Μόλις με θύμισες ένα υπέροχο ανέκδοτο με μία τέτοια ατάκα και γελάω μόνος μου.
Πάντως, δε θεωρώ ότι είναι άδικο να μένουν δίσκοι στη δισκογραφίας μιας μπάντας χωρίς κείμενο. Δε βρίσκω κάτι άσχημο, ο καθένας να βασίζεται αποκλειστικά σε ένα δίσκο για κάθε κατηγορία, άντε δύο.
Δύσκολη πίστα η μοιρασιά αυτή. Είμαστε 9 άτομα που έχουμε ψηφίσει, οι δύο εκ των οποίων έχουν ρίξει συνολικά 1-2 ψήφους, ενώ και από τους υπόλοιπους έχει πάει περίεργα η κατανομή. Δεν την λέω σε κανέναν, απλά προετοιμάζω πως έχουν βγει πολλές κριτικές στους περισσότερους από εμάς.
Στόχευσα στην εκπροσώπηση κάθε δίσκου και στο να δώσω στον καθένα μας τουλάχιστον μία επιλογή ανά κατηγόρια.
Εννοείται πως κανείς δεν υποχρεούται να γράψει για τα πάντα όπως τα έβγαλα εγώ. Και εγώ ο ίδιος δλδ δεν ξέρω αν θα κάτσω να γράψω 7 κριτικές (παίζει και να κάτσω όμως).
12/07 το deadline αρχικά και βλέπουμε.
Πείτε κιόλας αν θεωρείτε πως σας ρίχνω κάπου ή αν το βλέπετε κάπως διαφορετικά.
![]()
Πες αλήθεια ότι το εκανες για να προτείνουμε πάλι εμείς οι 2 το next round ![]()
Με Savatage και King Crimson σε έχω αυτή την φορα
![]()
Γκουχ, γκουχ
Δε με χαλαει το 7 , Σοντομαρα ειναι αυτη
Θα πονεσουν βεβαια λιγο οι πρωτοδισκακηδες- τεηλσφρομδεκρυπτηδες οταν γραψω πως το obsessed δεν ειναι με τιποτα ο καλυτερος Sodom δισκαρος.
Δεν τον εχω ακούσει καν ![]()
Απόλυτα ικανοποιημένος εγώ, τσίμπησα δύο που τα ξέρω καλά έως πολύ καλά και άλλα δύο που τα ξέρω λίγο έως καθόλου. Οπότε θα είναι συνδυασμός homework και nostalgia.

(B)
Η πρώτη μου επαφή με το “Μπλε Αlbum” των Sodom έγινε προ δεκαετίας περίπου όταν έπεσε στα χέρια μου ένα cd box set με πέντε δίσκους τους. Μέχρι τότε είχα ακούσει τα κλασσικά τους. Από αυτούς τους πέντε δίσκους καλύτερη αρχική εντύπωση μου είχε κάνει το Μ-16. Πιο εύπεπτο και πιο κοντά σε αυτό που θεωρούσα ότι χαρακτήριζε την μπάντα, τυπικό Γερμανικό Τhrash με πολεμική θεματολογία, κατά μία έννοια μια ανεπίσημη συνέχεια του θρυλικού Agent Orange. To Tapping δεν με έπιασε τότε ιδιαίτερα, αλλά συνέχιζα ανα χρονικές περιόδους να του δίνω ακροάσεις και μπορώ να πω ότι τελευταία έγινε από τα αγαπημένα μου albums του συγκροτήματος. Σε αυτό ρόλο έπαιξε και το πρόσφατο remaster (του 2024) του δίσκου που σπέρνει, ειδικά με το μπασο του Αngelripper ξεχωρίζει. Να πω βέβαια ότι η παραγωγή του Τapping δεν είχε σε καμιά περίπτωση πρόβλημα, αντίθετα πιστεύω ότι είναι μία από τις καλύτερες που είχε συνολικά η μπάντα στα σαράντα χρόνια της - καταστροφικής για πολλά αυτιά - καριέρας της.
