Τόση αντιπάθεια πια; ![]()
αλλο ένα τοπικ μουσικός πλούτος ρε παιδιά. Ρισπεκτ
![]()
Μια πενταετία πριν, όμως, είχε γίνει και η μεγάλη “προδοσία”, με τον ακόλουθο πανέμορφο δίσκο, ο οποίος δικαιωματικά εμπίπτει στη θεματική του νήματος:
Coverdale • Page (1993)

Το διόρθωσα ρε, το έκανα όπως ήθελα αρχικά ![]()
Πολύ σωστά, το είχα κι αυτό για τη λίστα, αλλά είπα να μείνω στα δέκα!
Να αποφύγω να επαναλάβω κάποιες δισκάρες που γράφτηκαν παραπάνω - ρίχνω και εγώ μερικά on off διαμάντια που μου ήρθαν στο κεφάλι αυθόρμητα τώρα μόλις:
Το The Good, the Bad & the Queen είναι η one off σύμπραξη των Damon Albarn, Paul Simonon (Clash) Tony Allen (drummer του afrobeat guru Fela Kuti) και Simon Tong (των The Verve) σε παραγωγή Danger Mouse - λίγο μετά την μεγάλη επιτυχία των Gorillaz και του Demon Days.
Παρά το φοβερό ensemble μουσικών πάντως, μόνο εύκολο δεν λες το εν λόγω album - αρκετά “βαρύ” και αργόσυρτο, μοιάζει διαρκώς σαν να είναι εκ των έσω θωρακισμένο σε μια σκοτεινή πεσιμιστική εσωστρέφεια… όλο αυτό βέβαια είναι μια συνειδητή επιλογή, καθώς ο Albarn ήθελε να φτιάξει που θα αποτύπωνε σε μεγάλο βαθμό την (δυστοπική) ταυτότητα του Λονδίνου εκείνη τη περίοδο - την κοινωνική αποξένωση, το aftermath του πολέμου στο Ιράκ, τον αλκοολισμό κτλ κτλ.
Εν τέλει δίσκος αυθεντικά μελαγχολικός και χωρίς ωραιοποιήσεις και τα γνωστά κλισέ, δύσπεπτος και αρκούντως σκοτεινός (μα και όμορφος ανά στιγμές, με αναφορές στον William Blake ή κομμάτια όπως εκείνο με τη φάλαινα στον Τάμεση που ενισχύουν και την υπόγεια ποιητική του διάθεση).

Madlib + MF DOOM (rip Τιτάνα) → Madvillainy.
Τα αποσπασματικά samples, τα ασυνήθιστα beats (Madlib μανούλα σε αυτά) και οι ελαφρώς αινιγματικοί στίχοι (γεμάτοι και υποδόριο humor - σήμα κατατεθέν του δημιουργού τους) MF DOOM δημιουργούν έναν σκοτεινό, σουρεαλιστικό μουσικό κόσμο, του οποίου η παραγωγή (με πολλά ψυχεδελικά, jazz και soul στοιχεία) δημιουργεί ένα φοβερά φρέσκο και κυρίως ενδιαφέρον ηχοτρόπιο.
Αρκετά από τα (ελαφρώς) σύντομα τραγούδια του δίσκου λειτουργούν κάτι-σαν καρέ ενός κάτι-σαν-ηχητικού comic, προσφέροντας μια αποσπασματική αλλά ταυτόχρονα και συνεκτική μουσική εμπειρία, ενώ συνολικά το άλμπουμ αναδεικνύει τη δημιουργική ελευθερία και την καινοτομία, απομακρυνόμενο από τις συμβατικές δομές της hip-hop σκηνής. Αριστούργημα νέτα-σκέτα.

Η δημιουργία του Buena Vista Social Club ταιριάζει απόλυτα με την καλλιτεχνική πορεία του Ry Cooder, ενός μουσικού που έχει συνηθίσει να εξερευνά διαφορετικές παραδόσεις και να συνδυάζει στοιχεία από ετερόκλητα μουσικά είδη. Η Κούβα αποτέλεσε μάλλον ιδανικό περιβάλλον για αυτή την αναζήτηση, καθώς εκεί η παραδοσιακή μουσική δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι ξεπερασμένο, αλλά παραμένει ζωντανό κομμάτι της καθημερινής της κουλτούρας. Ο Cooder λοιπόν θέλησε να επιστρέψει στις παλαιότερες μορφές της κουβανέζικης μουσικής και συγκέντρωσε, αρχικά, πολύ έμπειρους μουσικούς (ανάμεσά τους τον Compay Segundo και τον Ibrahim Ferrer, τους οποίους προφανώς δεν ξέρω από πριν αλλά διαβάζοντας 5 πράγματα για εκείνους κατάλαβα πως μιλάμε για πραγματικό all star ensemble μουσικών της σκηνής αυτής) για να επαναφέρει/επαναφέρουν στο προσκήνιο τραγούδια που είχαν περάσει από γενιά σε γενιά (ερωτικές μπαλάντες, χορευτικά κομμάτια βασισμένα στο son κτλ).
Οι ερμηνείες/performances των μουσικών διατηρούν τον αυθεντικό χαρακτήρα της παράδοσης, ενώ η κιθάρα του Cooder προσθέτει μια προσωπική πινελιά που κατά βάση ενισχύει παρά αποσυντονίζει τις αρχικές μελωδίες (αν και αντικειμενικά, σε κάποια κομμάτια όπως το Orgullecida υπάρχει μια σαφής “δυτικοποίηση” - καλοδεχούμενη μεν για εμένα αλλά υπάρχει).
Παρ’ όλα αυτά, ο Cooder σέβεται το υλικό και αναγνωρίζει ότι η πραγματική δύναμη του άλμπουμ βρίσκεται στις διαχρονικές μελωδίες και στις αυθεντικές ερμηνείες των Κουβανών μουσικών.
Τεσπά μην γράφω πολλά, γαμηστερός δίσκος - όλοι το έχετε ακούσει και πιθανόν έχετε δει και κάποιοι και το φοβερό ντοκιμαντέρ του Wenders του 1999 για τη δημιουργία του δίσκου (υποψήφιο και για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά).

