#15 - #6
Τι χρονιά το '93 για την ανφάν γκατέ του βρετανικού ατμοσφαιρικού ήχου… Πρώτη αλφαβητικά αναφορά, ως είθισται, στους παλιούς καλούς Anathema. Μετά το επιβλητικό Crestfallen, πρώτος (τυπικά) full-length δίσκος τους το Serenades, που δεν ξέρω αν είναι καλύτερο ή λιγότερο καλό αλλά σίγουρα κινείται στο ίδιο μήκος κύματος και αυτό μου αρκεί. Ή μάλλον μου αρκεί από τη στιγμή που παράλληλα οι συνθέσεις παραμένουν στο ύψιστο επίπεδο, με ακατάσχετη doom θρηνωδία και τον τιτάνα Darren να κάνει τη γη να σείεται με τους ιδιότυπα μελωδικούς βρηχυθμούς του, που ειδικά στο κλασικό πια Sleepless δεν περιγράφεται με λόγια η ιερή πώρωση που προκαλούν. Να μην υπήρχε κι αυτή η υπερβολή της υπερβολής στο Dreaming the Romance…
- Cathedral - Ethereal Mirror
Παρότι οι Cathedral στην υπερεικοσαετή τους διαδρομή πέρασαν από πολλά εξελικτικά στάδια και ηχητικές μεταμορφώσεις, παίζοντας - κάτω από τη γενική ταμπέλα του doom - ένα σωρό πράγματα, από straight-up heavy metal μέχρι psych/heavy rock και από prog rock μέχρι “desert/stoner rock”, νιώθω ότι ο πιο χαρακτηριστικός τους δίσκος είναι το Ethereal Mirror, όπου ακριβώς συνδύασαν τον ultra-heavy ήχο με τις 70s καταβολές τους και μια πραγματικά αλάνθαστη αίσθηση groove (Midnight Mountain!), φτιάχνοντας ένα άλμπουμ κυριολεκτικά φαντασμαγορικό
Ο Lee εδώ εγκαταλείπει το μισο-brutal/μισο-μελωδικό στυλ του από το Forest of Equilibrium, αλλά μαζί - ίσως μετά τις τόσες φορές στο ενδιάμεσο που άκουσε “you can’t sing, mate”… - και κάθε προσπάθεια (τυπικού) τραγουδιού και εστιάζει απλά στο να φωνάζει τσαμπουκαλεμένα τους στίχους. Ιδιότυπη ηχητική προσέγγιση αλλά κολλάει γάντι, καθώς επιτρέπει όλη η προσοχή να επικεντρωθεί στο στοιχείο - όλα τα λεφτά του δίσκου: Τα ριφ του Gaz. Αυτά τα ριφ του Gaz ρε φίλε…
Τα προηγούμενα 6-7 χρόνια έχω παίξει τα πάντα / Με παραδέχονται πια όλοι - όσοι είχαν το στομάχι για τη μαυρίλα μου εν πάση περιπτώσει / Απ’ την άλλη σε ευρύτερες μάζες δεν παίζει να ανοιχτώ έτσι κι αλλιώς χωρίς να ξεφτιλιστώ, που δεν πρόκειται / Άρα δεν έχω να αποδείξω τίποτα / Άρα; …άρα; Φτιάχνω το κατ’ εξοχήν “ατμοσφαιρικό” μου άλμπουμ. Νομίζατε ότι τα προηγούμενα ήταν σκοτεινά; Wait 'til you listen to this one. Αφήνω τις υπερτεχνικούρες κατά μέρος, παίρνω όλα τα υπόλοιπα καλύτερα στοιχεία των παλιών και φτιάχνω ένα από τα πιο αινιγματικά άλμπουμ στην ιστορία του μέταλ. Κάψιμο του μυαλού ήδη από το εξώφυλλο και τον τίτλο. Grin. Τι είναι αυτός - ή αυτό - που μειδιά; Σε ποια αδιόρατη, απόκοσμη απειλή παραπέμπω, αφού σίγουρα δεν πρόκειται για το πατροπαράδοτο αλλά και προφανές πια Κακό περασμένων χρόνων; Έλα μου ντε; Πανηγυρική δικαίωση της στοχευμένης ασάφειας. Δίσκος - σφίξιμο στομαχιού, δίσκος - σταγόνα ιδρώτα που κυλάει στον κρόταφο, δίσκος - διεσταλμένη κόρη οφθαλμού με το άγχος του αύριο ζωγραφισμένο πάνω της.