Λιγα λόγια για την ιστορία. Το φυσιολογικό θα ήταν ο δίσκος αυτός είτε να μην ολοκληρωθεί ποτέ είτε να αποτελέσει μια παταγώδης αποτυχία. Καταρχήν ο νέος κιθαρίστας που επιστρατεύεται είναι παντελώς άγνωστος. Ο πιτσιρικάς Αndy Brings δεν είναι fan των Sodom, δεν είναι καν μεταλλάς, πχ το αγαπημένο του συγκρότημα είναι οι Ramones. Αποδεικνύεται ωστόσο ταλαντούχος και πολύ φιλοδοξος καθώς δεν θέλει να αφήσει την ευκαιρία που του παρουσιάστηκε να πάει χαμένη. Απόδειξη: Οι κιθάρες του ξυρίζουν ανελέητα σε όλη την διάρκεια του δίσκου. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι σχέσεις του Τom Angelripper και του Chris Witchhunter που βρίσκονται στο ναδίρ, κάτι που η εξάρτηση του Chris στο αλκοόλ κάνει τα πράγματα χειρότερα. Την κατάσταση σώζει ο Harris Johns, παραγωγός/ανεπίσημο μέλος της μπάντας που αναγκάζεται να το παίξει ταυτόχρονα ψυχολόγος και μεσολάβητης για να ολοκληρωθεί το άλμπουμ. Το Tapping the Vein σύμφωνα με τον Angelripper κόστισε πολύ για να γίνει, δεν πούλησε όσο τα προηγούμενα albums και έφερε την μπάντα στα όρια της, όχι μόνο οικονομικά. Ο Witchhunter θα φύγει ενώ ο Andy Brings θα μείνει για άλλο ένα άλμπουμ, το αμφιλεγόμενο Get What You Deserve.
Πάμε τώρα στο περιεχόμενο. Το Tapping the Vein είναι χωρίς αμφιβολία το πιο ακραίο album της μπάντας καθώς o ήχος του φλερτάρει επικίνδυνα με το Death Metal. Θα το παραλλήλιζα με το Arise των Sepultura. Το Body Parts που ξεκινά τον δίσκο είναι ο ορισμός του Extreme Metal. Γαμοσταυρίδικα ριφς παιγμένα σε ασύλληπτες ταχύτητες, δαιμονικά φωνητικά από τον Angelripper, υπερheavy μεσαίο τμήμα, σχιζοφρενικό σόλο της σχολής Kerry King και όλα αυτά σε τρία μόνο λεπτά. Το Skinned Alive συνεχίζει στο ίδιο τέμπο. Δυόμισι λεπτά αγνής βίας. Μόνο στο τρίτο κομμάτι παίρνουμε μια μικρή ανάσα, Οne Step Over the Line, όπου οι Sodom επιστρέφουν στο τυπικό midtempo Thrash κομματιών του στυλ Remember the Fallen, Magic Dragon, κλπ, αλλά το κάνουν εμφατικά. Το κλασσικομεταλλικό σόλο στην μέση του κομματιού είναι το κάτι άλλο. Στο Deadline o Witchhunter κοπανάει αλύπητα τα ντραμς σαν να μην υπάρχει αύριο. Ακολουθεί το πανκοειδές Bullet in the Head που απλά γαμεί και δέρνει. Το Τhe Crippler επιστρέφει στο υπερηχητικό στύλ των 2 πρώτων κομματιών και αποτελεί το αγαπημένο κομμάτι του Witchhunter, με την μπάντα να παίζει λες και έχουν βάλει στοίχημα για το ποιος είναι πιο γρήγορος. Το δικό μου αγαπημένο δεν είναι άλλο από το Wachturn, γερμανικός στίχος, Μotorhead ορμητικότητα, χιούμορ, τι άλλο να θέλει κανείς!"Meine Pornos sind mir lieber¨! Σειρά έχει το υπερμπρούταλ ομότιτλο κομμάτι. Ριφ μπουνιά στην μάπα και στην συνέχεια ένας πραγματικός ηχητικός οδοστρωτήρας που ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμα του. Οι στίχοι του Αndy για όσους αναρωτιούνται είναι η ακριβής περιγραφή του εμβληματικoύ album cover. Τα Back to War και Hunting Season ανεβάζουν πάλι τις ταχύτητες και δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα από τους Thrash δυναμίτες που προηγήθηκαν. Τέλος το Reincarnation είναι σκοτεινό, βλάσφημο, ατμοσφαιρικό και επικό ταυτόχρονα, ένας ταιριαστός τρόπος για να κλείσει ο δίσκος.
All killer, no filler!
Καλά, δεν έχει να κάνει με “ρίξιμο”, άλλωστε κανείς δεν βγάζει… όφελος αν γράψει παραπάνω κριτικές, αλλά αφού ρώτας να πω ότι η κατανομή μου φαίνεται παραπάνω ανισοβαρής από όσο χρειάζεται. Δεν έχει νόημα δηλαδή να βλέπουμε άτομα με 7 κριτικές και άλλους με τρεις, ενώ με τα υπάρχοντα δεδομένα μπορεί να αμβλυνθεί η διαφορά
Όπως το βλέπω εγώ, το μοίρασμα θα έπρεπε να έχει την εξής λογική και διαδοχικά βήματα: Όπως έγραψα και παραπάνω οι κριτικές που περιμένουμε βάσει δηλωθέντος ενδιαφέροντος είναι 38 (13 δίσκοι με δύο κατηγορίες, Α και Β, ή Β και Γ και 4 με όλες τις κατηγορίες) – παρεμπιπτόντως, γα το The Arsonist υπήρξαν δηλώσεις για την κατηγορία Γ, αλλά δεν το ανέθεσες πουθενά, εκ παραδρομής προφανώς.
