Γιορτάζει κιόλας αύριο.
Αλλά βρίσκω το 6 στο PS υπερβολικό.
Γιορτάζει κιόλας αύριο.
Αλλά βρίσκω το 6 στο PS υπερβολικό.
Σιγα που ριχνω λαδι στην φωτια, νομιζα οτι ολες οι αποψεις ειναι σεβαστες, οχι? Σκεψου να ειχα βαλει καναν πραγματικα κακο βαθμο κι οχι ενα τιμιο 6αρακι στο untouchable αριστουργημα που ειναι για τεραστιους υπνους το μισο
![]()
Η μετριοπαθης βαθμολογια που εβαλα πιο πανω ειναι πταισμα για χαστουκι στο χερακι σε συγκριση με αυτα που εχω διαβασει εγω για αλλες μπαντες και δισκους τους που δεν αποτελουν κειμηλια και δεν εχουν ανεβει σε βαθρα.
Το μόνο αντατσαμπολ αριστούργημα εδω μεσα εισαι εσυ.
Ολα τα άλλα, ναι εχεις γνώμη να τη λες. Οχι δε ρίχνεις λαδι ποτε σε καμια φωτιά, οπου θες ομως κατι παντα στραβωνει.
Αν εχεις αϋπνία, παρε μισο PS.

Σε μία παρεκλάλητη συνέχεια των όσων γράφτηκαν και μετεωρίστηκαν ως σκέψεις, έρχομαι σε ένα έτερο μέτωπο μουσικής τελειότητας. Η περίπτωση των Subsignal άστραψε αστραπιαία στον ουρανό των North Sea Echoes. Ό,τι προηγήθηκε στους Sieges Even και δεν υπήρχε η δυνατότητα της συνέχισής των, μετενσαρκώθηκε στους κυρίους εδώ και εγγίζουμε το έτος 2015, όταν και κυκλοφορούν τον καλύτερό τους δίσκο, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κυκλοφορήσει ως Sieges Even στο πεδίο όπου οι γνώμες μας καλπάζουν.
Κάθε άλλε δισκογραφική απόπειρα των Subsignal (μέχρι ν’ ακούσουμε φυσικά και το καινούριο υπό τον ανακαινισμό της ομάδας), όπως και το “Paramount” -θα τολμήσω να πω- δε δύνανται ν’ αγγίξουν ή και να συγκριθούν με το μεγαλείο αυτού του δίσκου.
Με διαύγεια σκέψεων και συναισθημάτων θα γράψω, πως ο Markus Stefen, μετά το τέλος των Sieges Even συνέθεσε άσματα που κουβαλούν μέσα τους το χάρισμα που έχει αυτός ο άνθρωπος στο να γράφει μουσική.
Πλαισιωμένος από τον Arno Menses, ο οποίος (όπως άλλωστε και ο Jogi Kaiser) δεν έχει καμία φωνητική σχέση με το μεγαλύτερο ποσοστό των φωνών στην progressive metal σκηνή, βρίσκει τη δίοδο να κάνει τα τραγούδια να πλημμυρίζουν από έμπνευση. Για την ακρίβεια, μέσα στο καθένα, εντός ορισμένων λεπτών, αλλάζει ρυθμούς, εξαπολύει συναισθήματα, κολλητικές μελωδίες, πολυφωνικές γέφυρες και φυσικά αυτές τις κιθάρες. Αυτές τις μούσες τους, με τα πιο χαρακτηριστικά αρπίσματα για φορέματά τους. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω να καταθέσω και στον άγνωστο Dirk Brand, ο οποίος εκτελεί ό,τι νότα υπάρχει μπροστά του πάνω στα δέρματα των τυμπάνων και είναι από τις λίγες φορές, που προσωπικά, σε έναν τέτοιο τεράστιο δίσκο λυρισμού, χαίρομαι ακράδαντα με την ύπαρξη της δίκασης.
Είναι πολύ δύσκολο σε αυτόν το δίσκο να πιάσεις κάποιο τραγούδι συγκεκριμένο και να το απογειώσεις ενδόξω τω τρόπω, αφήνοντας τα υπόλοιπα στο διάδρομο αναμονής για κάποια μελλοντική ανύψωση. Ωστόσο, ενδεικτικά, -και αφήνοντας στην άκρη το υπεραγαπημένο μου “Everything is Lost”- θα σταθώ στα τέσσερα τμήματα του ομότιτλου, τα οποία πολλές νύκτες με ανάγκασαν να βυθιστώ στον δικό τους έναστρο ουρανό. Αν και με τον Markus ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος, θα πω ότι με αυτά τα τέσσερα έφτασε στο απόγειο της συνθετικής του υπεροχής. Εκεί, δε, που μένεις στήλη άλατος είναι στην κιθαρωδία των χορδών στο “Path”. Το αγροτικό στο “Sense of Change” και στο “The Art of Navigating by the Stars” τον έσπρωξαν να τελειοποιήσει την αγάπη του για την εξάχορδη και μέσα από την απλότητα να γεννήσει τον πιο ώριμό του ανθό.
