Η ιδέα μου ‘ρθε με τα νέα για το επερχόμενο, δεύτερο album των Thorns. Και λέω: «έχει γούστο όντως οι Thorns να φύγουν από αυτό το club συγκροτημάτων που έχουν μόνο ένα full-length στο παλμαρέ τους!».
Στο topic αυτό, δηλαδή, ψάχνουμε «μια κι έξω» δίσκους, δηλαδή συγκροτήματα/συνεργασίες/ό,τι άλλο που για χίλιους δυο λόγους δεν φτούρησαν, δεν μας δώσαν κάτι άλλο. Εγώ έκανα ένα πρόχειρο top-10 με τα πρώτα που μου ήρθαν στο μυαλό, αλλά είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα. Προσωπικά προσπάθησα να ΜΗ συμπεριλάβω συγκροτήματα που ναι μεν μπορεί να έχουν μόνο ένα full-length, αλλά κατά τ’ άλλα έχουν μακρά πορεία με διάφορα EPs, split, demo κυκλοφορίες κλπ. (κυρίως από την punk σκηνή, δηλαδή). Μ’ ενδιέφεραν, δηλαδή, κυρίως περιπτώσεις που δεν μακροημέρευσαν και συνδέθηκαν στο θυμικό μας με το ένα και μοναδικό studio album που βγάλανε. Εσείς ποιες άλλες τέτοιες περιπτώσεις δίσκων θα ξεχωρίζατε;
Derek and The Dominos “Layla and other assorted love songs” (1970)

Για την (πολύ) αργοπορημένη ανακάλυψη από μεριάς μου αυτού του κλασικού δίσκου, έχω γράψει και σε άλλο topic. Παρότι ο καθαρόαιμος rock ήχος είναι κάτι που έχω αφήσει αμετάκλητα πίσω μου, δεν μπορώ να μην παραδεχθώ την ατόφια live ενέργεια που ξεχειλίζει από αυτό το album, την εθιστική αίσθηση του τζαμαρίσματος που παρατηρείται στα περισσότερα κομμάτια και το (σε σημεία εξοργιστικά) απόλυτο δέσιμο αυτού του σφιχτοδεμένου project. Clapton και Allman κεντάνε στις κιθάρες· Clapton και Whitlock από κοινού χαρίζουν παθιασμένες ερμηνείες· Radle και Gordon σχηματίζουν ένα rhythm section εφάμιλλο των αντίστοιχων επιπέδου Zeppelin, Sabbath κ.ά. Τι άλλο χρειάζεται κανείς;
Sex Pistols “Never mind the bollocks-here’s the Sex Pistols” (1977)

Εντάξει, ίσως η πιο ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση τέτοιων δίσκων που ψάχνουμε, από την άποψη ότι δεν μου έρχεται στο νου άλλη περίπτωση συγκροτήματος που να ήρθε, να έβγαλε έναν μόνο δίσκο και με αυτόν να έφερε μία μουσική και πολιτισμική επανάσταση που όμοια της δεν ξέρω αν έχει ξαναϋπάρξει στην ευρύτερη pop κουλτούρα. Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι περισσότερο για έναν τόσο πολυθρύλητο δίσκο.
Temple of the Dog “Temple of the Dog” (1991)

Κάποτε υπήρχαν οι Mother Love Bone, ένα ανερχόμενο grunge (; ) συγκρότημα που ίσως πολλοί να νόμιζαν/περίμεναν ότι το δικό τους break-through θα ήταν αυτό που θα σηματοδοτούσε και το «άνοιγμα» της σκηνής, την εμπορευματοποίησή της και το πέρασμα πολλών (τότε ακόμα) underground συγκροτημάτων στο mainstream. Τελικά ο ξανθός, μορφονιός τραγουδισταράς τους «την έκανε» πρόωρα, κι έλαχε ο κλήρος σ’ έναν άλλον ξανθό, επίσης μορφονιό κι επίσης (ακόμα πιο) τραγουδισταρά να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά έναν χρόνο μετά. Κάπως έτσι κατάφεραν και οι εναπομείναντες Mother Love Bone να γίνουν πρώτες μούρες λίγα χρόνια αργότερα σχηματίζοντας κάποιους Pearl Jam -έναν διακαή πόθο που είχαν από τότε που είχαν μπλέξει μ’ έναν επίσης ξανθό (πολύ ξανθό έπεσε, ρε παιδιά) πάνκη τού οποίου η ασχημόφατα και αγριοφωνάρα, όμως, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για σταδιοδρομία στο mainstream. Για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, όμως, λίγο πριν την ηχογράφηση του “Ten”, κάποιοι από τους εναπομείναντες Mother Love Bone, μαζί με δύο μέλη των Soundgarden, ηχογραφούν αυτό το διαμάντι της σκηνής του Seattle. Το “Temple of the Dog” είναι ένας πολύ έντονος και συναισθηματικός δίσκος, ένα από τα πιο συγκινητικά tribute που έχουμε ακούσει από μουσικό σε μουσικό (γιατί ο Cornell ήταν κυρίως ο «εγκέφαλος» του όλου project). Το στυλ του album παραπέμπει περισσότερο στους Mother Love Bone, θα έλεγα (και οι δύο μακαρίτες μοιράζονταν μία έφεση στις «πληθωρικές» rock ερμηνείες σ’ αντίθεση με το πιο λιτό, punk στυλ των υπόλοιπων τραγουδιστών της σκηνής του Seattle), παρά στους Soundgarden ή τους Pearl Jam -διατηρώντας, φυσικά, δεσμούς και με τα δύο αυτά συγκροτήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το περίεργο όνομα του συγκροτήματος προέρχεται από στίχο της τραγουδάρας “Man of golden words” των Mother Love Bone.
Jeff Buckley “ Grace” (1994)