Τρια άτομα δήλωσαν όλα τα album, εκτιμώ επειδή δεν έχουν ιδιαίτερη προτίμηση, οπότε εδώ έχουμε ευελιξία στο τι θα τους δώσουμε. Αρχικά λοιπόν, στους δύο που είχαν λίγες επιλογές (τρεις εγώ και δύο ο @Dr.Feelgood ) ανατίθενται όλα όσα δήλωσαν για να ελαφρύνει ο όγκος δουλειάς των υπολοίπων. Κατόπιν, για όσους δίσκους υπήρχε μόνο ένας ενδιαφερομενος σε κάποια κατηγορία, αυτοδίκαια γίνεται ανάθεση εκεί. Σε κάποιους άλλους υπήρχαν επαναλαμβανόμενα… ντουέτα ενδιαφερόμενων, οπότε εκεί το μοιράζουμε, στο βαθμό του δυνατού.
Αυτό το κριτήριο έχει νόημα στο να μην πάρει κάποιος μόνο (ή κυρίως) επιλογές κατηγορίας Γ, άρα θα πρέπει να ακούσει “από την αρχή” κάτι για να βγάλει συμπέρασμα. Οι κατηγορίες Α και Β είναι σχετικά παραπλήσιες και τα όρια τους “θολά”, άρα καλόν είναι να μην μας περιορίζει μια διάκριση μεταξύ τους, μπορεί κάλλιστα κάποιος να έχει μόνο Α και Γ ή μόνο Β και Γ, δεν τρέχει κάτι αν είναι να εξυπηρετηθούν οι παραπάνω λογικές!
Με βάση όλα αυτά, έκανα κι εγώ μια κατανομή, λιγότερο ανισοβαρή (από 4-6 κριτικές κατ΄ άτομο πλην των δύο εξαιρέσεων), που παραθέτω πιο κάτω, διατηρώντας πολλά από τα δικά σου και χωρίς φυσικά να ακυρώνω αυτά που έχουν ήδη ανέβει.
(Με κίτρινο χρώμα αυτά που προκρίνονται, στις συντομογραφίες των δίσκων για όσους δεν είναι ευκόλως εννοούμενες, αναγράφεται και το έτος κυκλοφορίας)
Είναι όντως πιο ακριβοδίκαιο έτσι, προτείνω να το ακολουθήσουμε.
Μόλις μαζευτώ και δώσω τα χρωστούμενα @martian εσύ που ξέρεις καλά τη μηδενική μου επαφή με σοντομ πες μου για το Agent Orange και ποιον αλλο πασιγνωστο δίσκο να γράψω ως άμπαλος ακροατής
Αν θες undisputable classic τότε Persecution Mania. Σκέψου πάντως και για Code Red αν θες ίσως να ακούσεις ότι καλύτερο έχουν κάνει από το 92 και πάνω.
Πάμε λοιπόν:
Decision Day (A)
Τείνω στο συμπέρασμα ότι, όπως ακριβώς οι μεμονωμένες ανθρώπινες προσωπικότητες μεγαλώνοντας προσεγγίζουν το πρότυπο των γονέων τους, έτσι και πολλά συγκροτήματα καταλήγουν να μοιάζουν - όχι μόνο στο μουσικό κομμάτι - όλο και περισσότερο με αυτούς που τους ενέπνευσαν στα πρώτα τους βήματα! Οι Sodom εν προκειμένω, δείχνουν να ακολουθούν, με την ανάλογη χρονοκαθυστέρηση, την πορεία των Motörhead – της μάλλον μεγαλύτερης των επιρροών τους δηλαδή. Έχουν κι αυτοί να επιδείξουν μια δισκογραφική συνέπεια, τόσο χρονικά, όσο και στο ότι παραμένουν πιστοί στο ύφος τους, με τις δεδομένες αποκλίσεις προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, και με αποτελέσματα που άλλοτε απλώς ικανοποιούν κι άλλοτε ενθουσιάζουν!
Το “Decision Day” κλίνει προς στη δεύτερη κατηγορία. To νοιώθεις με το που η fade in κιθάρα δίνει τη σκυτάλη στο ταχύτατο, επιθετικότατο riff του “In Retribution”. Με το που ακούς το σπουδαίο “Rolling Thunder”, τo ομώνυμο και το “Caligula” με τα “μεγάλα” choruses (πόσο ιδανικότερο μπορεί να είναι το ξεκίνημα ενός δίσκου από αυτά τα κομμάτια;). Το “Sacred Warpath” που υπήρχε και στο ομώνυμο ΕΡ, με τις πολλές κι ενδιαφέρουσες ιδέες που περιέχει. Ή το, μαινόμενο σε στιγμές, “Belligerence” που είναι προορισμένο για συναυλιακό highlight!
