..Με λίγα λόγια

Αυτός, 1-0.

Ζητάω ειλικρινά συγγνώμη που αναγκάστηκα να σου κάνω κάτι τέτοιο μετά από ένα τόσο όμορφο κείμενο, αλλά καταλαβαίνεις ότι δεν γινόταν να το αφήσω έτσι, θα ένιωθα μία εκκρεμότητα όλη την υπόλοιπη μέρα.

7 Likes

Τεράστια δισκάρια.

Κάποια κομμάτια τα προτιμώ στο αυθεντικό (kuro siwo η την Θεσσαλονίκη), κάποια άλλα είναι καλύτερα εδώ (ο γουιλι πχ) και είναι και το Federico Garcia Lorca που αγαπάω εξίσου και τις 2 εκτελέσεις, θα ς γιατί είναι τόσο διαφορετικές. Δίσκος μνημείο πάντως, από τους ελληνόφωνους δίσκους που έχω λιώσει περισσότερο (οκ εξαιρώντας τα κρίνα) ανεξάρτητου είδους.

1 Like

1 Like

Sorry, δεν ηξερα που να το γραψω!
Επειδη μευακομισα εξωτερικο και δε μπορώ να εχω αμεσα το hammer.
Μπορει καποιος που το πηρενα μας πει τα αποτελέσματα του poll ή να στειλει καμια φωτο?
Εχω τρομερή περιέργεια.

Δεν ξερεις ποιος ειναι ο καλυτερος μεταλ δισκος ολων των εποχων δηλαδη :sunglasses:;

Δεν ξερω σε ποιον αναφέρεσαι🤔
Αλλα κάτι μου λεει, οτι προτιμω το Ride the Lightning απ αυτον που θα βγηκε 1ος😅
Και απ τη χρονιά που βγηκε,το Somewhere in time!

Αν τα χεις δει,πες τιποτα🙏🏻

Στο οποίο είναι τέλειος ο ήχος της κιθάρας, το τρέμολό της και το σόλο της που δε θέλει να τελειώσει.

1 Like

καλα δεν θα πεσεις κ απο τα συννεφα με τα αποτελέσματα… :grinning:

1 Like

Ακλόνητος και αμετακίνητος να παρακάμψω τον χώρο του προοδευτισμού, στέκομαι δέκα Μάρτηδες και καλοκαίρια μετά κάτω από τον Αττικό ουρανό, ο οποίος βλέπει την ίδια ματαιότητα να σέρνεται και να ζητιανεύει στα πόδια του. Παράλληλα, όμως, αντικρίζει και την υπόγεια ελπίδα, καθώς εκτείνεται σε διάφορα σταυροδρόμια, πάντα μακριά από τα βλέμματα που επιζητούν να συλλαμβάνουν και να προβάλουν το καθετί.

Μέσα σ’ αυτά τα σοκάκια της ελπίδας, συνεχίζει να περπατάει μαζί μας το “Skein Syndrome”, το οποίο όταν πρωογεννήθηκε κανείς δεν το περίμενε. Ήρθε μετανάστης από το πουθενά στο κάπου - τ’ αυτιά μας, τη δισκοθήκη μας και τη μνήμη μας. Και δεν έφτασε απλά ως κάτι νέο, που παράλληλα έχει ήδη ακουστεί. Έφτασε ως ταραχοποιόν “στοιχείο” στα ήδη γνωστά πράματα. Κι αν το “The Great Secret Show” μας συστήθηκε ως η έκπληξη της δεκαετίας, το αδερφάκι του εδώ μάς αποκάλυψε τα κρυφά μηνύματα του “Deliverance”, επιχρωματίζοντάς το με μία προσωπική ματιά.

Το groove-άτο prog των POEM είναι λυρικό και δεν είναι απλά για να τα σπας. Εκτός από το γεγονός ότι δημιουργήθηκε στα χέρια σίγουρων μουσικών για το παίξιμό τους, ράφτηκε στα μέτρα, τα μήκη και τα σταθμά του Προκοπίου, ο οποίος μη θυμίζοντας (σε μένα) κανέναν, εκτοξεύει το υλικό σε ακόμη μεγαλύτερα επίπεδα, αναγκάζοντάς μας να το έχουμε πλέον ως μέτρο σύγκρισης. Το κύριο δέ χαρακτηριστικό του δίσκου είναι, ότι το κάθε τραγούδι ξεχωριστά από τα υπόλοιπα αποτελεί έναν μικρόκοσμο με αμέτρητες στιγμές μαγείας. Από το επικό φινάλε του “The End Justifies the Means”, στο αειμνημόνευτο ρεφρέν του “Weakness” (που, για να είμαστε ελικρινείς, πάντα θα ζητάμε ένα τέτοιο σε καινούριους δίσκους τους) και το γεφύρωμα που κάνει ο Προκοπίου στο “Desire” με τα Ανατολίτικα “Τεριρέμ” υπό τις καμπυλώσεις της Ευρωπαϊκής μουσικής.