Από τα πιο σημαντικά άλμπουμ των 90ς που επηρέασαν την εξέλιξη του hip hop στις μετέπειτα δεκαετίες, το πρώτο (και μοναδικό) solo άλμπουμ της Lauryn Hill (των Fugees), ανέδειξε τόσο το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό της ύφος και την ικανότητά της να κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά είδη) όσο και συνέβαλε σημαντικά στην ενίσχυση της παρουσίας των γυναικών στη rap σκηνή (και εκτός των συνόρων των ΗΠΑ προφανώς).
Ο δίσκος περιλαμβάνει μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια της Hill (Ex-Factor, Doo Wop (That Thing), Zion, Lost One κτλ) είναι γεμάτος επιρροές από τη reggae σκηνή, τη soul κτλ, υπάρχει διάχυτο το έντονο R&B στοιχείο της περιόδου, υπάρχουν και τα πιο δυναμικά hip-hop ξεσπάσματα, ενώ βρίσκουν το χώρο τους και οι πιο ήρεμες, συναισθηματικές συνθέσεις - καθώς ταυτόχρονα συμμετέχουν στο δίσκο σαν guests και ονόματα όπως αυτά των Mary J. Blige, Santana κτλ. Παραγωγή δε από μάστορες όπως οι Che Pope και Vada Nobles (οι οποίοι ενισχύει τα μάλα τον συνολικό ήχο του έργου).
Η επιτυχία του album υπήρξε τεράστια (μιλάμε για νέτα-σκέτα κλασσικότατο δίσκο) όμως ήταν το μέγεθος της γενικότερης επιρροής του, που έκανε τον δίσκο ως ένα άκρως σημαντικό σημείο αναφοράς στην μουσική βιομηχανία.
Γνώστης της σκηνής και του ήχου αυτού δεν είμαι ιδιαίτερα - πλην των απολύτων απαραίτητων/βασικών. Το συγκεκριμένο album νομίζω πως πληροί όλα τα χαρακτηριστικά του νορβηγικού black metal των μεσών των ’90s, ενώ παράλληλα η εκτεταμένη χρήση των πλήκτρων και οι διάφορες μελωδίες κάνουν το όλο album πιο ατμοσφαιρικό και “αέρινο” ας πούμε - χωρίς (ευτυχώς, φτουμακρυαπομας) επουδενί να μιλάμε για συμφωνικό black ή κάτι τέτοιο.
Οι κιθάρες δίνουν χώρο στα πλήκτρα και τούμπαλιν, χωρίς όμως κανένα στοιχείο να υπερκαλύπτει ή να χαντακώνει το άλλο και κάπως έτσι, όλο αυτό (στα αυτιά μου τουλάχιστον) ακούγεται τόσο ενδιαφέρον όσο και απρόβλεπτο σε ένα βαθμό - κάτι που κινείται διαρκώς, βρίσκεται εντός “τειχών” του είδους του αλλά ταυτόχρονα λίγο σπάει το καλούπι τόσο-όσο.
Τεσπά, γαμάει κατ’ εμέ - αλλά σίγουρα δεν είμαι, όπως ξαναείπα, εγώ που θα το πω πρώτη φορά αυτό σε κάποιον φίλο του είδους.
fun/fan fact - η Hill έβγαλε και ένα λαηβ αλβουμ για το Mtv, το οποιο όπως λέει ο Todd στο φοβερό του κανάλι, είναι τρισάθλιο. το ποστάρω για να δώσω κρεδιτ στο φοβερο αυτό γιουτουβερ, για όποιον ενδιαφέρεται και τη σειρά του trainwreckords, που φυσικά έχει πίασει και μετάλλικα, και μάλιστα δύο φορές.
συνεχίστε φίλοι, ωραίο νήμα