Εδώ οι Sodom υιοθετούν μια προσέγγιση με τις σωστές δόσεις μελωδίας, προσεγμένα solos (Bernemann for MVP!) και φωνητικά που ενίοτε φέρνουν στο μυαλό τις πρώιμες black metal ερμηνείες του Angelripper, (η κάπως… υπερβολική ομοιογένεια του υλικού πάντως, προκαλεί την αίσθηση ότι η ποιότητα βαίνει μειούμενη όσο προχωράει ο δίσκος). Ασορτί και το εξώφυλλο δια χειρός Joe Petagno (ω, ναι!) όπου ο Knarrenheinz εμφανίζεται εν μέρει ακάλυπτος από την μάσκα αερίου σε ένα φλεγόμενο σκηνικό με τις σημαίες των ΗΠΑ και της Ρωσίας στο βάθος – πόσο πιο old school;
Ομολογουμένως, όσο δύσκολο είναι για μια μπάντα 30-35 ετών να αλλάξει δραστικά προσωπικότητα, άλλο τόσο είναι να καταφέρει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του ακροατή χωρίς να ακούγεται σαν μια μέτρια διασκευή του εαυτού της. Είναι κι αυτός ένας από τους λόγους που οι Sodom είναι διαχρονική ΛΑΤΡΕΙΑ!
Συμπτωματικα και εγώ με αυτό είχα αποφασίσει να ξεκινήσω, απλά επειδή είχα αρκετή όρεξη να το ακούσω, μετά από αρκετό καιρό.
Decision Day - 2016 (Β)
2016 λοιπόν, και οι Sodom συνέχιζαν (spoiler alert: και συνεχίζουν ακόμα) να κερνάνε τον πλανήτη με πυρωμένο και μερακλιδικο thrash με μια εντυπωσιακή συνέπεια.
Άκουγα συχνά το δίσκο τότε που βγήκε, και με 2 ακροάσεις για να τον θυμηθώ, θυμήθηκα και πόσο απολαυστικός είναι.
Στα μουσικά δεν έχω να πω πολλά, κλασικοί Sodom της “υστερης” περιόδου, κάτι ψιλά από Σουηδία σε σημεία, Τομ γαμει όπως πάντα και σε φωνή (θαρρώ πως δεν έχουμε πει πολλά για το πόσο γαμάτος θρας τραγουδιστης είναι) και μπάσο, Kost είχε δείξει την αξία του ήδη πολλές φορές συνεχίζει να το κάνει, ωραία τύμπανα ο Freiwald, όλα πένα. Στιχουργικά πιάνουν κυρίως ένα από τα αγαπημένα τους θέματα, τη φρίκη του πολέμου.
Χωρίς λοιπόν να μπαίνει στο πάνθεον της δισκογραφίας τους, είναι ένας πάρα πολύ καλός δίσκος.
Αγαπημένα μου tracks: rolling thunder, who is god, vaginal born evil και το φοβερό sacred warpath.
SODOM - THE ARSONIST (Α.Κ.Α H ΖΩΗ ΜΑΣ KYKΛOYΣ KANEI)
(Γ)
Ομολογώ ότι την πρώτη φορά που άκουσα το τελευταίο -μέχρι στιγμής- album των Γερμανών (φίλων μας) στα πλαίσια - ότι τέλος πάντων είναι αυτό που κάνουμε εδώ στο φόρουμ - δεν μου έμεινε τίποτα, ίσως να απογοητεύτηκα και λιγάκι καθώς το περίμενα καλύτερο. Τα κομμάτια μου φάνηκαν ίδια μεταξύ τους και παρόμοια με άλλα της μεγάλης δισκογραφίας της μπάντας. Τίποτα το εντυπωσιακό, τίποτα το αξιομνημόνευτο. Μερικές πιο προσεκτικές ακροάσεις μετά η γνώμη μου αλλαξε θετικά. Ναι το Arsonist είναι album grower - με έναν όμως αστερίσκο. Και εδώ ωφείλω μια εξήγηση για τον υπότιτλο που αυθαιρέτως εδωσα στο άλμπουμ.