Πολύς κόσμος είναι που το μελετάει εντόνως και δεν αναφέρομαι φυσικά στα εντός έδρας μας χωρία, αλλά σε αυτά του εξωτερικού. Και η αλήθεια είναι, ότι όταν διαθέτεις ένα κομμάτι σαν το “Fragments”, το οποίο διαλύει σύμπαντα, ειδικά με τις κιθάρες του, και συγκρίνεται αδίστακτα και στα ίσα με τους Opeth, τότε καταλαβαίνεις ότι δε θα περάσουν σα μία ωραία ιδέα που ακούστηκε, χάιδεψε για λίγο την προσοχή μας και μετά εξαϋλώθηκε.
Θα περάσουν κι άλλες δεκαετίες, τον τέταρτο αδερφό δεν ξέρουμε αν θα τον γνωρίσουμε, αλλά αυτός εδώ ο δίσκος είναι και θα είναι από τους καλύτερους δίσκους (και όχι απλά εγχώριους) της γενιάς μας.

Don’t forget that when you look up in the sky
your feet step on the ground

9 Likes

Steel Attack – Η ιστορία της μπάντας έως το 1999

Η ιστορία των Steel Attack ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Σουηδία, με τους Stefan Westerberg (Steve) και Dennis Vestman , οι οποίοι ξεκίνησαν να παίζουν μαζί ήδη από το 1992. Για τα πρώτα χρόνια το σχήμα πέρασε από αρκετές αλλαγές στη σύνθεσή του, μέχρι να πάρει πιο σταθερή μορφή.
Το 1995 οι δύο μουσικοί δημιούργησαν τους Mayer’s Eve , ένα συγκρότημα που κινούνταν εξαρχής στον χώρο του ευρωπαϊκού power metal. Η αρχική σύνθεση περιλάμβανε τον Steve στα τύμπανα, τον Dennis Vestman στην κιθάρα, τον Freddie στο μπάσο, τον Ronny στα φωνητικά και τον Mike στη δεύτερη κιθάρα.

Ωστόσο, οι συνεχείς αλλαγές μελών θα αποτελούσαν βασικό χαρακτηριστικό των πρώτων χρόνων της μπάντας. Ο Freddie αποχώρησε, καθώς δεν ένιωθε ότι η μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος τον εξέφραζε, ενώ παράλληλα η εύρεση νέων μουσικών δεν ήταν εύκολη υπόθεση, δεδομένου ότι προέρχονταν από μια σχετικά μικρή σουηδική πόλη και οι περισσότεροι διαθέσιμοι μουσικοί συμμετείχαν ήδη σε άλλα συγκροτήματα.
Μέσα σε αυτές τις ανακατατάξεις, ο Steve αποφάσισε να αφήσει τα τύμπανα και να αναλάβει τα φωνητικά, καθώς ο αρχικός τραγουδιστής Ronny αποχώρησε λόγω έλλειψης χρόνου. Για τη θέση του drummer προτάθηκε ο Andreas de Vera , ο οποίος εντάχθηκε στο συγκρότημα και αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της σύνθεσης που θα οδηγούσε τελικά στη δημιουργία των Steel Attack.
Το 1997 αποτέλεσε το μεγάλο σημείο καμπής. Μετά τις συνεχείς αλλαγές στη σύνθεση και την ανάγκη για μια νέα αρχή, οι Mayer’s Eve μετονομάστηκαν σε Steel Attack . Το νέο όνομα αντανακλούσε καλύτερα τη μουσική κατεύθυνση που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται: ένα δυναμικό μείγμα ευρωπαϊκού power metal, κλασικού heavy metal και speed metal.
Η μπάντα αντλούσε τις βασικές της επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Helloween, Iron Maiden και Accept , ενώ στιχουργικά επέλεγε την κλασική θεματολογία του είδους: επικές μάχες, δράκους, σπαθιά, πολεμιστές και φανταστικούς κόσμους. Η προσέγγιση αυτή μπορεί σήμερα να ακούγεται παραδοσιακή, όμως στα τέλη των ’90s αποτελούσε μέρος της μεγάλης ευρωπαϊκής αναβίωσης του power και παραδοσιακού heavy metal.
Η μουσική των Steel Attack, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στην καθαρόαιμη μελωδικότητα του power metal. Η μπάντα έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην ταχύτητα, στα βαριά riffs και στην επιθετικότητα των κιθαρών, δημιουργώντας έναν ήχο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στο ευρωπαϊκό power metal, το speed metal και το παραδοσιακό heavy metal. Αυτός ο πιο ωμός χαρακτήρας θα αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ταυτότητάς τους.
Με αυτή τη νέα ταυτότητα, οι Steel Attack προχώρησαν στη δημιουργία του πρώτου τους ολοκληρωμένου άλμπουμ. Το αποτέλεσμα ήταν το Where Mankind Fails , το οποίο κυκλοφόρησε το 1999 και αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη δήλωση της μπάντας στη σουηδική και ευρωπαϊκή metal σκηνή.