- Entombed - Wolverine Blues
Kick out the jams, (zombie) motherfucker! Το νοσηρό νεκροροκάδικο υπονοούμενο του Clandestine εδώ γίνεται πενηνταράκια, ο Λαρς Γκόραν πίσω στη φυσική του θέση, τα ρυθμικά όλων παίρνουν φωτιά, όλεθρος. Κάπου είχα διαβάσει ότι αν υπήρχε όντως Σατανάς τέτοια μουσική θα άκουγε, γιατί εκτός των άλλων εμπεριέχει και το (σε έναν βαθμό ακόμα πιο νοσηρό ως σύλληψη) στοιχείο του ξεφαντώματος, του πιο ανίερου ξεφαντώματος που έγινε ποτέ βέβαια, και τείνω να συμφωνήσω. Heavy-as-fuck, groovy-as-fuck, fun-as-fuck, πολλά τέτοια σχήματα μπορούν να πλαισιώσουν τα Μπλουζ του Γούλβεριν, να πούμε απλά ότι είναι ένας από τους πιο πωρωτικούς μέταλ δίσκους όλων των εποχών να ξεμπερδεύουμε και να επιστρέψουμε στον βλάσφημο χορό μας;
- My Dying Bride - Turn Loose the Swans
Peaceville Three υπεροχής συνέχεια. Αν το As The Flower Withers μάγεψε όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του, το δεύτερο άλμπουμ των My Dying Bride, για πολλούς ό,τι καλύτερο έκαναν ποτέ, πήρε εκείνες τις κοψοφλέβικες υποσχέσεις και τις έκανε πράξη. Ο Άαρον εμπλουτίζει το ρεπερτόριό του με την καθαρή, βαθιά φωνή του που έγινε σήμα κατατεθέν, ο Μάρτιν αναλαμβάνει πλέον κεντρικό ρόλο με τα πλήκτρα του και το βιολί του (που αυτό κι αν έγινε σήμα κατατεθέν) και το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό ακριβώς που πρέπει: Αρκούντως προσιτό ώστε να προσελκυστούν και όσοι δεν θα την πολυπάλευαν με την αρχική, “raw” εκδοχή του συγκροτήματος, αλλά και απαιτώντας αρκετή υπομονή, τόση ώστε να απομακρύνονται οι τουρίστες που τους καλάρεσε η γενική ιδέα αλλά θα ήθελαν κάτι πολύ πιο εύπεπτο. Ατυχήσατε! Οι My Dying Bride ήταν πάντα ένα σωρό πράγματα, αλλά εύπεπτοι ποτέ.
- Savatage - Edge of Thorns
Με τον αχό του Streets να έχει κατακαθίσει, ο Τζον ρίχνει τη βόμβα ότι αποσύρεται “για να επικεντρωθεί σε άλλα πρότζεκτ”. Αυτό ήταν όμως, Τζον; Μήπως ήταν (και) κάτι άλλο; Μήπως η υλοποίηση του κόνσεπτ του Πολ σε ταρακούνησε περισσότερο κι από όσο παραδεχόσουν δημοσίως; Μήπως παραείδες τον εαυτό σου μέσα στον DT Jesus; Και μήπως, αφήνοντας τα κλειδιά στον Κρις, ουσιαστικά προσπαθούσες να ξορκίσεις τον εφιάλτη ότι ίσως κάποιος δικός σου θα γινόταν …ο Τεξ;
Και όταν έρχεται εκείνο το καταραμένο τηλεφώνημα (…“είμαι στη δυσάρεστη θέση”… “αυτοκινητιστικό”… “δυστυχώς δεν τα κατάφερε”… “ο άλλος οδηγός ήταν υπό την επήρεια”…)
…τότε, μάι ντίαρ Τζον, τι κάνεις με τη συνείδησή σου; Πώς μαζεύεις τα κομμάτια σου; Πού βρίσκεις το κουράγιο να σηκώσεις το κεφάλι και να αντικρίσεις κατάματα τον εφιάλτη που αντί να ξορκιστεί πήρε σάρκα και οστά;
Φυσικά, όλα τα παραπάνω αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, χολιγουντιανού τύπου “δημιουργική μεταποίηση” των πραγματικών γεγονότων, αγνοώντας τις “πεζές” πτυχές. Άλλωστε οι Savatage μας το μάθανε από νωρίς, αυτό που έχει σημασία είναι η ιστορία. Και όσο πιο τραγική, τόσο το καλύτερο. Και αν κάτι βγαίνει, στην τελική, από την επιστροφή στο Edge of Thorns, τον Τελευταίο Χορό ενός από τους σπουδαιότερους κιθαρίστες που υπήρξαν ποτέ, είναι ότι αυτό το συγκρότημα η Τραγωδία αντί να το διαλύσει, απλά μεγάλωσε τον μύθο του.
