Μ-16
(Β)
Η ταφόπλακα του μύθου του ανίκητου αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, ή αλλιώς το Βιετνάμ, είχε ήδη τιμηθεί από τους Sodom το σωτήριο έτος 1989 αλλά μία φορά δεν ήταν αρκετή, οπότε επανήλθαν σ’ αυτό με τον πρώτο δίσκο τους για τον αιώνα που διανύουμε (2001).
Και εντάξει δεν θα έφτανα στο σημείο να διεκδικήσω τους Sodom ως “δικούς μου” ιδεολογικά (παρά κάποιες παλιότερες τουλάχιστον ενδιαφέρουσες νύξεις, π.χ. το 1990), σε κάθε περίπτωση όμως η όλη αίσθηση είναι ότι η μπάντα στέκεται σε αυτό που έχει γίνει πολύ διάσημο να λέμε τα τελευταία χρόνια (ας είν’ καλά η πρωθυπουργάρα μας) σωστή πλευρά της Ιστορίας, με τον αδύναμο απέναντι στον ισχυρό.
Σίγουρα θα σκεφτεί κάποιος “και τι σχέση έχει αυτό με την ίδια τη μουσική ρε μλκ Γράκχε”, αλλά το πιστεύω ειλικρινά πως όταν έχεις το σθένος να στέκεσαι στη σωστή πλευρά της Ιστορίας αυτό μπορεί να σου δώσει ώθηση σε όλα τα επίπεδα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ στο M-16. Νομίζω ήταν ο 38άρης που έγραψε κάποια στιγμή ότι θεωρεί αυτόν τον δίσκο έναν από τους κορυφαίους των Sodom γενικά, ή ό,τι καλύτερο έβγαλαν μετά τα κλασικά, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Παρόμοια άποψη συμβαίνει να έχω κι εγώ. Παίζει στην προσωπική μου ιεραρχία το M-16 να διεκδικεί μέχρι και την τρίτη θέση στη δισκογραφία τους! Λογικά σε αυτό παίζει τον ρόλο του και το γεγονός ότι έτυχε να είναι ακριβώς το τρίτο άλμπουμ τους που άκουσα.
Δεν θα το πάω track by track γιατί έτσι κι αλλιώς δεν το συνηθίζω, άσε που ήδη πρέπει να έχει τακτοποιηθεί αυτό σε προηγούμενο ποστ. Σε κάθε περίπτωση, και μόνο που κοιτάζω την tracklist φτιάχνομαι, κυριολεκτικά όλα τα κομμάτια, ένα προς ένα, έχουν κάτι να δώσουν, κάτι να πουν. Είτε με thrash δυναμίτες (I Am the War, δώσε πόνο αααααααργκ), είτε με αργότερες αλλά εξίσου ισοπεδωτικές επελάσεις (Genocide διάολε), είτε και με τις δύο προσεγγίσεις, με πολύ εύστοχες ρυθμικές εναλλαγές στο πλαίσιο του ίδιου κομματιού, με τον μπαρμπα-Θωμά σε μεγάλα κέφια φωνητικά και τον αφανή ήρωα της ενδιάμεσης περιόδου της μπάντας Bernemann στην κιθάρα το ίδιο κι ακόμα περισσότερο.
Και ναι ρε, ακόμα και η διασκευή στο Surfin’ Bird τα σπάει! Βγάζει άπειρο fun, θεότρελη ερμηνεία, what’s not to fucking love. Αν δεν βαριόμουν μάλιστα θα έφτιαχνα και ένα δικό μου βίντεο να ντύσει η Σοντομάρα την αντίστοιχη σκηνή από το Full Metal Jacket (ή ακόμα και λίγο από το σκηνικό στο Family Guy!), μπας και νιώσουν μερικοί μερικοί …αλλά θα πρέπει απλά να το φανταστείτε.
Ανάμεσα όμως σε όλα αυτά τα από πολύ καλά έως εξαιρετικά κομμάτια, που τιμούν επάξια το βαρύ όνομα Sodom, το centerpiece του άλμπουμ (όχι κυριολεκτικά, αρκετά πριν τη μέση είναι) για μένα δεν είναι άλλο από …τοοοο; Έλα, έλα, το 'χετε, δεν το 'χετε; Ε ναι, το Napalm in the Morning. Ένα αυθεντικό elite mid tempo thrash αριστούργημα, που δεν ξέρω αν είναι ιεροσυλία αυτό που θα πω τώρα αλλά το βάζω δίπλα σε ένα Remember the Fallen. Ω ναι, ω ναι. Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο με πωρώνει αυτός ο ύμνος. Unholy evil prophets rise / Fire’s raining through the endless skies / Can you hear the final thunder roaring? / NAPALM IN THE MOOOOORNIIIIIIING!
