πρόκειται για την κυκλοφορία που συγκεφαλαιώνει όλα τα προτερήματα τους, αφού αποδεικνύεται πολυδιάστατη, ευφάνταστη όπως και περιπετειώδης. Από την μεγαλοπρεπή υποδοχή του “Dancing With The Moonlit Knight” μέχρι τον διακριτικό αποχαιρετισμό του “Aisle Of Plenty”, μας επιφυλάσσουν, μεταξύ άλλων, το θεατρικό έπος “The Battle of Epping Forest” και μας αφήνουν να χαθούμε στον πλούτο των μελωδικών τους ευρημάτων στο “The Cinema Show” και στο μαγικό “Firth of Fifth”.
Άλλοτε αυστηρά έντεχνη κι άλλοτε σαν παραδομένη στην παρόρμηση, η μουσική διαδρομή του album επωφελείται κατά περίπτωση από τα κελεύσματα του “αρχιτέκτονα” Tony Banks, την ιδιοφυία του Steve Hackett, την σταθερότητα του Mike Rutherford, τις εμπνεύσεις του Phil Collins, μα πάνω από όλα, την δημιουργική παράνοια του Peter Gabriel, του αδιαφιλονίκητου star της παρέας.

Το “Selling England By The Pound” κατάφερε και την εμπορική επιτυχία (άλλες εποχές, άλλες αισθητικές αντιλήψεις!) και έμελλε να σημαδέψει την εποχή του. Ήταν τέτοιος αξεπέραστος θρίαμβος που ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί του κατόρθωσαν να επαναλάβουν…

…θα έλεγα, αν δεν επρόκειτο για το συγκρότημα που ενάμιση χρόνο μετά κυκλοφόρησε το “The Lamb Lies Down On Broadway”! Αλλά αυτό είναι κάτι που χρήζει ξεχωριστής αναφοράς…

10 Likes

Να ένα αξιόλογο topic! Βέβαια αν δε με απατά η μνήμη μου, υπήρχε και στο section Διάφορα κάτι ανάλογο που προτείναμε δίσκους στο ντούκου, αλλά δεν το θυμάμαι αυτήν τη στιγμή… Βέβαια πολύ πιθανόν να είχε καταλήξει κι αυτό ένα topic εξωφύλλων (από το οποίο το 80% τώρα δε θα φαίνεται).

Anyway, ακούω και πορώνομαι με αυτό:

Social Distortion "White light, white heat, white trash"

(Ωραίο, creepy εξώφυλλο)
Η αλήθεια είναι ποτέ δε μου άρεσαν οι Social Distortion, ζήτημα να γούσταρα 1-2 κομμάτια σε κάθε δίσκο τους. Βρίσκω το στυλάκι τους εξαιρετικά ματζόρε και εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο από τραγούδι σε τραγούδι, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνω γιατί τόσος χαμός με την πάρτη τους.

Με εξαίρεση αυτό το album, που το θεωρώ μάλλον απ’ τα καλύτερα rock albums της δεκαετίας που κυκλοφόρησε. Νομίζω ότι εδώ οι Social Distortion όχι μόνο επέλεξαν έναν ξεκάθαρο πιο τραχύ ήχο (γουστάρω πολύ τη βρωμιά, βαβούρα και μπασαδούρα της παραγωγής), αλλά και πολλά τραγούδια έχουν έναν αισθητά πιο λυπητερό/κακιασμένο χαρακτήρα (π.χ. “Pleasure seeker”, “Dear lover”, “Untitled”), πράγμα που κάνει συνολικά το album πιο βαρύ και σκοτεινό θεωρώ. Χωρίς, ωστόσο, αυτό να αφαιρεί από τον punk/garage/hard rock χαρακτήρα του συγκροτήματος, απλά δίνει μία μεγαλύτερη ποικιλία. Τέλεια και η διασκευή στο “Under my thumb” στο τέλος.