Το Wayward Sons… σε μια διαισθητική έμπνευση είχε βρει τον προθάλαμο, το Burnt Offering… με γνήσια δημιουργική περιέργεια είχε μπει μέσα ψάχνοντας τη μεγάλη πόρτα, τα κατάφερε, την άνοιξε …ε και από κει και πέρα το Jonah’s Ark είχε στρωμένο με ροδοπέταλα τον δρόμο μπροστά του. Στιγμιαία κοίταξε πίσω από την πλάτη του, είδε τους δύο προκατόχους του να του γνέφουν “προχώρα λοιπόν”, έστρεψε ξανά το βλέμμα προς τον ορίζοντα, πήρε μια βαθιά ανάσα και με αποφασιστικό βήμα άρχισε να δρασκελίζει το μονοπάτι καταμεσίς της εύφορης folk metal κοιλάδας, με το 90s metal γύρω του, με δάκρυα συγκίνησης, να επευφημεί για την μπάντα που τόσο είχε ανάγκη. Δεν έχει νόημα να γίνει ξεχωριστή αναφορά σε highlights ενός δίσκου που είναι ο ίδιος από μόνος του highlight. Ούτε θα τελειώσουμε ποτέ αν αρχίσω να απαριθμώ με θαυμασμό τα έργα της Ποίησης του Walkyier. Οι Skyclad, με την έμπνευσή τους να οργιάζει, δείχνουν πια ότι δεν είναι ικανό να τους σταματήσει τί-πο-τα. Και πράγματι, για χρόνια ακόμα, δεν τους σταμάτησε τίποτα.-
Βρε, κι άλλο αγγλικό progmetal (δες και παρακάτω), μήπως τελικά αυτή η χώρα δεν ήταν εντελώς άνιωθη με τη νέα μορφή της μουσικής που η ίδια ανέπτυξε και έδωσε στον κόσμο; Τώρα που το σκέφτομαι, not really, αναλαμπές μόνο. Βέβαια οι Threshold αποτελούν από μόνοι τους μια αναλαμπή. Από τις ουσιαστικότερες και συνεπέστερες μπάντες του χώρου, για πολλούς δεν έχουν ούτε μία μέτρια στιγμή στη δισκογραφία τους (και μιλάμε τώρα για περίπου πεντακόσια εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδες τεμάχια), πάντα έδιναν έμφαση όχι στην τεχνική (που την είχαν) αλλά στα ίδια τα τραγούδια (που αυτά κι αν τα είχαν). Φυσικά ακόμα και σε μια αψεγάδιαστη δισκογραφία πρέπει να ξεχωρίσουν ολίγα τινά, και στην περίπτωση αυτή το συναίσθημα προκρίνει εκείνα τα άλμπουμ τους όπου τραγουδάει μία από τις ωραιότερες φωνές που έβγαλε ποτέ το μέταλ, ο Damian Wilson. Στο παρόν ντεμπούτο της μπάντας, λίγο μετά την έκρηξη του είδους ελέω Theater κ.λπ., ο συνδυασμός των λαμπερών ερμηνειών αυτού του αηδονιού και της μαγικής ατμόσφαιρας που δημιουργεί η μπάντα με κάνει να παρακαλάω κάθε κομμάτι να μην τελειώσει - δηλαδή το αντίστροφο απ’ αυτό που συμβαίνει συνήθως με το progmetal.
- Voivod - The Outer Limits
Μια μέρα έτσι για πλάκα θα επιχειρήσω να ακούσω back-to-back τα δύο πρώτα άλμπουμ των Voivod και κάποιο απ’ αυτά που έβγαλαν αρχές προς μέσα των 90s, ιδανικά τούτο δω, παραλείποντας δηλαδή τη “χρυσή” περίοδο (τέλη 80s - αρχές 90s). Κάτι μου λέει ότι η αντίθεση θα είναι πολύ διασκεδαστική. Ο όρος “progressive thrash metal” όχι μόνο δεν αντιστοιχεί πια σ’ αυτό που πραγματικά παίζει η μπάντα εδώ, αλλά ίσως ακόμα και το να τους πεις “metal” θα ήταν πλέον υπερβολή. Και τι μ’ αυτό όμως; Όταν έχεις μια τέτοια ιδιοφυία όπως ο Piggy, δεν χρειάζεσαι ψυχαναγκαστικές προσκολλήσεις με το παρελθόν. Ο άνθρωπος που (σχεδόν) μόνος του άλλαξε τον τρόπο που παίζεται η ηλεκτρική κιθάρα μεγαλουργεί για άλλη μια φορά, με παραπλανητικές ροκάδικες αφετηρίες για να θέσει και πάλι σε τροχιά (στα “εξώτερα όρια”…) το μυαλό και την καρδιά σου με τους ψυχεδελισμούς του. Έχοντας καθιερωθεί προ πολλού πια ως μία από τις πιο ρηξικέλευθες, πρωτοποριακές, προκλητικές μπάντες στο μέταλ και πέριξ αυτού, οι Voivod με παροιμιώδη άνεση σαρώνουν τα πάντα όλα ρίχνοντας το βάρος στην τραγουδοποιία. Και τι τραγουδοποιία, διάολε. Και μόνο το ανεπανάληπτο Jack Luminous να είχε…
Και τώρα η σειρά του #6 μου για το 1993, οριακά εκτός πεντάδας, τα γνωστά: Είναι φυσικά το Angels Cry των Angra.

