Για πάμε λοιπόν
Sodom (2006)
(Γ)
ή
(διαλέγετε και παίρνετε)
Πριν προχωρήσω, να πω το εξής: Τελικά χαίρομαι πολύ που οι Sodom αναδείχθηκαν ως η δεύτερη τιμώμενη μπάντα στο παρόν παιχνίδι, γιατί αυτό στάθηκε αφορμή να αρχίσω να καλύπτω τα κενά που είχα σχετικά με τη δισκογραφία της μπάντας, και που δεν ήταν και λίγα. Δεν ήταν μόνο τούτο δω το ομώνυμο άλμπουμ τους αλλά και τα περισσότερα που έχουν βγάλει κατά τον 21ο αιώνα, ενώ οφείλω να πω επίσης ότι με εντυπωσιάζει όλο και περισσότερο η συνέπεια της μπάντας στο να κυκλοφορεί δίσκους που ΟΚ μπορεί να μην προορίζονται να γίνουν κλασικοί (μάλλον δεν το ευνοεί και η εποχή εκτός των άλλων) αλλά σίγουρα ικανοποιούν και με το παραπάνω όταν θες να ακούσεις λίγο thrash παλιάς κοπής, “ορθόδοξο” και ταυτόχρονα να ηχεί σύγχρονο, με γεμάτη παραγωγή και όλα τα σχετικά.
Το Sodom είναι ένας απ’ αυτούς τους δίσκους, όπως διαπιστώνω αυτές τις μέρες που του δίνω τις long overdue ακροάσεις που άξιζε. Τα πέντε χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την κυκλοφορία του προκατόχου του, του M-16 (που θα γράψω και γι’ αυτό σε λίγες μέρες), ήταν ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα για τα δεδομένα των Sodom και πόσο τους παίρνει να βγάζουν νέο δίσκο (και μάλιστα δεν έχει ξεπεραστεί μέχρι σήμερα, μόνο ισοφαρίστηκε πρόσφατα, όταν τους πήρε επίσης πέντε χρόνια μέχρι να βγάλουν το περσινό The Arsonist μετά το προηγούμενο, Genesis XIX), και να πω την αλήθεια δεν έψαξα να βρω αν υπήρχε κάποιος πιο ειδικός λόγος γι’ αυτό πέρα από το ότι ο μπαρμπα-Θωμάς απλά πήρε τον χρόνο του μέχρι να σιγουρευτεί ότι είχε στα χέρια του υλικό αντάξιο του ονόματος της μπάντας του, αν όμως ήταν μόνο αυτό, καλά έκανε και δεν το βιάστηκε. Γιατί το Sodom σπέρνει!
Στο άλμπουμ αυτό, αν τα θυμάμαι σωστά τα πράγματα, οι Sodom για πρώτη φορά, δηλαδή μάλλον ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι στο M-16 που επίσης είχε αρκετά έντονο το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό (και εξαιρώντας τα άλμπουμ τους στα μέσα των 90s, που ή δεν τα έχω ακούσει καθόλου ακόμα ή τα έχω ακούσει ελάχιστα), δίνουν έμφαση πιο πολύ σε μεσαίες ταχύτητες παρά στο κλασικό thrash “τούπα - τούπα”. Τώρα αυτό όταν μιλάμε για thrash συγκρότημα συνήθως είναι λόγος για να σου φύγει ένα “oh shit”. Όχι για τους Sodom! Καταρχάς οι Sodom ακόμα κι όταν δεν “τρέχουν”, διατηρούν ατόφια τη thrash αισθητική τους, ούτε κατά διάνοια δηλαδή δεν πάμε σε “groove metal” καταστάσεις τύπου δεκαετίας ‘90, που για μένα - και ελπίζω/πιστεύω για τους περισσότερους - αποτέλεσαν (δημιουργική) ταφόπλακα για τα περισσότερα thrash συγκροτήματα των 80s.