Και νομίζω ότι αυτό είναι ο ιδανικός τρόπος να κλείσει το πρώτο σκέλος αυτού του κειμένου.
(Β)
Και τελειώνω τις Sodom-ικές μου “υποχρεώσεις” φτάνοντας στην αρχή. Ή μάλλον στην “αρχή”. Disclaimer, αυτό το κείμενο θα σας κάνει να πείτε σε κάποιο σημείο - ας ελπίσουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στο τέλος του - “εντάξει καλό αφηγηματικό εύρημα η εξερεύνηση της διαλεκτικής των αντιθετικών σχημάτων αλλά τούτος δω του γάμησε τη μάνα”. Προκαταβολική απολογία και προχωρώ στις εξηγήσεις: Η προσωπική μου σχέση με τους Sodom ξεκινάει ακριβώς εδώ, στο Persecution Mania. Τώρα, το αν η αρχική παράλειψη εκ μέρους μου των προηγηθέντων στη δισκογραφία τους και πολύ πιο πρωτόλειων / “πρωτόγονων” In the Sign of Evil και Obsessed by Cruelty έγινε για καλό ή όχι, άγνωστο. Πάντως είναι σχεδόν σίγουρο ότι αν είχαν έρθει έτσι τα πράγματα και είχα ακούσει τις δουλειές του μεταλλικού καμαριού του Γκελζενκίρχεν “σωστά”, με τη σειρά δηλαδή, θα εξελισσόταν και αρκετά διαφορετικά η σχέση μου με την μπάντα.
Γιατί είναι εξίσου σίγουρο ότι η χαοτική γενική προσέγγιση του ντεμπούτου EP και του πρώτου full-length θα με είχε ωθήσει στο να βάλω τους Sodom λίγο στην άκρη (για άλλη μια φορά απολογούμαι για τη “false” αυτή στάση μου, it is what it is παίδες) και ποιος ξέρει μετά πότε θα άκουγα Persecution Mania και Agent Orange και τα μετέπειτα, και ποιος ξέρει πώς θα μου φαίνονταν σε αυτό το διαφορετικό timeline και γενικά άστα να πάνε. Ας επιστρέψω όμως στο υπαρκτό Sodom-ικό timeline που έχει γράψει ότι πρώτο άκουσα το Persecution Mania, δεύτερο το Agent Orange και βγήκε η ετυμηγορία: Ω ναι, οι Sodom είναι από τα πιο γαμάτα γερμανικά thrash συγκροτήματα, αν όχι το πιο γαμάτο, καθώς συνδυάζουν επιθετικότητα, σκοτεινή ατμόσφαιρα και ένα επίπεδο musicianship που - πλέον - περνάει άνετα τη βάση οπότε δεν έχουμε και αστερίσκους, όλα κομπλέ.
Κάπου εδώ όμως το όλο πράγμα ξεκινάει να αποκτά ενδιαφέρον, εν είδει μιας μερικής τροποποίησης του ορίτζιναλ αφηγήματος. Ενώ προ αμνημονεύτων είχα σχηματίσει την εντύπωση ότι τα Persecution Mania και Agent Orange ήταν λίγο πολύ δίδυμα αδερφάκια σε μια κατάσταση που θα συνόψιζα ως “οι Sodom, ευτυχώς εγκαίρως, έφτασαν στην καλώς εννοούμενη μουσική ωρίμανση και έγιναν δικοί μου”, με την πάροδο των χρόνων και καθώς γνώριζα καλύτερα τους δίσκους, ενώ παράλληλα εμβάθυνα στο “όλο” thrash ιστορικά και μπορούσα να τοποθετώ συγκροτήματα και καταστάσεις σε ένα context που έβγαζε περισσότερο νόημα σε μένα, άρχισα να κάνω διαφορετικές σκέψεις για το μεν και το δε. Σε πιο απλά ελληνικά, άρχισα να σκέφτομαι: Ρε συ, τελικά αυτά τα δύο, τα πλέον εμβληματικά albums των Sodom, δεν είναι και τόσο “ίδια” μεταξύ τους όσο νόμιζα αρχικά. Κάτι που για μένα είναι σημαντική αφετηρία που μπορεί κάποτε (ή και μέχρι το τέλος αυτού του κειμένου) να βοηθήσει στο να απαντηθεί αυτό που έλεγα τις προάλλες ότι είναι διαχρονικό δίλημμά μου, ποιο τελικά από τα δύο είναι το απόλυτο Sodom album.