Μετά το συγκλονιστικό Theatre of Fate που έφτιαξε με τους Viper, το - επιμένω - κορυφαίο power metal album όλων των εποχών που δεν δημιουργήθηκε από τους Helloween, ο Andre τούς αφήνει στα κρύα του λουτρού για να περάσει στην επόμενη σελίδα της πορείας του, την άφθαστη 90s εποποιία των Angra. Ντεμπούτο το Angels Cry αλλά η αίσθηση εδώ είναι ότι έχουμε να κάνουμε με σχήμα έμπειρο και μπαρουτοκαπνισμένο, που και ξέρει τι θέλει να κάνει και πώς να το κάνει και έχει την όρεξη να το κάνει. Το Αηδόνι δεν φέρνει από τους Viper μόνο την ασύγκριτη φωνή του αλλά και τους εκλεπτυσμένους νεοκλασικούς πειραματισμούς, και έτσι τα περάσματα Σούμπερτ, Παγκανίνι κ.λπ. δεν ακούγονται ως ένα άλλοθι φινέτσας αλλά απλά ως ένα συμπλήρωμα, ένα παιχνιδιάρικο μπόνους, αφού ούτως ή άλλως η λογική των συνθέσεων είναι “αυτό θα το ονομάζαμε Κοντσέρτο για Ροκ Μπάντα αρ. 1, αλλά είπαμε να μην το παρακάνουμε”. Δίσκος - ορόσημο για το (progressive-ίζον) power metal των 90s, που ποτέ άλλοτε δεν ακούστηκε τόσο λυρικό και μεγαλειώδες - α όχι, ψέματα, ξανακούστηκε. Στα επόμενα Angra.
15+1 more
- Аспид - Кровоизлияние (Aspid - Extravasation)
“Επιτέλους είστε ελεύθεροι”, “Απολαύστε τα αγαθά της δημοκρατίας”, “Ποιος στη χάρη σας μπαγάσηδες”. Μόνο αμηχανία για τον Ρώσο φτωχοδιάβολο στην “άγρια δεκαετία”, όπως έχουν χαρακτηριστεί τα μετασοβιετικά 90s. Φαντάσου να γίνεσαι μάρτυρας στο μεγαλύτερο ριφιφί της σύγχρονης Ιστορίας, εφάμιλλο ίσως της εποχής της “πρωταρχικής συσσώρευσης” που θα ‘λεγε κι ο Κάρολος, και την ίδια στιγμή ο έξω κόσμος να σε κοιτάει επίμονα περιμένοντας πότε θα αρχίσεις να κάνεις τούμπες από τη χαρά σου, κακομαθημένε. Κι εσύ να νιώθεις λίγο μαλάκας κάθε φορά που πας ν’ ανοίξεις το στόμα, καθώς θυμάσαι ότι λίγα χρόνια πριν καθόσουνα και παρακολουθούσες την Αποκαθήλωση απαθής, ανέκφραστος, σχεδόν σαν μαστουρωμένος. Είναι να μη σαλτάρεις; Αν υπάρχει ένας μέταλ δίσκος που αποτυπώνει όλη εκείνη τη σύγχυση, την αβεβαιότητα, τη σκοτοδίνη, είναι αυτός των Aspid. Techno-thrash κιθαριστικοί λαβύρινθοι, απονενοημένα ουρλιαχτά, μαυρίλα, ζόφος, άγχος και κλειστοφοβία. Αράχτε παιδιά, όπου να 'ναι έρχεται ο αγέρωχος καβαλάρης να φέρει τη σταθερότητα. Όλα καλά θα πάνε.
- At The Gates - With Fear I Kiss The Burning Darkness
Στο δεύτερο full-length τους οι “Προπυλαιακοί” συνεχίζουν α) την παράδοση με τις α-πί-στευ-τες τιτλάρες (και τα καλύτερα έρχονται) και β) την εξελικτική πορεία προς την πραγμάτωση του οράματος ενός death metal που θα επαναφέρει τις πατροπαράδοτες αξίες της σύνδεσης με το thrash και το heavy metal (…και τα καλύτερα έρχονται). Ορθώς σκεπτόμενοι αφαιρούν κάποια στοιχεία που μάλλον αποδείχθηκαν υπερβολικά ετερόκλητα για τα γούστα της εποχής, βλ. εκείνες τις αναπάντεχες symphonic/folk πινελιές του The Red In The Sky Is Ours, ανεβάζουν την ένταση και φέρνουν το όλο πράγμα πολύ κοντά στο boiling point. Ο Τόμας στο μικρόφωνο αχαλίνωτος, το κιθαριστικό δίδυμο πετάει φλόγες, όλα είναι έτοιμα για την εκτόξευση στην κορυφή.