Το ντεμπούτο τους εμφανίστηκε σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εποχή για το ευρωπαϊκό metal. Το είδος είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την κρίση των αρχών της δεκαετίας και συγκροτήματα από τη Σουηδία και την υπόλοιπη Ευρώπη επανέφεραν στο προσκήνιο τις αξίες του κλασικού heavy, του speed και του power metal.
Οι Steel Attack βρέθηκαν ακριβώς μέσα σε αυτό το νέο κύμα. Με την ταχύτητα των Helloween της εποχής του Walls of Jericho , τη βαρύτητα των Accept και τη μελωδική κιθαριστική παράδοση του Iron Maiden, δημιούργησαν έναν ήχο που ήταν ταυτόχρονα παραδοσιακός και αρκετά επιθετικός για τα δεδομένα του power metal.
Το Where Mankind Fails αποτέλεσε έτσι όχι μόνο το ντεμπούτο τους, αλλά και την πρώτη ολοκληρωμένη αποτύπωση της ταυτότητας των Steel Attack: ωμό, μελωδικό και ταχύ metal, γεμάτο επικές θεματολογίες, δυνατά riffs και χαρακτηριστική σουηδική ενέργεια.
Και κάπως έτσι, το 1999, οι Steel Attack περνούσαν από το στάδιο μιας μικρής τοπικής μπάντας που είχε ξεκινήσει ως Mayer’s Eve σε ένα συγκρότημα με ξεκάθαρη θέση μέσα στη μεγάλη ευρωπαϊκή αναβίωση του power metal…

image

Steel Attack – Where Mankind Fails

Το Where Mankind Fails, ντεμπούτο των Σουηδών Steel Attack, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα της αναβίωσης του ευρωπαϊκού power και speed metal στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Σε μια περίοδο όπου η metal σκηνή άρχιζε να ανακαλύπτει ξανά τις αξίες του κλασικού heavy metal, οι Steel Attack πήραν τις βασικές αρχές των Helloween, των Iron Maiden, των Accept, των Running Wild και των Saxon και τις πέρασαν μέσα από ένα πιο ωμό και επιθετικό σουηδικό φίλτρο.Αν και το power metal συχνά ταυτίζεται με την υπερβολική μελωδικότητα, τα καθαρά φωνητικά και τις «γυαλισμένες» παραγωγές, εδώ τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Το Where Mankind Fails είναι ένα άλμπουμ που πατάει γερά στο speed metal και στο παραδοσιακό heavy metal, με μια επιθετικότητα που σε αρκετές στιγμές αγγίζει τα όρια του thrash. Οι επιρροές από το Walls of Jericho των Helloween είναι εμφανείς, ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο οι κιθάρες συνδυάζουν ταχύτητα, μελωδία και ασταμάτητη ενέργεια, όμως το συγκρότημα δεν αρκείται σε μια απλή αναπαραγωγή του ήχου των προγόνων του.

Μεγάλο μέρος της δύναμης του δίσκου βρίσκεται στις κιθάρες. Τα riffs είναι βαριά, κοφτά και γεμάτα ένταση, ενώ τα solos του John Allan Forssén προσθέτουν μια πιο τεχνική διάσταση χωρίς να μετατρέπονται σε άσκοπη επίδειξη δεξιοτεχνίας. Ακόμη και όταν ο κιθαρίστας ανεβάζει στροφές και αφήνεται σε πιο χαοτικά περάσματα, υπάρχει σχεδόν πάντα μια μελωδική βάση που κρατάει τη μουσική δεμένη. Η κιθαριστική δουλειά είναι αναμφίβολα ένα από τα μεγαλύτερα ατού του άλμπουμ.Εξίσου χαρακτηριστική είναι η φωνή του Steve Steel (Stefan Westerberg). Μακριά από την κλασική, υψηλή και σχεδόν «ηρωική» προσέγγιση πολλών power metal τραγουδιστών, κινείται σε χαμηλότερες και πιο τραχιές περιοχές, προσδίδοντας στα τραγούδια μια πιο πολεμική και επιθετική αίσθηση. Η χροιά του θυμίζει σε σημεία τον Eric Adams των Manowar, χωρίς όμως να αποτελεί αντιγραφή. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν επίσης τα ομαδικά φωνητικά στα ρεφρέν, τα οποία ενισχύουν την αίσθηση ενός πραγματικού metal ύμνου.