Άλλος ένα δίσκος που «βρωμάει ‘90-ίλα» για κάποιον λόγο. Ο αδικοχαμένος γιος του (επίσης αδικοχαμένου) Tim Buckley φαινόταν να έχει όλα τα φόντα να εκμεταλλευτεί την παλίρροια (pun intended) του alternative rock της εποχής, αλλά τελικά άφησε κληρονομιά μονάχα αυτό το album που, κακά τα ψέματα, μάλλον μνημονεύεται περισσότερο για την (άνευ περιγραφής) διασκευή στο “Hallelujah” του Cohen παρά για οτιδήποτε άλλο. Κρίμα, γιατί το album έχει όντως μπόλικες αξιόλογες στιγμές, αλλά για να είμαι ειλικρινής κι εγώ νιώθω ότι μου λείπει λίγο μία «διαφοροποίηση» σ’ αυτό το συνεχές mellow rock στυλ που διατρέχει σχεδόν όλο το album από την αρχή μέχρι το τέλος -π.χ. θα ήθελα κι άλλα πράγματα στο σκοτεινό στυλ του “Dream brother”, κι άλλες πιο up-tempo συνθέσεις τύπου “Last goodbye” κλπ. Σε στιγμές, δηλαδή, νιώθω ότι το album βασίστηκε εξ ολοκλήρου στον παράγοντα της (αδιαμφισβήτητα) φωνάρας του Buckley, αφήνοντας ίσως σε δεύτερη μοίρα την ίδια τη συνθετική διαδικασία. Και φανταστείτε, όμως, για τι φωνάρα μιλάμε όταν, παρά τις όποιες αδυναμίες, αυτή όντως καταφέρνει να «σηκώνει» όλο το album ουσιαστικά.
Nailbomb “ Point blank” (1994)

Τα «μπλιμπλίκια» και τα κοφτά, «χοροπηδηχτά» riffs είχαν κάνει ήδη εμφατική την παρουσία τους στη metal σκηνή. Από τη μία είχες τους Ministry του “Psalm 69”, τους Godflesh που έπαιζαν τα δικά τους σε πολύ πιο extreme πλαίσια, τους Fear Factory που ήταν ένα βήμα πριν την εκτόξευση του “Demanufacture” -διάολε, ακόμα και οι Kreator δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό κυκλοφορώντας το “Renewal”. Ε, και από την άλλη είχες τους Sepultura που με το “Chaos A.D.” πήγαν τον παράγοντα «groove» σε άλλα επίπεδα. Οι Nailbomb, κατά τη γνώμη μου, αποτελούν την επιτομή του μπασταρδέματος αυτών των στυλ, αφού ο ήχος τους χαρακτηρίζεται αμφότερα από τα επαναλαμβανόμενα, ηλεκτρονικά beat (αν και σε κάποια κομμάτια «βαράει» και ο Igor), αλλά και από ένα αγνό, μεταλλικό hardcore συναίσθημα (και διασκευή Doom έχει ο δίσκος) που διανθίζεται από τις (παρόμοιες) χαρακτηριστικές φωνές των Cavalera και Newport. Το album μπορεί συνολικά να μη φτάνει το επίπεδο των δίσκων που προαναφέρθηκαν, ωστόσο είναι τρομερά εθιστικό, βίαιο σαν το iconic εξώφυλλο του και δεν υπάρχει περίπτωση να μην το γουστάρουν οπαδοί των Sepultura -και όχι μόνο. Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι στη μοναδική τους συναυλία στο Dynamo to ’95, το μπάσο παίζει ο θεόρατος Dave Edwardson των Neurosis (!) κάνοντας το line-up τους την απόλυτη dream team του ήχου.
Mad Season “ Above” (1995)

Ξαναγυρνώντας στα grunge project, εδώ έχουμε κάτι ριζικά διαφορετικό από τους Temple of the Dog για παράδειγμα, αφού οι Mad Season πρεσβεύουν μία πιο «εσωτερική», μελαγχολική και σκοτεινή εκδοχή του αγαπημένου μας ήχου. Τα ντουέτα των Staley-Lanegan είναι, για εμένα, κάποια από τα πιο μαγικά πράγματα που έχουν συμβεί στη μουσική και όποτε ακούω αυτόν τον τόσο «φθινοπωρινό» δίσκο πραγματικά καθηλώνομαι από τις ερμηνείες τους, αλλά κι από τη γενικότερη αύρα που αποπνέει αυτό το album.
The Nefilim “ Zoon” (1996)