5 Likes

Για πάμε λίγο, έμεινε κάπως αδρανές το thread…

Οι καλοί τρόποι επιβάλλουν να ξεκινήσουμε με τις τυπικές συστάσεις. Ο τίτλος “Hall of the Mountain Grill” είναι ένα λογοπαίγνιο του γνωστού έργου του Edvard Grieg και του cafe “Mountain Grill” όπου σύχναζαν οι Hawkwind τότε. Το επίσης κλασικό εξώφυλλο απεικονίζει ένα εγκαταλελειμμένο διαστημόπλοιο σε μια λίμνη κάπου στο διάστημα.
Εδώ, η μουσική κολεκτίβα περί τον Dave Brock, μετράει τις απώλειες του Robert Calvert κάτι που είχε σαν συνέπεια να αναλάβει ο αρχηγός και τα φωνητικά (με τη διακριτική – που λέει ο λόγος - συνδρομή του Lemmy), και του Dik Mik που αντικαταστάθηκε επάξια από τον Simon House. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η δημιουργία ενός δίσκου - σημείου αναφοράς τόσο στη δισκογραφία των Βρετανών αλλά και του space rock γενικότερα.

Επί της ουσίας τώρα, αυτός ο δίσκος έχει περισσότερες ψυχεδελικές και progressive rock αναφορές παρά οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, τo instrumental “Wind of Change” με το μελαγχολικό mellotron και το πανέμορφο μέρος με το βιολί, θα μπορούσε να βρίσκεται σε κάποιον δίσκο των Genesis. Στην πραγματικότητα, κομμάτια σαν κι αυτό δείχνουν πως η καλή μουσική δεν έχει ανάγκη κατηγοριοποιήσεων – πόσο μάλλον η υπέροχη μουσική! Γενικά, συνιστά ευχάριστη έκπληξη για τον μη εξοικειωμένο ακροατή, ότι στα instrumentals δεν έχουμε τις γνωστές ανούσιες επαναλήψεις από “εξωγήινους ήχους”.

Αν βάλουμε στην εξίσωση και τα τραγούδια με… στίχους τότε γίνεται αντιληπτή η διαχρονική αξία αυτού του album. Το “The Psychedelic Warriors” είναι το ιδανικό ξεκίνημα. Δυναμικό hard rock με κολασμένο μπάσο και πειραματικό ορχηστρικό μέρος, σίγουρα συγκαταλέγεται στα highlights. Αλλά και τα ψυχεδελικά “D-Rider” (σύνθεση του Nik Turner που αναλαμβάνει εδώ και χρέη τραγουδιστή) και “Web Weaver” ξεχωρίζουν. Όπως και τα εγγύτερα στο καθιερωμένο ύφος τους, “Paradox”, και “You’d Better Believe It”, είναι κι αυτά κορυφαία.

Κλασικός δίσκος, από κάθε άποψη, από την αρχή έως το τέλος…

8 Likes

Παίρνω την σκυτάλη για να πω για τον αγαπημένο μου δίσκο όλων των εποχόνε, ένα αμάγαλμα ήχων και ειδών που προσωπικά δεν έχω συναντήσει σε κάνεναν άλλον δίσκο (ντάξει δεν έχω ακούσει και όλη την μουσική που υπάρχει).

Φυσικά πρόκειται για το ανεπανάληπτο King For A Day…Fool for a Lifetime

Oι Faith No More ως τότε ήταν μια μπάντα που συνδύαζε το μέταλ με το ροκ, το ροκ με το ποπ και οτιδήποτε άλλο τους ερχόταν στο μυαλό , γιατί απλά μπορούσαν. Είχαν και έχουν ένα τραγουδιστή από τις κορυφαίες φωνές που έχουμε ακούσει σε αυτόν το πλανήτη (θες εκφραστικότητα, θες εύρος, θες φωνητικό χαμαιλεοντισμό, θες εκπληκτική χροιά - εδώ είναι όλα ), έναν απίστευτα groovαριστό drummer, έναν πανέξυπνο μπασίστα, έναν ευρηματικό keyboardιστα και κάποιον να παίζει κιθάρα γιατί επρεπε να υπάρχει και αυτό το όργανο :stuck_out_tongue:. Έχοντας βγάλει το εκπληκτικό Angel Dust,εδώ σπάνε κάθε όριο που υπάρχει στην μουσική, ειδικά μιλώντας για mainstream μπάντα.