Mετά την επιστροφή του “παλιού” Frank Blackfire και το μάλλον επιτυχημένο Genesis XIX, για το οποίο δεν έχω άποψη ακόμη και περιμένω να διαβάσω την δική σας, ο Onkel Tom είπε να το πάει το πράγμα παρακάτω κυκλοφορώντας έναν τελείως Oldschool δίσκο βγαλμένο από τα σπυριάρικα οπίσθια της δεκαετίας του 80 (σας έφτιαξα, έτσι!). Η τελείως οργανική παραγωγή συντελεί στην όμορφη παραίσθηση ότι βρισκόμαστε κάπου εκεί στο 86 με 87 με το Thrash να γνωρίζει μεγάλες δόξες. Και ναι οι SODOM είναι οι OG που ορίζουν τις εξελίξεις. Τα κομμάτια είναι όλα αγνό παρθένο MONOΘΡΑΣ όπως επιβάλει η Μεγάλη Βίβλος του είδους. Χωρίς φρουφρού και αρώματα. Τι θέλατε μελωδίες, όπως αυτές στα τελευταία (πολλά) albums των Kreator; Entschuldigung, αλλά μας τελείωσαν. Εδώ κολλάει ο αστερίσκος, πόσο οldschool αντέχει ο οργανισμός σας;
Το μνημειώδες Persecution Mania ήταν δεν ήταν 35 λεπτά -μαζί με την διασκευή Μotorhead- εδώ είμαστε στα 50 λεπτά χωρίς να έχουμε τις αντίστοιχες κορυφές. Με άλλα λόγια πιστεύω κανα δυο τραγούδια ήθελαν κόψιμο. Επίσης έχω πρόβλημα με την σειρά των κομματιών στο tracklist. To πράγμα αργεί κάπως να πάρει μπρος. Χλιαρό το εναρκτήριο - δεν θυμάμαι καν τίτλο - καλούτσικο το Trigger Discipline όμως πολύ Slayer ρε αδερφε. Ωραίο και συγκινητικό το tribute κομμάτι στον πρόωρα χαμένο Witchhunter, αλλά o δίσκος αποκτά χαρακτήρα από το "σκατένιο’ Scavenger και μετά. Άλλα κομμάτια που ξεχωρίζω είναι το Τaphephobia ένα γαμάτο Thrash ‘n’ Roll κομμάτι, το A.W.T.F που παρασέρνει με τον ρυθμό του, τo Obliteration Of The Aeons που είναι μάλλον το αγαπημένο μου καθώς ξεκινά με ένα γιγάντιο ριφ και στην συνέχεια σπέρνει κανονικά και μου ακούγεται σαν αδερφάκι του Behind the Crooked Cross. Τέλος το δυναμικό φινάλε Return to God In Parts, αν και αυτό έχει επίσης σημεία που θυμίζουν Slayer. Ρε Blackfire, παίξε και τίποτα δικό σου!
Ωραίος συνολικά δίσκος και μέσα στην νοσταλγία χωρίς όμως το “μεγάλο” κομμάτι, που προτείνεται χωρίς δισταγμό…αν βρίσκεσαι στο κατάλληλο mood.
Εκκινώντας, να μεταφέρω 2-3 γενικότερες εντυπώσεις και πεποιθήσεις μου για την περίπτωση των Sodom. Προσωπικά, θα έλεγα ότι βρίσκω τη συγκεκριμένη μπάντα ένα τσικ παρακάτω απ’ ό,τι τής αναλογεί, σαν εν γένει αναγνώριση στον ευρύτερο metal χώρο. Θεωρώ πως αν και χαίρουν σχεδόν καθολικής εκτίμησης αναφορικά με τη συνέπεια, τη συνεισφορά, την «τιμιότητα» (με ό,τι κι αν έχει φτάσει να σημαίνει πια αυτή η λέξη) και την πίστη τους σε αυτό που κάνουν, δεν τους έχει πιστωθεί στον βαθμό που θα έπρεπε η μουσική/καλλιτεχνική τους αξία, όπως και το «μεροκάματο» που έγραψαν στις αρχές τους, προκειμένου να χαραχτούν οι δρόμοι στους οποίους άλλοι βάδισαν με ευκολία στα χρόνια που ακολούθησαν. Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι αν δεν ήταν Γερμανοί, αλλά είχαν την «τύχη» να γεννηθούν στην αντίπερα όχθη, το μέγεθός τους θα ήταν αν όχι εφάμιλλο, ελαφρώς παρακάτω από το μεγάλο καρέ (για να μην μπω σε διαδικασίες να πω ότι μία μπάντα την πετάνε για την πλάκα τους εκτός, αλλά ας είναι…).