Οι Sodom αποφεύγουν τέτοιες παγίδες. Σε όποια ταχύτητα κι αν παίζουν, δεν φεύγει ποτέ η αίσθηση ότι ΚΟΠΑΝΑΝΕ. Αυτό ακριβώς δηλαδή που θες από το thrash σου. Ή αυτό που θέλω εγώ από το thrash μου. Γιατί το υπ’ αριθμόν ένα ζητούμενο είναι πάντα η ένταση, να νιώθεις να βράζει το αίμα σου με κάθε τυμπανιστικό χτύπο και με κάθε κιθαριστική γρατζουνιά. Όταν μια μπάντα μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά ή κυρίως σε υπερηχητικές καταστάσεις (γιατί εκτός των άλλων έτσι γίνονται ακόμα πιο αποτελεσματικά και τα πιο γρήγορα κομμάτια), είναι η τελειότητα η ίδια. Και οι Sodom, όπως έλεγα σε ένα πιο πάνω ποστ, είναι από τους πιο ικανούς στο να εφαρμόζουν αυτή την τακτική. Τα mid-tempo τους απλά δεν έχουν αντίπαλο. Από το εναρκτήριο Blood on your Lips που η εξαιρετική ακουστική / classical guitar εισαγωγή του οδηγεί σε ένα τρομερό ριφ και ένα ακόμα καλύτερο ρεφρέν, στο απόλυτο highlight για μένα, το Buried in the Justice Ground με τη δραματική ατμόσφαιρα που δημιουργούν οι κιθάρες του, και από κει στη σούπερ τετράδα που κλείνει το άλμπουμ, από το No Captures μέχρι το The Enemy Inside (πεντάδα αν συνυπολογιστεί το επίσης εξαιρετικό Kamikaze Terrorizer που λογίζεται ως bonus track), οι Sodom, παρότι σχετικά σπάνια επιταχύνουν φουλ, σε κλασικές thrash ταχύτητες, θριαμβεύουν επανειλημμένως.
Τώρα, σημαίνει αυτό ότι το ομώνυμο άλμπουμ τους μπορεί να μπει στην ίδια πρόταση με ένα Persecution Mania, με ένα Agent Orange, με ένα Tapping the Vein ή με ένα Code Red; Εντάξει, όχι, ας είμαστε λογικοί. Για μια μπάντα όμως που δεν είναι ακριβώς στον ανθό της νιότης της είναι έξυπνη προσέγγιση. Αντί να προσπαθούν να ανταγωνιστούν σε ταχύτητες τη thrash πιτσιρικαρία (και τους ίδιους τους νεότερους εαυτούς τους στην τελική), και να κινδυνεύσουν έτσι ίσως και να γίνουν λίγο ρόμπες, ποντάρουν σε πιο στιβαρές καταστάσεις ως επί το πλείστον, που μάλλον τους ταιριάζουν περισσότερο πλέον, είναι αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί πια το δυνατό σημείο τους.
Και δικαιώνονται.
Πάμε να δούμε τώρα αν μπορούμε να βγάλουμε άκρη με αυτό που πήγαν κι έκαναν μόλις έναν χρόνο μετά.
The Final Sign of Evil (2007)
(Γ)
Αν για κάτι δίνω ρισπέκτ στον μπαρμπα-Θωμά σε ό,τι έχει να κάνει με αυτή την αλλόκοτη κυκλοφορία, είναι ότι εμφανώς - σε μένα τουλάχιστον - έκανε αυτό που γούσταρε, χωρίς υπολογισμούς και άλλου είδους κίνητρα. Απλά ήθελε ο άνθρωπος να ηχογραφηθεί επιτέλους το In the Sign of Evil όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, χωρίς να μείνουν εκτός πάνω από τα μισά κομμάτια που προορίζονταν γι’ αυτό, και ήθελε και να το κάνει πράξη μαζί με τους ίδιους δύο ανθρώπους που ήταν εκεί στα ξεκινήματα, τον Josef “Grave Violator” Dominik και τον Chris “Witchhunter” Dudek (ο οποίος δυστυχώς θα μας άφηνε μόλις έναν χρόνο αργότερα - RIP).