Στο King For A Day λοιπόν, βρίσκουν ένα ψυχοπαθή(προφανώς φιλαράκι του Patton) κιθαρίστα που εμφανίστηκε μόνο σε αυτόν τον δίσκο και έβγαλαν τον πιο κιθαριστικό δίσκο τους. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να δωθεί στο γεγονός ότι ο δίσκος έχει γραφτεί κατα μεγάλο ποσοστό χωρίς έναν βασικό συνθέτη της μπάντας (Bottum), το οποίο αν γινόταν σε κάποιο αλλο γκρουπ, θα αφαιρούσε από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά εδώ πέρασε και δεν αγγιξε.

Το ότι είναι ο πιο κιθαριστικός δίσκος τους φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και ο πιο εστιασμένος. Αντιθέτως εδώ τα πράγματα πηγαίνουν από το punk rock, στο ατμοσφαιρικό ροκ, στο φανκ, στο μεταλ και εν γένει σε ένα πάντρεμα ήχων που όμοιο του δεν έχει ξανακουστεί.

Το πάντρεμα όμως αυτό, είναι λίγο διαφορετικό από αυτό που πάει στο μυαλό μας όταν διαβάζουμε μια τέτοια περιγραφή: δεν θα ακούσεις ένα φανκ κομμάτι να πηγαίνει στο μέταλ. Όχι. Εδώ έχουμε αυτόφωτα εστιασμένα τραγούδια, που υπηρετούν το είδος τους το καθένα που όταν τελειώσει ο δίσκος, δεν έχει γίνει το μυαλό σου μπλέντερ από ένα συνονθύλευμα ήχων που έχεις ακούσει. Εδώ έχουμε την απόλυτη ανωμαλία του να έχεις το Star AD μετά από το The Gentle Art of Making Enemies και στα καπάκια να έχεις το πιο σκληρό faith no more κομμάτι (Cuckoo for Caca), το οποίο ακολουθείται από το Caralho Voador και όχι μόνο να μην ξενερώνεις από τις διακυμάνσεις της εντάσης/ατμόσφαιρας, αλλά να σου πέφτει το σαγόνι κάτω από το ότι αυτό που ακούς έχει το απολυτο χαρακτήρα της μπάντας χωρίς να φαντάζει παραταιρο το ένα με το αλλο.

Η ευρηματικότητα τους σε αυτόν το δίσκο, από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν έχει επαναληφθεί, ούτε από τους ίδιους, ούτε από κανέναν άλλον. Ο Πατον είναι ο απολυτος χαμαιλέοντας που ότι και να πιάσει στο στόμα του με αυτή την μπάντα γίνεται χρυσός. Η παραγωγή είναι παραδειγματική γιατί ενώ έχει να κάνει με τόσο διαφορετικές συνθέσεις, έχει συγκεκριμένο χαρακτήρα που καταφέρνει να τονίσει τα ατού όλων των κομματιών.

Γενικά αν δεν έχει ακούσει κάποιος αυτόν τον δίσκο καλά θα κάνει να τον ακούσει. ΤΩΡΑ.

11 Likes

Ο κιθαρίστας των Mr. Bungle είναι!

Καλά, με διαφορά ο αγαπημένος μου FNM δίσκος και από τους αγαπημένους μου της δεκαετίας. Τρομερός.

2 Likes

Ναι ναι, για αυτό έγραψα φιλαράκι του Πατον!

1 Like

@Ian_Metalhead & @Sevek τεράστιες δισκάρες πετάξατε και οι δύο, καρδούλες ατελείωτες.

@Leper_Jesus ακριβώς το ίδιο θέμα έχω με τους social distortion, και γαμώτο προσπάθησα να μου αρέσουν. το δίσκο αυτόν δεν του χω δώσει τη δέουσα προσοχή, οπότε θα το ξαναπροσπαθήσω, ευχαριστώ για την πρόταση!

ωραίο θρεντ παίδες

1 Like

Λαμβάνουμε ως δεδομένα τα εξής στοιχεία:

• Κακής αισθητικής, computerized εξώφυλλο.

• Ακαταλαβίστικα και «γραφικά» παρατσούκλια μελών της μπάντας.

• Στίχοι περισσότερο «τυρένιοι» και από ελβετικό φοντύ.

• Booklet με τόσο cringe αναφορές και thanks list που αισθάνεσαι αμήχανα εσύ που τα διαβάζεις.

Τι αναμένουμε από ένα power metal album με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά; ‘Η να είναι αριστούργημα ή να είναι για πέταμα.