Στοιχεία της φύσης, τα εξής τέσσερα: Ύδωρ, Αήρ, Πυρ, Γαία. Ψέματα - και ένα πέμπτο: Οι Atheist! “Ε μαλάκα ντάξει, το γαμάς τώρα… Και στοιχείο της φύσης, ΟΚ…”. Υπερβολή νομίζεις, ε; Καλά, αν δεν έχεις ακούσει τι γίνεται στο Elements, δεν μπορείς να καταλάβεις για τι πράγμα μιλάμε. Τα παλικάρια έχουν ξεφύγει πια από τα όρια οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί “technical death metal” (αν και σαφώς είναι ο tech death δίσκος της χρονιάς - ναι, αυτός) και κάνουν ό,τι θέλουν - μέχρι και σάμπα παίζουν (όντως) στο σχετικό κομμάτι! Ο μόνος λόγος που δεν τους βάζω ακόμα ψηλότερα είναι λόγω εκείνης της αίσθησης που δημιουργούσαν και στο παρελθόν, και ιδιαίτερα στο Unquestionable Presence: Ότι - ειδικά αν δεν είσαι μουσικός, και μάλιστα πολύ προχωρημένου επιπέδου - ξέχασέ το φίλε αυτό εκεί, που προσπαθείς να τους αφομοιώσεις… Δεν είναι για τα δόντια σου, λυπάμαι… Το μόνο που είσαι σε θέση να κάνεις είναι να σταματήσεις να προσπαθείς, και απλά να αράξεις απολαμβάνοντας το συναρπαστικό αυτό μουσικό ταξίδι. Αυτό, το 'χεις; Ωραία. Δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο.
Το απίστευτα αντιφατικό αυτό συγκρότημα (χωριάτες Πενσιλβάνιοι, εξ ου και εκνευριστικά κολλημένοι χριστιανοί …αλλά αιώνες μπροστά στη μουσική προσέγγιση) είχε ήδη δώσει δύο φανταστικούς δίσκους προοδευτικού/τεχνικού θρας, αλλά δεν το θεώρησε σκόπιμο να προειδοποιήσει τον κόσμο για το τι θα γινόταν σ’ αυτόν εδώ τον τρίτο δίσκο. Πολύ μπανάλ και μπέισικ το techno-thrash του Extraction from Mortality και του Sanity Obscure, ε; Ναι μωρέ… Πάρε λοιπόν στη μάπα τον απερίγραπτο avant-garde metal ορυμαγδό της Τριλογίας της Γνώσης, με σύνολο εγχόρδων, guest σοπράνο και ένα εγχείρημα επιμεταλλωμένης μουσικής δωματίου, αισθητικής τύπου Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής, βλ. Schoenberg/Berg/Webern, δωδεκαφθογγικές μουσικές, όλα αυτά τα λαϊκά. Μίλησε κανείς για πρωτοπορία στο μέταλ;
Μόλις έναν χρόνο μετά το απίστευτο Crawl ντεμπούτο τους, οι Άγγλοι The Beyond, ένα από τα πιο ιδιαίτερα συγκροτήματα που έπαιξαν ποτέ progressive metal υπό την ευρεία έννοια, ξαναχτυπούν με το δεύτερο άλμπουμ τους και το ότι η διαφορά ύφους είναι εντυπωσιακή είναι το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί. Βασικά, όπως ανέφερα και τις προάλλες σε ένα ποστ, όποιος πάει να ακούσει το Chasm αργά ή γρήγορα θα βρει τον εαυτό του να σκέφτεται μα κάτι μου θυμίζει αυτό ρε συ. Και ναι, εδώ έχουμε μία από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις, “δίσκος Tool” που δεν βγήκε από τους ίδιους τους Tool. Προσοχή, καμία σχέση με τη θάλασσα των συγκροτημάτων που έχουν αποπειραθεί να κοπιάρουν τους Αμερικάνους, ιδίως από το Lateralus και μετά. Εδώ έχουμε την επίτευξη της ίδιας, θεοσκότεινης μουσικής πρότασης αυτόνομα από τους Tool. Αν αυτό δεν είναι αρκετό για ετεροχρονισμένη αποθέωση από τη μουσική Ιστορία, δεν ξέρω τι είναι.
- Count Raven - High on Infinity
“Δεν θα εκσυγχρονιστείς ποτέ επιτέλους; Σαμπαθικό ντουμ εν έτει 1993; Μήπως όντως το προσπαθείς συνειδητά να μείνεις για πάντα στην αφάνεια;”. Η πεισματάρα, ξερή κεφάλα του Fodde δεν καταλαβαίνει από τάσεις, μόδες, ρεύματα. Απαξιοί να ασχοληθεί με ρομαντισμούς, καρδιές που φτερουγίζουν, ξεβαμμένα eyeliners και facepaints. Και συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα από τον καθένα: Ντουμ ρε, μόνο ντουμ, σκέτο, μονολιθικό, υπέρβαρο, οπισθοδρομικό. Και ακόμα κι όταν βάζει πλήκτρα, το κάνει όπως τότε, οι παλιοί. Εντελώς λελογισμένα, για να προβάλλουν μερικές μόνο αχτίδες φωτός, όχι για ξεκάρφωμα νερώματος κρασιού αλλά καθαρά για να τονιστεί το σκοτάδι της υπόλοιπης επιφάνειας, να γίνει ακόμα πιο πηχτό και αβάσταχτο. Και δεν χρειάζεται κάτι άλλο ως έξτρα πινελιά, γιατί παραμένει top class παίχτης και έχει στη φαρέτρα τόσα αποστομωτικά ριφ και σόλο που και διπλός ή τριπλός δίσκος να του έβγαινε, πάλι είχε να χώσει.