Το άλμπουμ ξεκινά με το “Dragon’s Skull”, ένα κομμάτι που λειτουργεί σαν ιδανική εισαγωγή στον κόσμο των Steel Attack. Ταχύτητα, δυναμικά riffs και ένα εξαιρετικό lead στην εισαγωγή δίνουν αμέσως το στίγμα. Το ομώνυμο “Where Mankind Fails” συνεχίζει ακριβώς από εκεί που σταμάτησε το πρώτο κομμάτι, με μια ασταμάτητη κιθαριστική επίθεση και ένα ιδιαίτερα δυνατό φωνητικό φινάλε. Οι στίχοι του, με την απαισιόδοξη ματιά πάνω στην ανθρώπινη φύση και την αυτοκαταστροφική πορεία της ανθρωπότητας, ταιριάζουν απόλυτα με τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της μουσικής.

Το “Island of the Gods” κινείται σε πιο παραδοσιακό heavy metal έδαφος, με μια βαριά, σχεδόν πολεμική ρυθμική βάση που φέρνει στο μυαλό τους Accept και τις πιο δυναμικές στιγμές του κλασικού ευρωπαϊκού metal. Και φυσικά, το solo αποτελεί ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Forssén μπορεί να συνδυάσει τεχνική και μελωδία.

Τα “Heading for the Lair”, “Village of Agabha” και “Thunder Knight” συνεχίζουν να εναλλάσσουν γρήγορα speed metal ξεσπάσματα με πιο βαριά και mid-tempo περάσματα. Το “Thunder Knight”, ειδικά, δείχνει πόσο καλά το συγκρότημα μπορεί να δημιουργήσει ένα βαρύ groove χωρίς να θυσιάζει τη μελωδικότητα.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει το επικό “The Tragic Kingdom”, διάρκειας άνω των δεκατριών λεπτών και χωρισμένο σε δύο μέρη. Πρόκειται για την πιο φιλόδοξη σύνθεση του άλμπουμ και μια πραγματική μεταλλική περιπέτεια, στην οποία οι Steel Attack αφήνουν αρκετό χώρο για εναλλαγές, ατμόσφαιρα και μεγάλα κιθαριστικά περάσματα. Από την άλλη, το “Island of Gods” και το πιο ατμοσφαιρικό “Island of Gods” αναδεικνύουν και την πιο σύνθετη πλευρά του συγκροτήματος, ενώ τα πλήκτρα χρησιμοποιούνται με φειδώ, κυρίως για να εμπλουτίσουν την ατμόσφαιρα.

Μοναδική ουσιαστική παρέκκλιση αποτελεί το instrumental “The Furious Spirit of Death”, όπου τα πλήκτρα αποκτούν πιο πρωταγωνιστικό ρόλο και η επιρροή του Yngwie Malmsteen γίνεται αρκετά εμφανής. Πρόκειται για ένα τεχνικά άρτιο κομμάτι, αν και ίσως υπερβολικά προσανατολισμένο στην επίδειξη δεξιοτεχνίας σε σχέση με το υπόλοιπο άλμπουμ.

Αυτό που κάνει τελικά το Where Mankind Fails τόσο ξεχωριστό είναι η ισορροπία του. Από τη μία πλευρά έχουμε την ταχύτητα και τις μελωδίες των Helloween, από την άλλη τη βαρύτητα των Accept και Running Wild και, πάνω απ’ όλα, μια ωμή επιθετικότητα που φέρνει το άλμπουμ πολύ κοντά στο speed metal. Δεν πρόκειται για το «γυαλισμένο» power metal που θα κυριαρχούσε σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής σκηνής, αλλά για κάτι πιο άγριο, πιο τραχύ και περισσότερο προσανατολισμένο στο κλασικό heavy metal.

Το Where Mankind Fails είναι ένας από εκείνους τους δίσκους που ίσως δεν αποκαλύπτουν αμέσως όλο τους το μεγαλείο. Όσο περισσότερο τον ακούς, τόσο περισσότερο εκτιμάς τις κιθάρες, τις αλλαγές στους ρυθμούς, τα φωνητικά και κυρίως την αίσθηση αυθεντικού metal που διαπερνά κάθε σύνθεση. Είναι ένα χαρακτηριστικό προϊόν της σουηδικής power metal αναβίωσης των late ’90s, αλλά ταυτόχρονα αρκετά πιο βαρύ και επιθετικό από πολλούς συγχρόνους του.