Ευτυχώς, οι Σουηδοί Lost Horizon εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση, έχοντας κυκλοφορήσει το εκπληκτικό ντεμπούτο τους “Awakening the World”, πίσω στο 2001.

image

Μπάντα «ιδιοκτησίας» του Πολωνού Wojtek Lisicki, η οποία και λεγόταν Highlander μεταξύ των early και mid ‘90s, χωρίς, ωστόσο, κάποια κυκλοφορία υπό την συγκεκριμένη «επωνυμία». Πριν την αλλαγή του ονόματος σε Lost Horizon, από τους Highlander «παρήλασαν» μεταξύ άλλων οι Michael Nicklasson (ex- Dark Tranquillity), Joacim Cans (HammerFall), Stefan Elmgren (ex- HammerFall) και Patrik Räfling (ex-HammerFall).

Φτάνουμε, λοιπόν, αισίως στην αρχή της νέας χιλιετίας όταν και εισέρχεται στο συγκρότημα, μία φωνάρα από εδώ έως το υπερπέραν, ο καραφλός κύριος Daniel Heiman. Το «μείγμα» έχει πλέον «δέσει» και προκύπτει εντέλει το εν λόγω album.

Φρέσκο και «δροσερό», μπάντα σφιχτοδεμένη, «κρυστάλλινος» ήχος, αλλά πάνω από όλα 7 τραγουδάρες (υπάρχουν και μία εισαγωγή, ένα outro κι ένα instrumental-«γέφυρα»). Πραγματικά, δεν υπάρχει περιττή νότα σε αυτό το «κολασμένο» album, το οποίο σε πιάνει από το λαιμό και σε φέρνει σβούρες μέχρι να ξεχάσεις το όνομά σου. Καταπληκτική δουλειά στις κιθάρες και ΣΥ-ΓΚΛΟ-ΝΙ-ΣΤΙ-ΚΗ φωνή. Ένας δίσκος πραγματικό «κόσμημα» του power metal.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα και το “A Flame to the Ground Beneath”, του 2003.

Από τα μέσα περίπου των ‘00s τηρούν σιγή ιχθύος (μετά και την αποχώρηση του Heiman), ενώ κάποια πολύ ενθαρρυντικά δείγματα της επικείμενης νέας δουλειάς υπάρχουν στο site τους από το 2009… Μακάρι κάποια στιγμή να ενεργοποιηθούν ξανά, αλλά ουσιαστικά.

Για όσους θέλουν να αφιερώσουν χρόνο να «κάψουν εγκέφαλο», αλλά με άκρως πωρωτική μουσική υπόκρουση, απλά χωθείτε εδώ υπ’ ευθύνη σας…

2 Likes

Ναι μεν ήξερα τη μπάντα, δεν έχω ακούσει όμως νότα. Μετά την παραπάνω περιγραφή μπήκα από περιέργεια να ψάξω τα παρατσούκλια των μελών. Νομίζω ότι όσο τα διάβαζα ζούσα μια από τις πιο άβολες στιγμές της ζωής μου. Δεδομένου ότι πρόκειται και για power metal, οκ δεν υπάρχει περίπτωση καν να ακούσω τι παίζουν.

1 Like

Η επικαιρότητα, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, βρίθει από συζητήσεις για απαγόρευση κυκλοφορίας και αποφυγή εξάπλωσης της μετάδοσης.

Συνειρμικά, προκύπτουν αγγλιστί, τα curfew και spreading the disease, αντίστοιχα.

Πού αλλού να πάει ο νους, εκτός από το album-σταθμό των σταθμών (ω σταθμοί!), το ανυπέρβλητο “Operation: Mindcrime” των Queensrÿche.

image

Δεν ξέρω τι παραπάνω -απ’ όσα έχουν γραφτεί τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια- μπορώ να αναφέρω για αυτό το μνημειώδες έργο τέχνης, που μοιάζει σαν το απόλυτο δημιούργημα που μπορεί να προκύψει όταν όλοι οι “πλανήτες” των δημιουργών του ευθυγραμμίζονται. Και ποιων δημιουργών; Των ίδιων που είχαν ήδη κυκλοφορήσει την προηγούμενη πενταετία το ομώνυμο EP, καθώς και τα “The Warning” και “Rage for Order”. Των ίδιων που θα κυκλοφορούσαν την επόμενη εξαετία τα “Empire” και “Promised Land”. I rest my case…

Μουσικά, δεν μπορούν να σημειωθούν πολλά. “Απάτητες κορυφές” σχεδόν τα πάντα, με μοναδική -κατά την άποψή μου- στιγμή που αναδεικνύεται κάπως πιο αδύναμη το “The Needle Lies”. Όπως και να 'χει, αδιαπραγμάτευτο δεκάρι.