Έχοντας, ωστόσο, χρόνια να τους πιάσω και σχεδόν αγνοώντας τα πώς και τι της δισκογραφίας τους των τελευταίων 20 ετών, αλλά και των «περίεργων» mid-90s, πάμε να δούμε λεπτομερώς το -πρώτο χρονικά- ήμισυ όσων μου μοίρασαν οι φίλτατοι @martian και @Ian_Metalhead:

(Β)
Ομολογώ ότι αδυνατώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που καταπιάστηκα με το εν λόγω, άρα, η κατηγορία (Β) έχει απόλυτο νόημα όσον αφορά στο «Έχω να το ακούσω κάτι αιώνες» σκέλος της. Επίσης, δεν θυμόμουνα το όλο «μπέρδεμα» με τις διπλές ηχογραφήσεις, και την εκ παραδρομής ευρεία χρήση της αρχικής (που θεωρητικά ήταν κακής ποιότητας, εξού και η επανηχογράφηση) και τις λοιπές ομορφιές. Εγώ θα γράψω και για το “After the Deluge” και ό,τι βρέξει, ας κατεβάσει. Μικρό το κακό.
Μπορεί το “Obsessed by Cruelty” να αξιολογηθεί χωρίς αναφορά στο ιστορικότερο των ιστορικών “In the Sign of Evil” EP που προηγήθηκε; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Και όχι μόνο γιατί το πρώτο LP των Sodom φέρει ένα βάρος συνέχειας του ανίερου εικοσάλεπτου (που, ειρήσθω εν παρόδω, πολλοί θεωρούν ακόμη και peak των μεγάλων Γερμανών), αλλά διότι τη γραπώνει τη δάδα σφιχτά και συνεχίζει το λυσσασμένο μπάσιμο του συγκροτήματος σ’ ένα ήδη φλεγόμενο metal στερέωμα της εποχής.
Θα μπορούσα να σταματήσω να γράφω στο “Deathlike Silence”. Δηλαδή και μόνο αυτό το εναρκτήριο αρκεί για να κατανοήσει κανείς τι είδους πόλεμο ετοιμάζεται να εξαπολύσει αυτό το μανιασμένο τρίο (και το «ευρωπαϊκό» και το «αμερικάνικο»/»υπόλοιπο υφηλίου»). Μιλάμε για μία οβίδα από το πουθενά, που σκάει μέσα στα μούτρα σου και σε αφήνει να ψάχνεις τα κομμάτια σου δεξιά κι αριστερά. H πώρωση η ίδια! Εν συνέχεια, η μπάντα σε κατάσταση αμόκ συνεχίζει να ρίχνει τη χαριστική βολή σε κάθε ετοιμοθάνατο του πεδίου της μάχης, χωρίς έλεος, χωρίς να υπακούει σε κανόνες πολέμου, χωρίς να την νοιάζει οτιδήποτε. Φωτιά και λάβρα μόνο. Κι όλα αυτά τα γρατζουνίσματά της (Ποιος γαμεί τον ήχο και τα λοιπά; Εδώ μιλάμε για ωμή βία) και οι βρυχηθμοί δεν θέτουν μόνο κανόνες (προφανώς, τούς έθεσαν κι άλλοι καλύτερα, αλλά, διάολε, έγραψαν και οι Sodom τις αράδες τους/δηλαδή η δεύτερη ειδικά μεριά του εν λόγω είναι τα 101 courses του είδους) για πολλούς τεράστιους του black του (τότε) μέλλοντος, αλλά δείχνουν ότι κάτι μεγαλύτερο έρχεται. Ανάμεσα, δηλαδή, σε ό,τι ενδεχομένως προσιδιάζει σε επαναληπτικότητα (δεν το ασπάζομαι, το θέτω, απλά, σαν ενδεχόμενο), υπάρχουν κιθαριστικά μέρη και breaks που σε κάνουν να πεις «Εδώ κάτι μεγάλο έρχεται» (όπως και ήρθε, φυσικά). Και δεν είναι ότι επιχειρώ να μειώσω την αξία και την περίοπτη θέση του “Obsessed by Cruelty” στη δισκογραφία του συγκροτήματος, ίσα-ίσα που λέω ότι ήδη μέσα στον καταιγισμό του ντεμπούτου, η μπάντα ενσωματώνει μαεστρικά σε σημεία τα στοιχεία αυτά που θα της έδιναν τη μετέπειτα ταυτότητά της που χαρακτηρίζει τα «κλασσικά» της πονήματα. Και το “Obsessed by Cruelty” κλασσικό είναι, δηλαδή, αλλά για εμένα πατάει περισσότερο στο «αδερφάκι» του “In the Sign of Evil”, πράγμα που μόνο κακό δεν το λες.