- Depressive Age - Lying in Wait
Περιμένεις ξαπλωμένος τι πράγμα ρε; Την επάνοδο στα πράγματα των γοητευτικά παρακμιακών βερολινέζικων 30s; ΟΚ μη φανταστεί κανείς καμπαρέ καταστάσεις εδώ πέρα. Αλλά ισχύει ότι κανένα άλλο συγκρότημα με θρας καταβολές (εξ όσων γνωρίζω) δεν ακούστηκε ποτέ τόσο αλλόκοτα γοτθικό. Θα πει κανείς, ε είναι η φωνή του Λουμπίτσκι, και δεν θα διαφωνήσω αλλά θα προσθέσω ότι είναι το όλο μουσικό κλίμα, όπου η όση παραδοσιακή επιθετικότητα έχει απομείνει τέλος πάντων μπλέκεται με παρανοϊκές μελωδίες και αντι-μελωδίες, διαμορφώνοντας μια ατμόσφαιρα άγχους και κατάθλιψης. Και ο ομφάλιος λώρος με το θρας να μην έχει κοπεί μεν ακόμα, αλλά να κρέμεται από λίγα χιλιοστά. Ε και οι Depressive Age δεν χαμπάριασαν. Ωπ τι είναι αυτό. Κάτσε να το κόψω. Το μέλλον προμηνυόταν ακόμα πιο απόκοσμο.
- Dissection - The Somberlain
Από τις all-time αγαπημένες μου black metal μπάντες είναι αυτή εδώ. Οι Dissection, πιθανότατα χωρίς να το θέλουν, πέτυχαν τη χρυσή τομή μεταξύ ακατανόητα - για πολλούς - αντικρουόμενων τάσεων του ακραίου ήχου των 90s: Αν το death metal είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου ακουγόταν πια τόσο μηχανικό και τεχνοκρατικό που χάλαγε τους γαμωσταυρέητορς, και αν απ’ την άλλη το δευτεροκυματικό black metal το παράκανε λίγο με το χυμαδιό και τη φλου/άμορφη ατμοσφαιρίλα, τούτοι δω οι Σουηδοί παρείχαν τη λύση για όλους (?) με ένα σύνολο συνθέσεων - διαμαντιών όπου ενυπάρχουν και η βιαιότητα και η μελωδία, και η τραχιά αμεσότητα και το ακριβέστατο παίξιμο, και την ίδια ώρα they got away with pretty much everything: Πολλά νεκρομεταλλικά ριφ, φουλ ακουστικά ιντερλούδια, σημεία με καθαρά, οριακά power metal φωνητικά (!), ακόμα και πλήκτρα σχεδόν prog υφής εκεί προς το τέλος. Ο μακαρίτης μπορεί να ήταν τελειωμένος ψυχάκιας, αλλά - καλώς ή κακώς - ήταν και μουσική ιδιοφυία.
Πάμε πάλι: Κάθε κανόνας έχει και από μία τουλάχιστον εξαίρεση. Έτσι, αν και η σχέση μου με όλα αυτά τα grunge, alternative πώς τα λέτε είναι πρακτικά ανύπαρκτη, συμβαίνει την ίδια στιγμή να έχω μεγάλη αδυναμία στους Καλιφορνέζους Eleven. Το φαινομενικά παράδοξο εξηγείται από το ότι η επιφανειακή αμερικανιά τους κρύβει από πίσω της έναν σχεδόν αυστηρά βρετανικό πλούτο αναφορών στους Beatles, στα ψυχεδελικά των Stones και στα πειραματικά των Zeppelin. Και σ’ αυτόν εδώ τον δεύτερο δίσκο τους, μετά από ένα ποιοτικό αλλά όχι ξεχωριστό ντεμπούτο, καταφέρουν να αναπτύξουν αυτό το πολύ προσωπικό τους ύφος, που συνδυάζει heavy ήχο με μελαγχολία και ποικιλία εξαιρετικών ιδεών που εκφράζονται μέσα από εναλλασσόμενα ανδρικά και γυναικεία φωνητικά, από τους δύο πυλώνες του συγκροτήματος, τον Alain Johannes και την συχωρεμένη Natasha Shneider. Ο πρώτος από μια σειρά ξεχασμένων αλλά καταπληκτικών δίσκων.