Ας γράψω λοιπόν δυο-τρία πραγματάκια για τα μηνύματα (όπως τα εκλαμβάνω εγώ τουλάχιστον) του απόλυτου, θεματικού metal δίσκου και της ιστορίας που αυτός πραγματεύεται.

Σε μία πρώτη ανάγνωση, το εξώφυλλο, η ιστορία και οι στίχοι σε κάνουν να θες να υψώσεις την αριστερή σου γροθιά και να επαναστατήσεις ενάντια στην αδικία της ζωής εν γένει και της κοινωνίας (ή ορθότερα της καθεστηκυίας τάξης) εν προκειμένω, στο παγκόσμιο κοινωνικοοικονομικό κατεστημένο, στον καπιταλισμό της εκμετάλλευσης, στις ΗΠΑ, στον συντηρητισμό, στην οργανωμένη θρησκεία κ.λπ. Αυτή η αντίδραση είναι πολύ έντονη και ορθή, ωστόσο, θα αφαιρούσαμε πολλά από το βαθύτερο νόημά της (της ιστορίας), εάν εμμέναμε αποκλειστικά στην ανωτέρω ερμηνεία της.

Παραλλήλως, λοιπόν, της δεδομένης επαναστατικής, αλλά και κριτικής θεώρησης της κοινωνικής ανισότητας, της διαφθοράς και της ατομικής χειραγώγησης και εκμετάλλευσης, η ιστορία του “Operation: Mindcrime” ενέχει μία άκρως πεσιμιστική και τραγική θεώρηση της ατομικής πραγματικότητας και πορείας του κυρίως πρωταγωνιστή της (Nikki), αλλά και της δευτεραγωνίστριας (Sister Mary). Αμφότεροι, αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα στο δίπολο καλού-κακού, όσο και ηθικού-ανήθικου, πασχίζουν να εντοπίσουν την χαμένη τους προσωπικότητα και κατ’ επέκταση να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωσή τους, “δραπετεύοντας” από τα δεσμά τους. Για αυτήν τη σύντομη στιγμή, βρίσκουν μέσω του αγνότερου συναισθήματος, δηλαδή της αγάπης, το ορθό “μονοπάτι” της ατομικής τους πορείας, ωστόσο, μοιραία θα το απολέσουν άμεσα, ως τραγικές φιγούρες των πραγματικοτήτων στις οποίες έχουν και οι δύο “εγκλωβιστεί”.

Συνεπώς, μέσα από ένα πρίσμα κατακραυγής του σαθρού χαρακτήρα των δομικών στοιχείων μίας κοινωνίας που οδεύει ολοταχώς προς μία δυστοπική κατάσταση (με “δάνεια” και από τη φιλοσοφία του “Rage for Order”), η μεγαλοφυΐα του Tate (αλλά και των Queensrÿche) μας παραδίδει ουσιαστικά μία σύγχρονη, πεισμιστική τραγωδία, που “πατάει” έντονα στα στοιχεία της αντίστοιχης αρχαίας ελληνικής. Μολαταύτα, αφαιρείται το στοιχείο της κάθαρσης κι επισημαίνεται έντονα το απαισιόδοξο “Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον” μήνυμα.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, 30 και πλέον έτη μετά, δυστυχώς, η αρνητική προκατάληψη και προδιάθεση της κεντρικής φιλοσοφίας του album παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ. Ναι, αυτή η φευγαλέα έκλαμψη της ζωής μας που μπορεί να μας οδηγήσει στο να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό είναι εκεί (μία “χαραμάδα” ελπίδας), αλλά αυτό το ζωώδες ένστικτό μας για αλληλοκαταστροφή και αυτοκαταστροφή, μάλλον φαίνεται να “βαραίνει” περισσότερο στο “ζύγι”.