Αυτός ο δίσκος έρχεται, πάντα, να υπενθυμίζει στο “Sympathetic Resonance”, πως η κορυφή μπορεί να αντέξει και δύο μαζί, και όχι απαραίτητα έναν. Τώρα, θα με πείτε, πως γίνεται να γράφω συνέχεια για κορυφές, ενώ η σκηνή δεν τις αναγνωρίζει, ιδίως με την παρουσία και την εκζήτηση από πλευράς κόσμου; Αυτό είναι κάτι, που δεν χρειάζεται απαραίτητα να το απαντήσουμε. Για την ακρίβεια, αφήστε το “In the Blinding Light” να σας δώσει όλες τις απαντήσεις.
Πώς κατάφερες και δεν έγραψες ένα γράμμα για το “And the Rain Will Wash It All Away” ;
Να το. Πως να γράψεις για ένα τραγούδι και ν’ αφήσεις κάποιο άλλο για τον συγκεκριμένο δίσκο; Είσαι η επιβεβαίωση. Κάνε ρήμα. Στήσε την αρμαθιά των λέξεων και χάρισέ μας το στόλισμά σου. Να μη μείνει ορφανή η ομορφιά του άσματος.
Καλά, δυο λόγια θα πω, χαχα, αλλά άλλη στιγμή, γιατί τώρα έχουνε προτεραιότητα άλλα
HOLY SHIT that’s a bold statement
Για τους 3 οπαδους του δισκου.
Και χθες ακουγα το ντεμπούτο και σκεφτόμουν να γραψω σχετικα εδω. Το Beautiful and monstrous μου φαίνεται συγκλονιστικα υπέροχο. Κι απο πολυ κοντα το Beacons…
Τεράστιοι δίσκοι. Τεράστιο γκρουπ.
Έλα σβήστη την άκυρη μαλακία, προλαβαίνεις
Μπα
Το 'χα πει, θα το ξαναπώ και θα συνεχίσω να το λέω. Το “Darkness in A Different Light” το αγαπώ. Το περίμενα πως και πως. Δεν δεχόμουν στον εαυτό μου προσδοκίες, αλλά είχα μεγάλη προσμονή. Κι έτσι το αγάπησα με τη μία και συνεχίζω.
Ωστόσο, όπως είχε προσυπογράψει κάποια στιγμή και ο @manos87 αν δεν κάνω λάθος, το “Sympathetic Resonance” ήρθε από το πουθενά, ενώ για την πλάκα κάναμε εικασίες ότι θα ξανακούσουμε από Jim & John για μάγισσες και χαρτορίχτρες. Ήρθε, μας άρπαξε και στρώσαμε χαρακτήρα. Ήταν, είναι και θα είναι ο καλύτερος prog metal δίσκος της δεκαετίας. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έρχεται ο Markus, αυτός ο άνθρωπος που έχει κειμήλιο το “Perfect Symmetry” και γενικά τους Fates, και δημιουργεί το “The Beacons…”. Δεν έχει καμία σχέση με το “Sympathetic…”, αλλά είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια των Sieges Even και γενικά της δημιουργικότητας του Markus. Παίρνει απ’ όλα τα δικά του και τα φτάνει στο ζενίθ.
Οπότε ναι, το βάζουμε με ΧΡΥΣΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΟΤΙ “SYMPATHETIC RESONANCE” & “THE BEACONS OF SOMEWHERE SOMETIME” πάνε μαζί, χεράκι χεράκι στην κορυφή.
Ναι ρε κατάλαβα ότι εννοείς ως αξία και όχι ως ύφος
Με ιντρίγκαρες γιατί κι εγώ αν θυμάσαι το Sympathetic το έχω πολύ ψηλά, κορυφή όχι μόνο στο προγκμέταλ της δεκαετίας, στη δεκαετία γενικά
Κι όταν πετάγονται κάτι χαζοί και λένε εξυπνάδες διασκεδάζουμε ακόμα περισσότερο ![]()
Άρα ναι θα πρέπει να το ακούσω σίγουρα και το Subsignal
Το θυμάμαι, όπως θυμάμαι ότι ακόμα -μάλλον- δεν έχεις αποφασίσει αν σ’ αρέσει περισσότερο αυτό ή το “Winter Ethereal”.
Ε βάλ’ το αγόρι μου!
Ε το Sympathetic αδερφέ ![]()
Το Beacons όταν βγήκε μου έκανε πολύ συχνά παρέα τότε που ξεκινούσα το τρέξιμο (και έτρεχα με ακουστικά και μουσική
). Πολύ όμορφος δίσκος.
Τα πήγαινες εξαιρετικά, μέχρι που υποτιμησες το Paramount . Τς τς τς τς. ![]()
Παραταύτα, αν και ποτέ δεν συντονιστηκα με subsignal, θα του δώσω μια αυτιά, με έπεισες.