- Horrified - In the Garden of the Unearthly Delights
Και έφτασα επιτέλους στο ξεκίνημα ενός από τα all-time αγαπημένα μου ελληνικά συγκροτήματα. Την ίδια εποχή που άλλα σημαίνοντα στελέχη της σκηνής έγραφαν black metal Ιστορία, οι Horrified επέλεγαν να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, όχι πολύ μακριά αλλά σίγουρα διαχωρίζοντας με σαφήνεια τη θέση τους. Ατμοσφαιρικό doom/death, λοιπόν, αλλά σε καμία περίπτωση “by the numbers”, να ακολουθεί την εύκολη λύση του πιθηκίσματος Άγγλων, Κεντροευρωπαίων και λοιπών μελαγχολικών ψυχών, τουναντίον με ξεχωριστή σφραγίδα και προσωπικότητα, ένα στοιχείο άλλωστε που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει αν όχι όλα, τα περισσότερα πραγματικά σπουδαία καθ’ ημάς συγκροτήματα: Μια απροσδιόριστη ελληνοπρέπεια στον ήχο, στην αισθητική, στις μελωδίες. Όσο για τα φωνητικά του Αντώνη “Gore” Κοτζιά, αν και κατ’ εμέ δεν έχουν φτάσει ακόμα στα αδιανόητα ύψη που θα έπιανε στις επόμενες δουλειές των Horrified, ήδη κλέβουν την παράσταση με τον στεντόρειο (και όχι βοθρέ!) πάταγό τους.
- Metal Church - Hanging in the Balance
Ο πέμπτος δίσκος των αγαπημένων Metal Church ένα πρόβλημα έχει: Τον “κοσμεί” ένα από τα πιο τραγελαφικά, παιδικά, κακόγουστα εξώφυλλα όλων των εποχών. Ειλικρινά είναι τόσο άθλιο (όσοι δεν το έχετε δει …ΟΧΙ μην πάτε να το δείτε από περιέργεια, μείνετε μακριά) που αρνήθηκα να το βάλω στο παραπάνω κολάζ. Ορίστε, τα είπα και ξέσπασα. Πέραν τούτου, άλλο ψεγάδι εγώ δεν βρίσκω στο Hanging in the Balance. Είναι - πρακτικά - ένας τέλειος δίσκος αμερικανικού heavy metal, που στέκεται αγέρωχα και ανυπότακτα στην καρδιά της πλέον εχθρικής και αφιλόξενης για το είδος δεκαετίας. Η μπάντα, σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, χειρίζεται με απόλυτη μαεστρία τις δυναμικές μεταξύ power δυναμιτών, στιβαρών mid tempo και ώριμων ακουστικών στιγμών, ο αείμνηστος Mike Howe δίνει τις ερμηνείες της ζωής του και ανάμεσα στα διαμάντια που είναι όλα τα κομμάτια του δίσκου στέκεται μία βουνοκορφή ψηλότερα το διαχρονικό Waiting for a Savior, ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια όχι μόνο των Metal Church αλλά και όλης της σκηνής.
- Morgana Lefay - The Secret Doctrine
Όχι έναν αλλά δύο δίσκους έβγαλαν μέσα στο 1993 αυτοί εδώ οι Σουηδοί που, αν έβγαιναν οι χρονολογίες, θα πίστευα μέχρι και ότι ήταν εξώγαμα τίποτα Αμερικανών power metallers από 80s σκανδιναβική περιοδεία τους. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή, απλά ανδρώθηκαν στα τιμημένα 80s όπου αν έλεγες σε κάποιον Σουηδό για τευτονικό power ή που θα σε κοίταζε σαν χάνος ή που θα σου 'ριχνε και καμιά σφαλιάρα, στο δε μεσοδιάστημα μέχρι να αρχίσουν να βγάζουν δίσκους αφομοίωσαν μόνο όσα ταίριαζαν με την τίγκα μέταλ αισθητική τους, κυρίως thrash και αμερικάνικο power δηλαδή. Σε σχέση με το Knowing Just As I σαφώς ανώτερο το Secret Doctrine, εξ ου και κερδίζει τη θέση του εδώ. Λαχταριστά ριφ που κόβουν σαν ζιλέτ μαχ προ γουοτέβερ, μελωδιάρες, βραχνή φωνάρα ο Τσάρλι και ύμνοι, ύμνοι, ύμνοι αντι-γερμανικού, σκληροπυρηνικού power.