Ένα ντεμπούτο γεμάτο ενέργεια, εξαιρετικά riffs, δυνατές μελωδίες και αρκετή αγριάδα ώστε να ικανοποιήσει ακόμη και ακροατές που συνήθως δεν πλησιάζουν το power metal. Το Where Mankind Fails δεν είναι απλώς ένα power metal άλμπουμ· είναι speed/heavy metal με power metal ψυχή.

Βαθμολογία: 9/10

13 Likes

Τουλάχιστον εντυπωσιακά τα σεντόνια που ανεβάζεις τον τελευταίο καιρό! Το ότι εκθέτεις την συνολική εικόνα ενός συγκροτήματος και δεν περιορίζεσαι στα του παρουσιαζόμενου δίσκου, το κάνει περισσότερο ενδιαφέρον - και δεν σχολίασα καθόλου τις “ιδιαίτερες” ώρες των αναρτήσεων!
Άξιος!

3 Likes

Χαχα, είναι από τα «καλά» της μανίας και της υπομανίας που με κυνηγάνε αυτόν τον καιρό! :sweat_smile::metal: Τουλάχιστον κάπου πιάνει τόπο όλη αυτή η ενέργεια! :grin:


2 Likes

Παρά το γεγονός πως ο @ChrisP έχει ήδη καταθέσει τα διαπιστευτήρια για τον εν λόγω ογκόλιθο (δηλαδή, τον καλύτερο black metal δίσκο), προσωπικά μετά τη δικαιολογημένη νύξη για το “Painkiller”, ένιωσα μια ανάγκη να αναφερθώ σε κάτι.

Λέγεται και υποστηρίζεται ότι το “Painkiller” πήγε πολύ μπροστά το metal και δε θα διαφωνήσω σε αυτό. Όπως, επίσης, καταλαβαίνω εκείνους που βρέθηκαν στα γεννητούρια του και το καμάρωναν στη θερμοκοιτίδα του. Τα δέχομαι όλα, αλλά συμβαίνει το εξής: στα 37 μου και ως Γιάννης, κάθε που πάω να σκεφτώ τις κιθάρες των Άγγλων και το τι έκαναν το 1990, ο νους μεταγγίζεται δέκα χρόνια αργότερα, το “Painkiller” διαγράφεται μονοκονδυλιά και ο ultra heavy απόηχος του “Thorns” διαλευκαίνει τα πάντα. Σε σημείο, μάλιστα, που για μένα κανένας άλλος δίσκος στη σκηνή του metal δεν έχει σημασία.

Πραγματικά, αν αναλογιστούμε το γεγονός πως σε μία χρονιά σαν εκείνη, όπου ένας άνθρωπος (ίσως από τους λίγους στην εν γένει μουσική σκηνή και όχι απλά στην ακραία) αποφασίζει να αποσύρει στο σκότος το υλικό που ετοίμαζε για καιρό (παλιά του τέχνη κόσκινο του συγκεκριμένου) και να φέρει στην επιφάνεια κάτι Ταρταρικό, κι επιπλέον να το εξαπολύσει υπό τέτοιον ήχο, ακούγεται λίγο έως και πολύ παράδοξο. Αδυνατώ να θεωρήσω άλλον δίσκο προγενέστερό του τόσο ακραία heavy ή και να έχει υπάρξει μεταγενέστερός του που να μπορεί να το κοιτάξει κατάματα και να τον ξεπεράσει. Μέχρι και οι Mayhem (που οφείλουν ένα μέρος των μυστηρίων τους στον Snorre) έκαναν την εξυπνάδα να κυκλοφορήσουν το “Esoteric Warfare” ως κάτι το απόλυτο, το οποίο όμως δεν είναι παρά μία μέτρια κόπια του υπέρτατου και τέλειου “Thorns”.

Δεν έχει και πολύ νόημα να αναφερθώ τόσο στις συνθέσεις ή στο σύνολο των ονειρεμένων μουσικών που απαρτίζουν τον δίσκο. Το ζήτημα είναι, ότι εν έτει 2001 βγήκε από τα ηχεία μία αντίληψη, μία πρόθεση, μία “ενσάρκωση” ήχου πολύ μπροστά από την εποχή της. Είναι από αυτές τις λίγες φορές, που ακόμη και η ίδια η τεχνολογία αν είχε φωνή, θα παραδεχόταν ότι την απόσταξαν μέχρι το μεδούλι για να εξυπηρετήσει τη σκέψη αυτής της ultra heavy ηχητικής κατεύθυνσης. Όσο κι αν το “Leather Rebel” είναι μεγάλο έπος, σβήνεται στη σκέψη μου μόλις ηχεί η εισαγωγική επέλαση του “Stellar Master Elite”. Το μεταίχμιο του heavy και του black είναι τόσο λεπτό και εύθραυστο, που είναι κυριολεκτικά δώρον άδωρον οποιαδήποτε ερμηνεία και περιγραφή.