Για το τέλος, παραθέτω ένα μικρό ιστορικό τεκμήριο του πόσο επίκαιρο ήταν, είναι και θα είναι το album. Το 2003, οι Queensrÿche έδωσαν ένα μεγαλειώδες live στον Λυκαβηττό. Βρισκόμασταν στην μετά 9/11 περίοδο, με τους πολέμους στη Μέση Ανατολή να βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Ο Tate στη μεσαία “γέφυρα” του “Spreading the Disease”, στο σημείο όπου και “χώνει” το μανιφέστο του για θρησκεία, σεξ και πολιτική (“Religion and sex are powerplays…”), μεταβάλλει τον τελικό στίχο από “Politicians say no to drugs / While we pay for wars in South America” σε “Politicians say no to drugs / While we pay for wars in the Middle East”.

Ακόμα πιο οξύμωρο είναι το γεγονός ότι η όλη ιστορία που άρχισε να “σχηματίζεται” στο κεφάλι του Tate (μετά την παρατήρηση και την επαφή του με ένα Καναδικό, σχισματικό, πολιτικό γκρουπ εκβιαστών και κλεφτών) πήρε “σάρκα και οστά” μέσα σ’ έναν Καθολικό ναό. Πράγματι, ναι μεν η ζωή “τρέφει” την τέχνη, το κάνει δε με αξιοπερίεργο τρόπο ορισμένες φορές…

10 Likes

Ποσα κ ποσα κειμενα εχω διαβασει σε αφιερωματα πχ για το Operation αλλα αυτο ισως ειναι το καλυτερο. Αν ειχε κ αναφορά σε καθε ενα τραγουδι, ολα τα υπόλοιπα θα ειχαν σβηστει.

Ευγε.

3 Likes

Φοβερό άλμπουμ (άλλο ένα άλμπουμ που εκτίμησα σε μεγάλη ηλικία) και φοβερό ποστ :heart:

2 Likes

Είναι αδιανότητο, όπως λες, το πόσες κορυφές πέτυχαν οι Queensryche μέσα σε μία δεκαετία περίπου. Σπάνια μπάντες καταφέρνουν τέτοιο σερί, και μάλιστα με μία συνεχή εξέλιξη στον ήχο τους. 'Ηθελα απλά να σημειώσω ότι ο χαρακτηρισμός των Queensryche ως “αριστερών” ή του “Operation: mindcrime” ως “επαναστατικού” (ως προς το περιεχόμενο) album, ήταν μάλλον βεβιασμένος και μάλλον οφειλόταν στην έλλειψη δίσκων με πολιτική στιχουργική στο metal γενικότερα. (Δεν εννοώ ότι εσύ τους χαρακτηρίζεις έτσι, γενικότερα σχόλια κάνω με αφορμή το post σου). Θέλω να πω, δηλαδή, δύο πράγματα: πρώτον, για 'μένα το concept του album είναι κυρίως κοινωνικής/προσωπικής φύσεως, κι έχει να κάνει με την αποξένωση, τις προσωπικές/χημικές εξαρτήσεις κλπ., δηλαδή κυρίως εστιάζω στην ιστορία του Nikki. Κατά δεύτερον, όσες άμεσες πολιτικές νύξεις υπάρχουν, κυρίως έχουν να κάνουν με τη στηλίτευση ενός “διεφθαρμένου συστήματος”, παρά με την πρόταση ενός διαφορετικού τρόπο ζωής, για παράδειγμα. Πράγμα που το κάνει πολιτικό, ως ένα σημείο, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν μπορεί να του δώσει το χαρακτηρισμό του… ας πούμε “ριζοσπαστικού”, για να μη βάλω συγκεκριμένη ταμπέλα. Δεν ξέρω, ας πούνε κι άλλοι, καιροί που είναι και καθόμαστε σπίτια μας, ας αμπελοφιλοσοφούμε.

Υ.Γ. Δεν έχω υπόψη μου, είναι η αλήθεια, και τι λέγανε οι ίδιοι οι Queensryche σε συνεντεύξεις της εποχής, για παράδειγμα.

3 Likes

Ριζοσπαστικό, γιατί αν εξαιρέσεις το πανκ ( το θράς ακόμα ασχολουταν με διαβόλους), δεν είχαμε σε μεινστριμ μπάντα τέτοιες αναφορές.
Πλέον σίγουρα όχι ριζοσπαστικό, τότε σίγουρα.

1 Like