Είχα που λέτε μία θέση ανοιχτή και αμφιταλαντευόμουνα ανάμεσα σ’ αυτό και στην άλλη τη δισκάρα, των Oracle, με κάλυψε όμως ο @Chaos με την ψήφο του και την αναφορά του, οπότε εγώ θα δείξω λίγη εκτίμηση σε ένα από τα πιο παραγνωρισμένα συγκροτήματα αυτής της υπέροχης σκηνής του progressive/technical thrash metal. Βέβαια, όπως είχα πει προ εβδομάδων και για τον πρώτο δίσκο τους, οι Καναδοί Obliveon επιλέγουν να εστιάσουν, αντί της τρελαμένης υπερτεχνικής επιθετικότητας, στην υπαινικτική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον δεύτερο δίσκο τους. Αυτό που επικρατεί δεν είναι το σύνηθες, απροκάλυπτο “μόνο ξύλο”, αλλά μια αίσθηση αυτοσυγκράτησης, που με κάποιον τρόπο σε κάνει να θες ακόμα πιο πολύ να κόψεις λάσπη (…μεταφορικά πάντα, εννοείται ότι κάθεσαι και λες κι ένα τραγούδι), γιατί “από δω δεν θα βγούμε ζωντανοί”.
Α ρε Πάτρικ, έφυγε ο Μάρτιν και ξεσάλωσες λέμε. Σαν να έβγαλες το λουρί από λυσσασμένο (αλλά και κουλτουριάρικο) πίτμπουλ. Φουλ δυσαρμονία στα ριφ, Watchtower-ισμοί, jazz πειραματισμοί, εφιαλτικά πλήκτρα, όλο και λιγότερα θυμίζουν πια τους Pestilence όπως ήταν μόλις λίγα χρόνια πριν, όταν έβγαζαν το πρώτο τους άλμπουμ. Not so fast though, γιατί κάποια πράγματα έχουν μείνει αναλλοίωτα. Ο λόγος για την επιθετικότητα, την ένταση, την πώρωση, την ποιότητα. Δώσε ρε εκεί υπερτεχνικό/προοδευτικό deathrash στον λαό, και αν πάει να καεί το μυαλό του άλλου από το οξύμωρο σχήμα δεν πειράζει, απλά δεν τον έχουμε καλεσμένο στο πανηγύρι μας. Και ούτε να ανησυχείς που εν έτει '93 όλα αυτά πλέον φαντάζουν εκτός τόπου και χρόνου. Απλά μπες κι εσύ στην ωραία σου χειμερία νάρκη, ούτε ο πρώτος είσαι ούτε ο τελευταίος.
- Rotting Christ - Thy Mighty Contract
Crossing the Fiery Path, Thy Mighty Contract, His Majesty at the Swamp: Το 1993 ήταν σημαδιακή χρονιά για το λεγόμενο “Hellenic Black Metal”, με τις τρεις πιο θρυλικές μπάντες της σκηνής να κυκλοφορούν αν όχι τους καλύτερους, σίγουρα τους πιο χαρακτηριστικούς τους δίσκους. Για λόγους οικονομίας χώρου (α-χα-καλό-ε) δεν θα κάνω ξεχωριστή αναφορά σε Necromantia και Varathron αλλά μόνο στους ηγέτες της σκηνής. Το μαυρομέταλλο λοιπόν το ρωμαίικο, το μερακλίδικο, το χεβιμεταλλάδικο αλλά πάντα σκοτεινό και απειλητικό, αναπτύσσεται εδώ σε όλο του το μεγαλείο, με τους Christ παράλληλα να διατηρούν κάποιους απόηχους των grind απαρχών τους, “τόσο - όσο” για να γίνει το όλο άκουσμα ακόμα πιο επι(υπο)βλητικό, ακόμα πιο εμπειρία. Μόνο ριφάρες και κομματάρες, και βέβαια μόνο λατρεία για τα άψογα αγγλικά του Σάκη.
Ε, ναι. “Groove metal”. Τι να κάνουμε τώρα. Αυτή ήταν η τάση της εποχής. Τουλάχιστον οι Sepultura το έκαναν πιο πειστικά και πηγαία από οποιονδήποτε Αμερικάνο. Γιατί το έκαναν με “βραζιλιάνικο” τρόπο. Πιο αληθινό να το πω; Πιο ωμό; Έλα, απλά πες ότι ήταν από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του πλανήτη εκεί στα early to mid 90s. Έτσι, ακόμα κι όταν αυτό που παίζουν δεν είναι ρε παιδί μου αυτό στο οποίο αρέσκεσαι κανονικά… ε, και πάλι σε τραβάνε με την ακαταμάχητη ελκτική δύναμη ενός Refuse/Resist ή ενός Biotech is Godzilla εντελώς ενδεικτικά. Όταν η απλοϊκή ριφιά μετατρέπεται σε ατού, όταν το χοροπηδηχτό δεν σε κάνει να νιώθεις εκείνη την ενοχλητική αποσύνδεση από τις ρίζες του ακραίου ήχου, όταν τα χαμηλά κουρδίσματα αντί να σκορπίσουν βαβούρα απλά ενισχύουν το σκοτεινό κλίμα, η μαρκίζα γράφει (σχεδόν) πάντα/μόνο “Sepultura”. Ο τελευταίος μεγάλος δίσκος τους.