Γιατί κατά τ’ άλλα το Final Sign… δεν βγάζει νόημα από καμία άλλη σκοπιά. Συνήθως όταν μια μπάντα με δεκαετίες στην πλάτη επανηχογραφεί παλιό υλικό της, είτε επειδή δεν είναι ικανοποιημένη με την ποιότητα της αρχικής ηχογράφησης είτε επειδή παίζουν λόγοι πνευματικών δικαιωμάτων είτε για οτιδήποτε άλλο, το κάνει με την τωρινή της σύνθεση, αυτή που ξέρουν οι τωρινοί οπαδοί της, αυτή που βλέπουν όταν πηγαίνουν να τους δουν λάιβ. Επίσης η επανηχογράφηση αντιστοιχεί με το ήδη γνωστό παλιό υλικό, ώστε ο πιο πρόσφατος οπαδός να μπορεί να επιδοθεί στην ψυχαγωγική διαδικασία των συγκρίσεων της νέας εκδοχής με την παλιά. Αυτή η μεσοβέζικη προσέγγιση που επέλεξαν οι Sodom ήταν καταδικασμένη πιστεύω να αφήσει ανικανοποίητους και τους παλιούς οπαδούς, που δεδομένα δεν θα εκτιμούσαν τα κομμάτια που ήδη ξέρουν από το In the Sign… στον ίδιο βαθμό όπως τις ορίτζιναλ εκδοχές τους, και τους πιο καινούργιους, που καλώς ή κακώς τους Sodom τους έμαθαν αλλιώς και ο nostalgia factor του αυτούσιου πρώτου line-up δεν τους λέει και πολλά. Και το θέμα είναι ότι και οι μεν και οι δε έχουν δίκιο από τη σκοπιά τους.
And what about me? Well… Εγώ καταρχάς πληρώνω ίσως την ατυχία μου, εντός ή εκτός εισαγωγικών, να μην έρθω σε επαφή με το μυθικό ντεμπούτο EP των Sodom σε αρκετά νεαρή ηλικία αλλά κάμποσο αργότερα, και αφού είχα ήδη ακούσει μια σειρά full-length albums της μπάντας με αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τι εννοώ; Ότι οι Sodom που έμαθα πρώτους εγώ, από το ‘87 και μετά, είχαν ήδη αφήσει πίσω τους εκείνη την αρχική λογική, του χαοτικού - τέρμα evil ήχου χωρίς καθόλου γυάλισμα και επίσης χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία για παραμέτρους όπως ακρίβεια στο παίξιμο, είχαν γίνει δηλαδή ήδη μια μπάντα που έπαιζε thrash ή τέλος πάντων ευρύτερα ακραία μουσική όπως εγώ την αγκάλιασα. Είναι σαν να προσπαθείς να ακούσεις και να εκτιμήσεις Venom ενώ έχεις ήδη ακούσει και εκτιμήσει Dodheimsgard π.χ. Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν και αρκετοί για τους οποίους μπορεί να δουλέψει κάτι τέτοιο, σίγουρα θα υπάρχουν, αλλά πολύ λογικά θα είναι πάρα πολλοί και εκείνοι που δεν θα τους πει πολλά η “παλιά” προσέγγιση.
Εγώ μάλλον είμαι ένας απ’ αυτούς. Το In the Sign… σε καμία περίπτωση δεν συγκαταλέγεται στις δουλειές εκείνες που θα μου δημιουργήσουν πρώτες την επιθυμία να πάω εκεί για να ακούσω Sodom. Το εκτιμώ και το σέβομαι για την ιστορική του σημασία και σίγουρα μου αρέσει έως έναν βαθμό η πρωτόγονη, υποχθόνια ατμόσφαιρά του, αλλά μέχρι εκεί δυστυχώς. Έτσι και τούτη δω την “expanded” εκδοχή του ακούγοντάς την περνάω καλά σε γενικές γραμμές, το διασκεδάζω, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου δημιουργεί την ίδια πώρωση όπως αρκετά άλλα άλμπουμ των Sodom, είτε παλιότερα είτε πιο πρόσφατα (οι δύο παλιοί που επέστρεψαν εκτάκτως κάνουν ό,τι μπορούν αλλά ψιλοφαίνεται ότι είχαν χρόνια και ζαμάνια να ασχοληθούν με το “άθλημα” - ο μεν Witchhunter είχε να παίξει από το ‘92 και το Tapping the Vein, ο δε Grave Violator ήταν ανενεργός …από το ‘85!). Σχεδόν ντρέπομαι γι’ αυτό, αλλά it is what it is. Είναι ένα ΟΚ άλμπουμ, και αν μη τι άλλο δόξα και τιμή στο μυθικό ντεμπούτο EP των Sodom που επηρέασε άπειρες μπάντες από το 1984 - 1985 μέχρι σήμερα ώστε να γράψουν και να παίξουν thrash, black, γενικότερα ακραία μουσική, αλλά εγώ respectfully θα πάω αλλού για να βρω τους “δικούς μου” ακραίους ήχους. Cheers.