Πιο πάνω ανέφερα αυτόν τον αέρα ανανέωσης που έφερε στο metal η ενσωμάτωση στοιχείων από το industrial και το hardcore, και με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε ν’ αναφερθούμε και σ’ άλλες «εξωμεταλλικές» επιρροές που έκαναν έντονη την παρουσία τους, όπως το gothic για παράδειγμα. Εδώ, όμως, έχουμε την αξιοσημείωτη περίπτωση ενός γκοθά που με τη σειρά του… πέφτει με τα μούτρα στις thrashcore επιρροές! Το αποτέλεσμα; Ένα σκοτεινό αριστούργημα, βασισμένο σε σχετικά απλοποιημένες δομές και ιδέες που, με κάποιον τρόπο, με ΑΥΤΗΝ τη φωνή και ΑΥΤΗΝ την ατμόσφαιρα που δημιουργεί, καταφέρνει κι ακούγεται 100% προσωπικό και ξεχωριστό.
Control Denied “The fragile art of existence” (1999)

Θα σας μιλήσω ειλικρινά: σαν τρελός Death-άκιας, είχα τσεκάρει ήδη από νωρίς τους Control Denied. Δεν. Τα ακούσματά μου τότε είχαν προχωρήσει σε αρκετά πιο ακραία πεδία, με αποτέλεσμα η φωνή του Tim Aymar (που, μεταξύ μας, δεν είναι και κανένας Warrel Dane ή Jon V.) να είναι deal breaker για ‘μένα. Την (αντεγραμμένη) κασέτα τους νομίζω δεν την έβαλα ποτέ ξανά να παίξει. Πριν λίγες εβδομάδες, όμως, με αφορμή ακριβώς αυτό το post, από περιέργεια του ξαναέδωσα μια ευκαιρία -μιας και γενικά οι σχέσεις μου με το heavy/power έχουν ομαλοποιηθεί παραδόξως. Ε, κατά κάποιον τρόπο θα πω πως «χάρηκα» που τόσα χρόνια δεν το άκουγα. Γιατί; Γιατί τώρα ήμουν σ’ αυτήν την ευχάριστη θέση να ξανα-ανακαλύπτω και να ευχαριστιέμαι σαν «καινούρια» κυκλοφορία, άλλον ένα album του Schuldiner. Πώς λέμε καμιά φορά σε κάποιον, δηλαδή, «α, ρε τυχερέ, θ’ ακούσεις για πρώτη φορά το “Master of puppets”» π.χ., γνωρίζοντας ότι ποτέ εμείς δεν θα ξανανιώσουμε τα σκιρτήματα εκείνης της πρώτης φοράς; Ε, με τον ίδιο τρόπο περίπου είχα την τύχη ν’ απολαύσω άλλα 8 τραγούδια από τον αγαπημένο μου συνθέτη μετά από 15+ χρόνια. Εντάξει, το album είναι η φυσική συνέχεια του “The sound of perseverance” και θα γαμούσε είτε με αυτά τα φωνητικά (που είναι τίμια, αλλά τίποτα το ξεχωριστό), είτε με τα ουρλιαχτά του Schuldiner, είτε και χωρίς καθόλου φωνητικά, γιατί οι ιδέες του μακαρίτη, κλασικά, στέκονται και μόνες τους, έτσι όπως είναι, δίχως καμία συνοδεία φωνητικών. Λείπει, και το κενό του στον metal ήχο δεν συμπληρώθηκε ποτέ.
Weakling “ Dead as dreams” (2000)

Το έχω ξαναγράψει νομίζω ότι για κάποιον λόγο αυτό το όνομα «τσουβαλιάζεται» μαζί με αυτά μπαντών όπως Panopticon και Wolves in the Throne Room (που κανένα πρόβλημα δεν έχω μαζί τους -ιδίως τους δεύτερους τους λατρεύω), αλλά για εμένα οι Weakling είναι μία εντελώς δική τους περιπτωσάρα που πολύ λίγα κοινά έχει με αυτό το είδος του αμερικάνικου black metal –εκτός κι αν θεωρούμε ότι οι μεγάλες διάρκειες είναι επαρκής λόγος για συνδέσεις. Ε όχι, οι Weakling θεωρώ ότι βγάζουν κάτι το πολύ πιο εφιαλτικό, διεστραμμένο και «δυσβάσταχτο», με πραγματικά πρωτότυπες δομές, ιδέες και ενορχηστρώσεις που δεν γίνεται τουλάχιστον να σε ιντριγκάρουν και να παραδεχθείς ότι ακούς κάτι μοναδικό και δύσκολα αντιγράψιμο (τουλάχιστον σ’ αυτό το επίπεδο). Album που (υποθέτω) θα έπρεπε να μνηνομεύεται πολύ πιο συχνά απ’ όσο συμβαίνει.
Thorns “ Thorns” (2001)

Αρκετά πρόσφατο και αρκετά γνωστό για να γράψω κάτι που να έχει ενδιαφέρον. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα λέει το δεύτερο.






