Ό,τι και αν έρθει (όποτε και εάν) από τους T H O R N S, το σίγουρο είναι ότι δε θα μπορεί, όχι να το ξεπεράσει -που μοιάζει έτη φωτός αδιανόητο κάτι τέτοιο και όποιος ελπίζει, κάτι δεν έχει αντιληφθεί-, αλλά να αγγίξει αυτή την απαράμιλλη έκρηξη αυτού του ντεμπούτου. Το black metal οφείλει πολλά, όχι σ’ αυτόν το δίσκο, αλλά στον Snorre, όπως άλλωστε παραδέχτηκε και ο Vicotnik σε συνέντευξή του, πως όλοι τους χρωστάνε λίγο ή πολύ στον συγκεκριμένο άνθρωπο.

Οπότε, για μένα, ο ορισμός του απόλυτου metal δίσκου είναι αυτό το υπερηχητικό ντεμπούτο, που είναι μία δισκογραφία μόνο του. Τρόμος, έκσταση, έκπληξη, ανεβασμένη τεστοστερόνη και στρώματα κιθάρων πάνω σε μία κονσόλα, που κανείς δεν ξέρει τι σκεφτόταν αυτός ο άνθρωπος όταν το γυάλιζε στο τελικό του στάδιο.

6 Likes

Αν εξαιρέσεις τις άκυρες συγκρίσεις με το Painkiller :face_with_spiral_eyes: ωραία τα λες για έναν από τους κορυφαίους bm δίσκους ever

BLAST FROM THE PAST:
JACO PASTORIUS:Jaco Pastorius
(1976, Epic)

To μπάσο δεν είναι το όργανο που θα τραβήξει πάνω του τα φαντεζί φώτα της δημοσιότητας, ούτε γεννά μουσικούς σούπερ σταρ, όπως το κάνει η κιθάρα για παράδειγμα. Παρόλα αυτά, ο απίθανος Jaco Pastorius, είναι αναλογικά το αντίστοιχο του Hendrix και μιλάω για το μουσικό αποτύπωμα και impact που είχε σε άλλους μπασίστες. Πόσο κρίμα μόνο, που το βάρος που κουβαλούσε η ψυχούλα του, σε συνδυασμό με τις καταχρήσεις θα του στερούσαν να δώσει πολλά περισσότερα σε όλους μας, από το να λέμε μονάχα ¨πω, ο τύπος που έπαιζε με άταστο μπάσο».

Στα 25 του λοιπόν, θα κυκλοφορήσει τον ομώνυμο δίσκο του και θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται το μπάσο, ένα απίθανο fusion από funk, jazz και rock, με τις μπασογραμμές να βγαίνουν μπροστά, να κυριαρχούν και να σε κρατάνε, αφού είναι καθαρές και ντελικάτες.

Το κάνει ξεκάθαρο από την αρχή του δίσκου άλλωστε, από αυτή την τόσο ιδιαίτερη ματιά του πάνω στο bebop classic Donna Lee του Charlie Parker, στο οποίο ο απίθανος Jaco συνοδεύεται απλά από congas ρε φίλε!

Από κει και πέρα, κάθε σύνθεση είναι μοναδική, από την ήρεμη μα υπέροχα ρομαντική μελωδία του Continuum, τη γκρούβα του Kuru/Speak Like A Child (μαγεία και ο Herbie Hancock στο πιάνο), την τεχνική αρτιότητα του Portrait Of Tracy, τους funk δρόμους του Opus Pocus, τη soul του Come On, Come Over (το μόνο κομμάτι με φωνητικά, που δίνει μια έξτρα νοστιμιά για όσους βαριούνται τις καθαρά οργανικές δουλειές) κτλ.

7 Likes

BLAST FROM THE PAST:
VALHALLA:The Ultimate Anthology 84-86
[2017, Cult Metal Classics]

“Darkness comes / when you’re looking for the light…”