Πλην του “Deathlike Silence”, έχω μεγάλη αδυναμία γενικά στην πρώτη πλευρά του δίσκου, εξαιρώντας (αν το συμπεριλαμβάνουμε, βέβαια), το “After the Deluge”. Κι αυτό διότι εδώ αποτυπώνεται, κατά την άποψή μου πάντα, αυτό που ισχυρίζομαι παραπάνω, περί των στοιχείων που δείχνουν ότι κάτι μεγάλο σκαρώνουν για το μέλλον ετούτοι εδώ οι Γερμαναράδες. Για να μην παρεξηγηθώ, και η δεύτερη πλευρά γαμηστερή είναι, απλά, στο ζύγι βγάζω το ειδικό της βάρος γι’ αυτό που είναι μεγαλύτερο της πώρωσης που μου προκαλεί (κι αυτό έχει να κάνει καθαρά με τα προσωπικά μου γούστα). Όπως και να ‘χει, δεν ξέρω αν έχει τόσο νόημα να γράψει κανείς track by track ανάλυση του συγκεκριμένου δίσκου. Ίσως η καλύτερη προσέγγιση να είναι η αναφορά σε αυτή την αίσθηση της ολομέτωπης επίθεσης που σκάει πάνω σου και δεν σου επιτρέπει να πάρεις ανάσα ούτε δευτερόλεπτο.
Δισκάρα.
«Εμπρός βάδην, μαρς!» για να συναντήσουμε το…

(Α)
Για να εξηγούμαστε: Ο αγαπημένος μου Sodom δίσκος είναι το “Agent Orange”. Ωστόσο, το “Persecution Mania” είναι το magnum opus τους, το «κρυφό» (και πραγματικό/καθαρό) αριστούργημα πριν το ευρέως αποδεκτό αριστούργημα, ήτοι το δικό τους “Ride the Lightning”, το δικό τους “Hell Awaits” ή όποιο, τέλος πάντων, από όποιους. Με κλειστά μάτια. Και ανοιχτά αυτιά.
35 λεπτά ατελείωτου Sodom-ισμού (συγγνώμη, ε;), συμπεριλαμβάνοντας τον φόρο τιμής των Γερμανών στους μεγάλους. Σε μια εποχή που το thrash κατακτά τη μία κορυφή μετά την άλλη, οι Sodom αφήνουν κατά μέρος τα μαύρα στοιχεία τους, καβαλάνε με χαρακτηριστική άνεση το άρμα και παραδίδουν ένα κλασσικό thrash αριστούργημα, που, απ’ όπου κι αν το πιάσεις αγγίζει την τελειότητα. Οι πλανήτες συγχρονίζονται, τα φωνητικά «λειαίνονται» (κατανοούμε, υποθέτω, πώς χρησιμοποιείται το ρήμα), οι κιθάρες λυσσομανάνε και η κλασσική (όσο μπορεί να την αποκαλέσει έτσι κανείς) σύνθεση του συγκροτήματος μοιάζει να μη σταματιέται με τίποτα. Επίσης, να κάνουμε και μία μνεία στους στίχους, οι οποίοι αρχίζουν και πιάνουν για τα καλά τις αγαπημένες θεματικές της μπάντας.
Μπάσιμο με “Nuclear Winter”, το οποίο μάλλον είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια τους ever. To σφυροκόπημα συνεχίζεται με το “Electrocution” και το ποιοτικό thrash-όμετρο έχει ήδη σημειώσει κάθε νότα που έχει παιχτεί στο πάνθεον του είδους. Πάρε και αλλαγή για ατελείωτο ξύλο κάπου στη μέση και αντίο, δίχως οίκτο. Ακολουθεί μία από τις καλύτερες διασκευές σ’ ένα από τα πιο καυλωτικά κομμάτια των Motörhead και αν και δεν δηλώνω ο μεγαλύτερος fan των διασκευών εντός της ροής, εδώ μοιάζει η συγκεκριμένη εκδοχή του “Iron Fist” να ήταν «γεννημένη» να μπει σε αυτό το σημείο του δίσκου. Το ομώνυμο «σπέρνει» κι αυτό με τη σειρά του. To “Enchanted Land” δεν αφήνει σβέρκο για σβέρκο, είτε στο κοπάνημά του, είτε με ό,τι ακολουθεί της υπερ-γαμηστερής του αλλαγής. Τρελή τραγουδάρα. To “Procession to Golgatha” είναι σχεδόν ένας death-doom ύμνος, χτισμένος πάνω στα θεμέλια των γεννήτορων, και μοιάζει να προηγείται ενός ολόκληρου είδους που θα χτίσει το μεγαλείο του μερικά χρόνια αργότερα. Ακολουθεί το πολυ-επίπεδο “Christ Passion”, ένα (κάτι σαν) δικό τους crossover μεγαλείο, το οποίο μαγεύει καθ’ όλη τη μεγάλη (για τα μέτρα των Sodom) διάρκειά του. Φοβερό και τρομερό κομμάτι. “Conjuration” και “Bombenhagel” πυροδοτούν όσες νάρκες έμειναν «ορφανές», αφήνοντας πίσω τους έναν άνευ προηγουμένου όλεθρο, που σε κάνει, ωστόσο, να πατάς το repeat ξανά και ξανά, μέχρι να μη μείνει τίποτα όρθιο.