Συμφωνώ το ντεμπούτο τους είναι καταπληκτικό…μεγάλη λατρεία σαν φυσική συνέχεια των τεράστιων sieges even…
"Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία,
παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα,
αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία"
Σκυφτοί πάνω στον χάρτη της προοδευτικότητας, στις δικές μου τουλάχιστον βυθομετρήσεις, είναι αδύνατον να μη σημειωθεί ο παράλληλος του Θάνου Μικρούτσικου. Η μουσική του αντίληψη είναι πέρα από φτηνές και αχρείαστες κατατάξεις, γι’ αυτό και ο ίδιος ολόκληρος είναι μία όψη του progressive βιώματος στη μουσική. Οι “Γραμμές των Οριζόντων” είναι μία απόδειξη της προηγούμενης σκέψης, τόσο από ηχητικής πλευράς, όσο και από ιδεολογικής.
Είναι ξεκάθαρο, πως οι υπόστασείς μας είναι άρρητα συνδεδεμένες με κάποια φωνητικά χρώματα από την παιδική μας ηλικία. Μία φωνή που ακούστηκε στο μπαλκόνι της παιδικότητάς μας και ανθοφόρησε μέσα στον κήπο της μνήμης μας. Ο Μικρούτσικος, λοιπόν, κάνει αυτή τη μοναδική κίνηση και μαζεύει δίπλα του μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές κάποιων χρόνων, που έχουν σημαδέψει την ελληνική μνήμη, αλλά και το ακουστικό ηχόχρωμα του εγκεφάλου.
Τους συγκεντρώνει και τους εξηγεί, πως θα πάει πέρα από τα χαρτογραφημένα νερά. Δεν είναι σκοπός του η επανεκτέλεση κάποιων από των πιο σημαντικών ασμάτων στην ελληνική μουσική. Είναι γεγονός η διαρκής σχέση του και συνομιλία του με τον Νίκο Καββαδία. Έχει όραμα ο Μικρούτσικος, έχει όνειρα. Να κάνει αυτά τα τραγούδια βάρκες αβύθιστες που θα ταξιδεύουν ανά τις δεκαετίες. Να ναυλώσει το “Kuro Siwo” με εκείνο το σαξόφωνο για πηδάλιο και όλη τη tech jazz ατμόσφαιρα για θάλασσα μέσα στην πορεία των χρόνων.
Είναι πολυμορφικός και ειλικρινά ανήσυχος. Δεν μπορεί να κοιμηθεί, ξέροντας ότι σαν ωκεανός μπορούν να συμπράξουν ηλεκτρικές κιθάρες, το ατρικύμητο πιάνο του, όλα τα πνευστά, όπως ακόμη και αυτή η φυσαρμόνικα στο “Cambay’s Water”, τη στιγμή που ο Βασίλης το σκεπάζει με την έναστρη φωνή του. Ως έντονο σημείο, βέβαια, θα χαρακτήριζα τον Πάνο Κατσιμίχα και την ερμηνεία του στο “Ο Πιλότος Nagel”, όπου φωνητικά ωθεί τον εαυτό του σ’ ένα “ζόρι”, που όμοιό του -αν δεν λανθάνω- δεν έχει ξανακάνει στον εαυτό του.
Έχω, όμως, μία ένσταση καθαρά προσωπική. Όσο κι αν έχω συνδέσει κομμάτι από την παιδική μουσική μνήμη με τη ζεστή φωνή του Νταλάρα, αδυνατώ να δεχτώ την παρουσία και την εκτέλεση του “Ο Σταυρός του Νότου”. Για την ακρίβεια, αδυνατώ να δεχτώ την όποια εκτέλεσή του πέρα από την αυθεντική. Είναι κάποια τραγούδια που μας έχουν στιγματίσει. Ένα εξ αυτών είναι και το συγκεκριμένο, έτσι όπως πρωτοηχογραφήθηκε πάνω στο κορμί της μούσας του Φασιανού.
Ξεπερνώντας το παραπάνω και εμμένοντας στην προοδευτική αντίληψη του Μικρούτσικου, θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος δίσκος δύναται να εμπνεύσει, αλλά και να διδάξει πολλούς νέους μουσικούς ως προς την πολύπλοκη απλότητα με την οποία μπορείς να συνθέσεις, δίχως να γίνεις κουραστικός. Κι αν τα λόγια μου είναι περιττά και κοντεύω να μας μπαντάρω με τις μικρότητές μου, η εκτέλεση στο “Μαχαίρι” νομίζω πως ανήκει στις τρεις κορυφαίες δημιουργίες του Μικρούτσικου, αλλά και ως μία αξιότατη να συγκαταλέγεται σε μια εκατοντάδα με τα καλύτερα progressive άσματα παγκοσμίως. Και θα το ξαναγράψω. Ο άνθρωπος τις στιγμές που το συνέθετε και το έβαζε κάτω για υπάρχει αυτό το αποτέλεσμα, ονειρευόταν. Δε δούλευε, ονειρευόταν. Έπλευσε στα βαθιά, παράλληλα με τις βλέψεις του Καββαδία. Και γι’ αυτό το συγκεκριμένο σου μιλάει μέσα από κάθε νότα, μέσα από κάθε όργανο που καταθέτει τη δυνότητά του.
Αν, λοιπόν, ο Μικρούτσικος δεν είναι ένας από τους πιο progressive μουσικούς μ’ ένα τέτοιον δίσκο, τότε ποιος είναι;