Οι Valhalla ήταν ένα από τα άπειρα σχήματα των early 80s στο αμερικάνικο metal underground. Μιλάμε για την εποχή, που όλοι είχαν να διαλέξουν αν θα παίξουν glam metal ή κάτι πιο ακραίο, όπως το -ανερχόμενο τότε ακόμα- thrash. Οι Valhalla επέλεξαν να παίξουν nwobhm βέβαια και αυτό δεν ήταν και η καλύτερη εμπορική κίνηση για τους ίδιους, εξού και η μικροσκοπική δισκογραφία τους, στην ουσία ένα Ep το 1985 κυκλοφόρησαν, που μαζί με κάποια demo τους, μαζεύτηκαν σε ένα ωραιότατο διπλό compilation της Cult Metal Classics, που για μία ακόμη φορά έφερε στο φως ένα σχήμα που θα είχε χαθεί στη λήθη του χρόνου. Ναι, ναι, ξέρω, ποιος θα ασχοληθεί 40 χρόνια μετά θα μου πείτε, αλλά νομίζω πως είναι αυτές οι μικρές χρονικές «κλοπές» που κάνουμε στο χάος γύρω μας, οι μικρές νοητικές/συναισθηματικές επενδύσεις, μακριά από το αέναο scrolling, που φέρνουν ισορροπία μέσα μέσα μας και αγαλλίαση στο τέλος της ημέρας.

“Far beyond the sun / Twisted in a rainbow…”

Valhalla λοιπόν… Δημιουργήθηκαν από μερικούς μαθητές λυκείου στο Pittsburgh της Pennsylvania, το 1979, από τους Ed Horgan (τύμπανα), Joe Mutch (μπάσο) και Bill Hornyak (κιθάρα), οι οποίοι ήταν φίλοι από την πρώτη δημοτικού και στην εφηβεία τους ένωσαν οι κλασικοί ροκ ήχοι της εποχής.

Αρχικά το όνομα τους ήταν Snowblind, ένα σχήμα που έπαιζε hard rock διασκευές σε σχολικές γιορτές και το 1980 το άλλαξαν σε Armageddon. Σε κείνη τη φάση ήταν ένα τρίο που έψαχνε για τραγουδιστή και αυτός θα βρεθεί στο όνομα του David Fefolt, που θα τους δώσει ένα demo μέσω ενός κοινού γνωστού. Θα αρχίσουν σιγά σιγά να συνθέτουν το δικό τους υλικό, με πρώτο ever κομμάτι να είναι το “Nightstalker” ενώ άρχισαν να δίνουν και τα πρώτα live σε venues του Pittsburgh. Ξαφνικά ο Fefolt θα τους πει πως την κάνει για την ηλιόλουστη Φλόριδα και έτσι έμειναν πάλι χωρίς φωνή.

Την ίδια περίοδο θα έρθει στα πλήκτρα ο John Merkt των Soothsayer (που μόλις είχαν διαλυθεί) και θα συνεχίσουν να γράφουν υλικό (το κομμάτι “In Her Eyes”), ενώ αποφασίζουν να αλλάξουν και πάλι όνομα και σκέφτηκαν το Valhalla (μαζί με δεκάδες άλλους, εντός και εκτός ΗΠΑ). Το line up θα συμπληρωθεί με τον Dave Gonzalez (τραγουδιστής των Soothsayer), θα παίζουν ζωντανά το “Valhalla” (μια σύνθεση των Soothsayer), αλλά ο Gonzalez αποφασίζει να την κάνει και αυτός.

Είμαστε ήδη στο 1983 όταν ο Fefolt τους λέει πως γύρισε (πόσο ήλιο να αντέξει) και αυτοί φουριόζοι θα γράψουν νέα κομμάτια (“Looking For The Light” και “Slup of Dreams”), έχοντας πια αρκετά για ηχογραφηθεί ένα EP, το οποίο θα κυκλοφορήσει σαν ανεξάρτητη κυκλοφορία το 1985 και θα γίνει διανομή από την Important Records. Το τοπικό ραδιόφωνο θα τους παίξει και οι συναυλίες θα συνεχιστούν, αλλά καμία μεγαλύτερη εταιρεία δε θα δείξει ενδιαφέρον για ένα αμερικάνικο σχήμα που παιζει το ήδη ξεπερασμένο nwobhm (τρομερό αν σκεφτούμε πως δεν είχε περάσει καν πενταετία από το peak του είδους).

Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς αποφασίζουν να μετακομίσουν στο Phoenix της Arizona, αλλά μόλις λίγους μήνες μετά ο Bill Hornyak θα τους πει πως επιστρέφει στο Pittsburgh και έτσι θα ψάξουν για νέο κιθαρίστα, μόνο που στο Phoenix ήταν όλοι χωμένοι στο thrash και το hardcore. Παράλληλα ο Ed θα νοσηλευτεί λόγω διαβήτη και ο David θα δεχτεί την πρόταση ένταξης στους Hawk και έτσι θα μπουν τίτλοι τέλους για το σχήμα…

https://www.youtube.com/watch?v=b-wwbwBVLQQ

5 Likes

BLAST FROM THE PAST:
IT’S A BEAUTIFUL DAY:It’s A Beautiful Day
(1969 Columbia/CBS)

“ White bird / In a golden cage / On a winter’s day / In the rain… ”