Ας πιάσουμε πρώτα το proverbial historical context. Ως γνωστόν τα 80s είναι η εποχή της ένδοξης νιότης του thrash (γενικότερα της metal μουσικής αλλά και του ακραίου ήχου θα έλεγε κανείς, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης) και συνεπακόλουθα οι εξελίξεις τότε έτρεχαν με σχεδόν ιλιγγιωδώς πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εποχή. Αυτό που μπορεί σε ένα χρονικό σημείο Α να εξέφραζε ένα συγκεκριμένο σετ μουσικών προτεραιοτήτων για το τάδε συγκρότημα, μέσα σε μόλις ένα ή δύο ή τρία χρόνια άλλαζε άρδην και μας έφερνε σε μια εντελώς ή σε πολύ μεγάλο βαθμό νέα προσέγγιση των πραγμάτων. Τα παραδείγματα σε κάθε thrash σκηνή όπου Γης πολλά και δεν χρειάζεται να παρατεθούν, εσύ συμφορουμίτη που διαβάζεις αυτές τις γραμμές ήδη τα φέρνεις στο μυαλό σου.
Το θέμα μας βέβαια είναι οι Sodom και στην περίπτωσή τους τα πράγματα είναι λίγο έως πολύ σαφή: Από την proto-black metal παράνοια που τους χαρακτήριζε μέχρι και λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας, στα χασομέρια της - δηλαδή την Agent Orange περίοδο - είχαμε περάσει μέσα σε ελάχιστα χρόνια στη μετατροπή της μπάντας σε καλολαδωμένη thrash μηχανή. Καλά μέχρι εδώ.
Την κατάσταση περιπλέκει, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, η εμβάθυνση στο περιεχόμενο του Persecution Mania. Γιατί ναι, έχουμε απομακρυνθεί μεν σαφώς από το μουσικό χυμαδιό - σε σημείο ατσουμπαλοσύνης - των δύο προηγούμενων κυκλοφοριών, όσο και από τον πλήρως ακατέργαστο ήχο τους, από την άλλη όμως μοιάζουν να επιβιώνουν εδώ ορισμένα στοιχεία που απομακρύνουν το όλο vibe που βγάζει ο δίσκος και απ’ αυτό του διαδόχου του. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, για μένα, είναι ο τρόπος που παίζει ντραμς ο μακαρίτης Chris Witchhunter. Είναι προφανές ότι έχει αφήσει πίσω του τις μέρες του In the Sign of Evil και τη σωρεία λαθών που έκανε πάνω στην κάβλα του ή ίσως και εν μέσω πλήρους απουσίας νηφαλιότητας (το αν κάποιον δεν τον πειράζουν αυτά τα λάθη όταν ακούει το EP ή ακόμα - ακόμα θεωρεί ότι προσθέτουν χαρακτήρα και fun στο όλο άκουσμα είναι άλλη κουβέντα, που δεν αναιρεί τον αντικειμενικό χαρακτήρα τους ως λαθών), συνυπάρχει όμως και μια αίσθηση ότι ούτε του έχει μπει ακριβώς “χαλινάρι”. Σε έναν βαθμό δηλαδή παραμένει ανεξέλεγκτος (ώρες - ώρες ακούγοντας το άλμπουμ σκέφτομαι ότι αν μπορούσε θα σόλαρε ακατάσχετα πάνω σε κάθε ριφ) και αυτό δημιουργεί μια αισθητή ένταση μέσω της αντίθεσης με τον συνολικό προσανατολισμό που νιώθω ότι είχε εδώ η μπάντα, “ας σοβαρευτούμε και ας τους δείξουμε ότι ξέρουμε και να παίζουμε”.