Κλασσικότερο των κλασσικών.
Επανέρχομαι εν ευθέτω, με τα δύο χρωστούμενα, για τα οποία χρειάζομαι περισσότερες ακροάσεις.
Επειδή μια καρδούλα δεν είναι αρκούντως περιγραφική, να πω ότι συνυπογράφω και τα σημεία στίξης των παραπάνω!
In War and Pieces 2010 (B)
Αποφευγοντας να συγκρινουμε με αλλους δισκους της μπαντας, για να προσπαθησουμε να προσεγγισουμε τι ακουμε εδω αν για καποιο λογο ειχαμε παθει κατι σαν στην “αιωνια λιακαδα…” και δεν μπορουσαμε να αναγνωρισουμε τι ειναι αυτο που ακουμε.
…
Ολεθρος, κιθαρες που παιζουν ριφαρες, τραγουδαρες, καποια συντομα γαμιστερα σολο, και εναν πολυ γαματο τραγουδιστη, κι ας μην πιανει πολλες οκταβες, τι να τις κανεις, εδω εχουμε ΠΟΛΕΜΟ.
Γαμιστερο Θρας ακουμε απο την αρχη ως το τελος.
Ακομα και αυτο το γαμημενο το εξωφυλλο (εξαιρετικο) μου θυμιζει ενα αλλο δισκο, ακομα και αυτο το αεροπλανο (?) - στα δεξια παραπεμπει σε σταυρο, σιγουρα οχι τυχαια.
ΜΟΝΟ ΑΥΤΗ Η ΜΠΑΝΤΑ ΠΟΥ ΜΟΛΙΣ ΑΚΟΥΣΑ.
Αποκλειεται να εχουν δισκο καλυτερο απο αυτον κι ομως εχουν, ουκ ολιγους

(B)
Άλλος ένας Sodom δίσκος που ούτε θυμάμαι πότε καταπιάστηκα τελευταία φορά μαζί του. Ωστόσο, θυμάμαι πως είχε πολλές καλές κριτικές όταν κυκλοφόρησε, γεγονός που πιστοποίησα κι εγώ τότε, ως νεανίας, και παρουσιαζόταν ως η επιστροφή του θηρίου, μετά από κάποιες αμφιλεγόμενες κυκλοφορίες (αναμένω με ενδιαφέρον και τις τοποθετήσεις των αρμόδιων συμφορουμιτών επί αυτών). Μετά από τόσα χρόνια, (ξανα)δίνω σαφέστατα δίκιο στις θετικές κριτικές, καθότι πρόκειται, πραγματικά, για έναν δίσκο-δυναμίτη. Α… κι εξωφυλλάρα, ε;
Χωρίς να έχει κάποιο ξεκάθαρο κομμάτι-κράχτη, όλο το album κινείται σε top-tier thrash επίπεδα, με την μπάντα να ακούγεται απειλητική, άκρως δυναμική και σαν να ξέρει ότι βαδίζει με ασφάλεια και ξέγνοιαστα σε δρόμους που η ίδια έχει ασφαλτοστρώσει στο παρελθόν. Ο ήχος είναι πολύ καλός (τόσο-όσο «σύγχρονος» για τα τότε δεδομένα), στα όρια του επιβλητικού, θα έλεγα, καθότι ακούγοντας τα τραγούδια είναι σαν να νιώθεις ένα διαρκές ωστικό κύμα να σε τραντάζει πέρα-δώθε.
Αν και, ξαναλέω, δεν εντοπίζω κάποιο κομμάτι που να πω ότι αυτό ξεχωρίζει με χαρακτηριστική άνεση, ας πούμε ότι για τα γούστα μου προκρίνω το φουλ ρυθμικό “Tombstone”, τα σαρωτικά “Spiritual Demise” και “Warlike Conspiracy”, το υπερ-πωρωτικό “Cowardice” και το ισοπεδωτικό “The Wolf and the Lamb”. Γενικά, στη συγκεκριμένη κυκλοφορία, θαρρώ πως οι στιγμές που η μπάντα λάμπει πραγματικά είναι αυτές στις οποίες οι ρυθμοί πέφτουν και είναι πιο μετρημένοι (με αρκετά κλασσικά περάσματα, μάλιστα), γεγονός, ωστόσο, που δεν κάνει καμία έκπτωση σε πάθος, όγκο και σπάσιμο σβέρκου.
Sodom στον «ίσιο» δρόμο, με όρεξη κι έμπνευση. Τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος, και το “Code Red” το επιβεβαιώνει αυτό με τρόπο αρχοντικό. Πόλεμο θέλατε; Πόλεμο θα λάβετε.