Με τον καιρό να είναι τέρμα μίζερος αυτές τις μέρες, αποφάσισα να ξεθάψω έναν από τους πλέον όμορφους δίσκους, που παρά το όνομα του σχήματος (αλλά και του καλοκαιρινού εξώφυλλου) ταιριάζει ταμάμ με το γκρίζο τριγύρω (και να΄ταν μόνο η συννεφιά). Άλλωστε και η ίδια η μπάντα είχε γράψει το πασίγνωστο White Bird με αφορμή τον μίζερο καιρό του Seatlle (όπου ξεκίναγε να βρέχει και σταματούσε μετά από μήνες, λες και ήταν κάποιο χωριό στην Ήπειρο), την περίοδο που ζούσαν όλοι μαζί σε μια μικρή σοφίτα σκαρώνοντας τα πρώτα τους κομμάτια, έχοντας όνειρα, μα ούτε μια δεκάρα στις τσέπες τους.

“Long summer dream / slidin’ round my mind…”

Το White Bird άνοιγε το δίσκο και έπαιξε παντού στα ραδιόφωνα της εποχής, ενώ ακούστηκε και στα 80ς σε αρκετά επεισόδια του Ιππότη Της Ασφάλτου (του ΚΙΤ ντε!), αλλά παραήμουν μικρός τότε, για να με νοιάζει ποιο είναι αυτό το όμορφο ψυχεδελικό σχήμα, που ταίριαζε τόσο πολύ με τη σκηνή του San Francisco, εκεί στα τέλη των 60ς.

Στην πραγματικότητα, θα μάθαινα γι΄αυτούς μια μέρα στο σχολείο, όταν άκουγα το Child In Time των Deep Purple και ο μουσικός γκουρού της τάξης θα με ενημέρωνε πως το είχαν κλέψει από τους It’s A Beautiful Day! Βέβαια, τα πράγματα ήταν πιο απλά και όχι τόσο τραγικά, το καλοκαιρι του 1970 ο Jon Lord έπαιζε στα πλήκτρα τη βασική μελωδία και πάνω σ΄αυτή αυτοσχεδίασαν και έφτιαξαν το επικό Child In Time.

“Time / sweet time / lovely time…”

Το θέμα μας είναι οι It’s A Beautiful Day όμως, ένα κλασικό folk rock άλμπουμ με έντονη την prog rock προσέγγιση, αλλά και την ψυχεδελική εσάνς της χίπικης εποχής, μαζί με στοιχεία κλασικής και jazz. Θα έλεγα πως είναι κάπου ανάμεσα στους Renaissance και τους Jefferson Airplane, αν το namedropping βοηθάει, νομίζω όμως πως σκάρωσαν τον δικό το δικό τους ήχο με το καταπληκτικό ντεμπούτο τους (και ας ήταν σαφώς κατώτερες οι επόμενες δουλειές τους, δεν είναι τυχαίο πόσο ταλαιπωρημένη είναι η κόπια μου σε σχέση με τα υπόλοιπα τους).

To βασικό όργανο πάντως, είναι ξεκάθαρα το βιολί του David LaFlamme, ο ίδιος κάνει και τα φωνητικά βέβαια, με τη βοήθεια της γυναίκας του, Linda LaFlamme, που έπαιζε και τα πλήκτρα (σε πιάνο, όργανο και hammond) και της Pattie Santos (που έπαιζε τα κρουστά), ενώ στην κιθάρα ήταν ο Hal Wagenet, στο μπάσο ο Mitchell Holman και στα ντραμς ο Val Fuentes. Για την ιστορία, μετά την κυκλοφορία του δίσκου, η Linda θα αποχωρήσει από το σχήμα, αφού είχε χωρίσει από τον David, και αυτός θα παντρευτεί μια άλλη Linda που επίσης θα παίξει στους It’s A Beautiful Day.

Τα κομμάτια παρουσιάζουν ωραίες εναλλαγές σε ρυθμό και διάθεση πάντως, και πέρα από το υπερχίτ στην αρχή, κρατούν το ενδιαφέρον μέχρι τέλους, από το ατμοσφαιρικό “Hot Summer Day” μέχρι το hardrockίζον “Wasted Union Blues” ή το “Girl With No Eyes” σε πιο μπαρόκ στυλ και στίχους που δεν έπιανα κάποτε, αλλά πλέον λατρεύω, για την αγάπη ως τον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή και πως στην ουσία αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, κάτι που μοιάζει τετριμμένο στην κυνική και τέρμα ατομικίστικη εποχή μας …

“Doesn’t everybody know / Everybody know love takes a lifetime?..”

https://www.youtube.com/watch?v=hnsGGDlZXSE&list=RDhnsGGDlZXSE&start_radio=1

2 Likes