Και αυτή η σχετική αντιφατικότητα που υπονομεύει την προσπάθεια ή τάση επικράτησης μιας ‘87 thrash “κανονικότητας” αποτυπώνεται και σε άλλα στοιχεία. Ας πούμε, έχει γίνει εμφανής προσπάθεια να βγει μια παραγωγή όχι “τύπου” χύμα, και ως αποτέλεσμα το συνολικό ηχοτοπίο είναι αρκετά στρωτό, παράλληλα όμως ουκ ολίγες “περιοχές” του άλμπουμ παραμένουν κρίσιμα βαβουριάρικες. Έχεις αυτόν τον ογκώδη, εντελώς μη τυπικό για τα thrash δεδομένα, μπαμπάτσικο μπασιστικό ήχο του μπαρμπα-Θωμά, έχεις και μοτορχεντισμούς που δεν περιορίζονται στη (σούπερ) διασκευή στο Iron Fist, δώστε βάση π.χ. στο πώς μπολιάζεται με την “born to lose - live to win” νοοτροπία το κατακλυσμιαίο ριφ του Nuclear Winter (btw από τις πιο ψαρωτικές εισαγωγές σε οποιονδήποτε thrash δίσκο), νιώστε τα (ακαταμάχητα όπως έχουμε ήδη κατοχυρώσει) Sodom-ικά mid-tempos που ακούγονται πολύ πιο πηγαία και ροκενρολάδικα από τον thrash μέσο όρο, αφεθείτε στα εθιστικά, Overkill-ικά (όπως στο κομμάτι των Motorhead εννοώ ε!) start-stops του φανταστικού Bombenhagel πριν αρχίσουμε όλοι μαζί να γκαρίζουμε σεληνιασμένοι στο τελευταίο ενάμισι λεπτό Deutschland Deutschland ub- αχαχαχαχαχαχαχαχα, μα τι γαμάτη τρολιά ήταν αυτή ρε…
Anyway, για να το μαζεύω σιγά σιγά, αν τα μέσα των 80s αντιπροσωπεύουν μια εποχή που το thrash ακόμα ήταν λίγο πολύ στα σπάργανα και ως εκ τούτου τέρμα φωνακλάδικο, ασταμάτητο, “κατσαπλιάδικο” όπως στοργικά το λένε πολλοί, και τα τέλη της δεκαετίας μια ήδη νέα εποχή που το thrash είχε γίνει φουλ εξελιγμένο, “κλινικό”, αδυσώπητο με αρκετά διαφορετική χροιά, σε βαθμό που ήδη πολλοί τότε να λένε “άσε, φλώρεψε και το thrash, πάμε για άλλα”, τότε το Persecution Mania ακούγεται σαν ένα έργο που πατάει με το αριστερό πόδι στη μία βάρκα και με το δεξί στην άλλη. Μια σχεδόν μεταβατικού χαρακτήρα δουλειά, ούτε το απόλυτο χάος της In the Sign of Evil - Obsessed by Cruelty περιόδου αλλά ούτε (ακόμα) το φουλ “επαγγελματικό” σύνολο που παρήγαγε το Agent Orange. Μια κάποια αμφισημία, ένα σχεδόν μεσοβέζικο πράγμα, ένας χαρακτήρας που το κάνει ίσως ό,τι πιο γοητευτικό ηχογράφησαν ποτέ οι Sodom και εμένα, τελικά, μάλλον να το τοποθετώ (λίγο) πιο πάνω από τον διάδοχό του.
Και μια απαραίτητη προσθήκη - επίλογος
Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, καμία αναφορά στο Persecution Mania - όσο ομολογουμένως ξεχειλωμένη κι αν είναι, όπως τούτη δω από πάνω - δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης χωρίς ένα συμπληρωματικό πέρασμα από το φοβερό και τρομερό Expurse of Sodomy EP που είχε κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά, ακριβώς δύο μήνες πριν. Στις περισσότερες επανεκδόσεις του πρώτου άλλωστε περιλαμβάνονται πλέον ως ενιαία κυκλοφορία, με την προσθήκη μάλιστα μιας επανηχογράφησης (επίσης από το ‘87) του Outbreak of Evil από το In the Sign of Evil, που - επειδή αυτός είμαι, όπως έχω εξηγήσει με διάφορες αφορμές - ε ναι, το προτιμώ από το ορίτζιναλ! (Sue me…) Το ζουμί εδώ όμως είναι τα τρία κομμάτια που ηχογραφήθηκαν ειδικά για το Expurse…: Sodomy and Lust, The Conqueror, My Atonement. Και που και τα τρία, με κάποιον τρόπο, περιέχουν ορισμένα από τα πιο δολοφονικά ριφς που έγραψαν ποτέ οι Sodom. Τολμώ μάλιστα να πω ότι αν επέλεγαν να τα κρατήσουν για το Persecution Mania (απλά μη μου ζητήσετε να κατονομάσω ποια κομμάτια θα έπρεπε να μείνουν απέξω - I haven’t thought that far) τότε η προαναφερθείσα υποψία μου ότι το προτιμώ σαν δίσκο από το Agent Orange θα μετατρεπόταν σε βεβαιότητα!