2000
The Best of the Rest
(25 in total)
Tier B
- Armored Saint - Revelation
Χρονιά μεγάλων επιστροφών το 2000 - και για συγκροτήματα που ξαναβρήκαν τη φόρμα τους, και για άλλα που βρίσκονταν σε αδράνεια και επαναδραστηριοποιήθηκαν με εντυπωσιακό τρόπο. Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι καλοί μας Armored Saint, με το Revelation, πρώτο άλμπουμ μετά από σχεδόν δεκαετία, να θυμίζει πόσο μεγάλο γκρουπ είναι στον χώρο του ατόφιου heavy/power. Τα είπε πολύ καλά ο @hopeto και για τη φωνάρα, τις ριφάρες, τις σολάρες, τις κομματάρες, όλα, οπότε εγώ απλά θα προσθέσω ένα εξαιρετικό απόσπασμα από το ίντερνετ (συγκεκριμένα, από κριτική στα μεταλαρκάιβς), το οποίο τα λέει όλα και για τους Saint και για το αληθινό πνεύμα του heavy metal:
(…) that’s another important element to the feel of a metal album (…) the lurking loneliness of the lone wolf. Where once there was a group of rebels, now there is a single road warrior. His gang of misfits had long jumped ship, citing “the times” as a primary reason for change. Our hero knows the real reason: no one wants to be alone when the gas runs out and the vultures circle overhead.
4 στα 4 για τους Borknagar, το συγκρότημα - λίρα εκατό στον χώρο του progressive black metal. Ενώ οι περισσότεροι από τους πρωτοπόρους της νορβηγικής σκηνής εκείνη την περίοδο ασχολούνται με τη δημιουργία cyberpunk/δυστοπικών/εφιαλτικών ηχοτοπίων, ο Brun παραμένει στοχοπροσηλωμένος στο δικό του όραμα, την εξερεύνηση του Ωραίου μέσα στη Μουσική του Κακού, αυτή τη φορά περιορίζοντας το folk στοιχείο και ρίχνοντας το βάρος σε ένα reimagining της αισθητικής των 70s, κυρίως μέσω της χρήσης των πλήκτρων. Το αποτέλεσμα είναι ένα μουσικό ταξίδι στον έναστρο ουρανό, πολλαπλά ενισχυμένο από τις όπως πάντα ασυναγώνιστες ερμηνείες του ICS Vortex. Ειδικά αυτό το Colossus είναι ό,τι ακριβώς δηλώνει, ένα κολοσσιαίο αριστούργημα που αφήνεσαι στη μαγεία του και ανανεώνεις τους όρκους πίστης στους συντελεστές του.
- Dawnbringer - Catharsis Instict
Ο Chris Black με τους Dawnbringer συνεχίζει να παίζει μπάλα μόνος του σ’ αυτό το τόσο ιδιαίτερο ύφος, που θα το περιέγραφα ως epic blackened speed metal (!). Απίθανο υβρίδιο, γεννημένο θαρρείς από την πιο αρρωστημένη φαντασία, ή που ως περιγραφή είναι σαν να προέκυψε από κάποιον metal subgenres generator. Προφανώς και δεν θα έπρεπε να λειτουργεί, έλα όμως που λειτουργεί. Βασικό χαρακτηριστικό, αυτό το απόκοσμο παρατεταμένο γρύλισμα, σχεδόν σαν ψίθυρος που θέλει να γίνει κραυγή αλλά κάτι τον εμποδίζει, και είναι σαν να σου λέει “μη δίνεις σημασία, απλά δεν ήθελα να είναι instrumental ο δίσκος - τα riffs άκου απλά”. Αυτό ακριβώς κάνουμε λοιπόν, και βγαίνουμε ασπροπρόσωποι. Ο Black, όπως θα αποδείκνυε αρκετές ακόμα φορές στο μέλλον, έχει αυτή τη μοναδική ικανότητα να σου πετάει θέματα 100% άμεσα και πιασάρικα μέσα στην ενέργεια και την επική τους διάθεση. Ξεχωριστή, ασυμβίβαστη δισκάρα.
Εκεί στα mid to late 00s - early 10s ξύπναγα με Dropkick Murphys, κοιμόμουνα με Flogging Molly και τούμπαλιν, είχα φέρει γνωστούς, φίλους, συγγενείς στο σημείο να μου λένε ΣΚΑΣΕ ΠΙΑ ΜΑΣ ΕΠΡΗΞΕΣ Μ’ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΙΡΛΑΝΔΟΥΣ, τέτοιο κόλλημα. Αυτήν την περίοδο λοιπόν στο παιχνίδι τιμώ με κάθε ευκαιρία εκείνες τις ωραίες αναμνήσεις, που αντέχουν και στο τώρα. Γιατί μπορεί να “μου έχει περάσει” γενικά, αλλά ακόμα όποτε βάζω κάποιον από εκείνους τους δίσκους, σαν το Swagger καλή ώρα, περνάω τόσο ωραία με εκρηκτικά κομμάτια όπως το Devil’s Dance Floor ή το Black Friday Rule, όπου ο Dave King (hilariously, στα 80s ήταν μέταλλο και τραγούδαγε στους Fastway του Eddie Clarke!), η πιο γνήσια μορφή του χώρου - καθότι actual Ιρλανδός - αφηγείται την ιστορία της μετανάστευσής του στην Καλιφόρνια και όταν τραγουδάει The buildings they shake, but my heart it beats still / Oh mother of Jesus, I feel pretty ill / I want to go home, where my feet both feel safe / But there ain’t no jobs in the old Free State! θέλω να τον πάρω μια μεγάλη αγκαλιά τον μπαγάσα.
- The Haunted Made Me Do It
Έτσι, χωρίς παύλα, φαίνεται πιο γαμάτο. Είναι όμως το μουσικό του περιεχόμενο πιο γαμάτο απ’ αυτό του ντεμπούτου; Εντάξει, όχι, και δεν ήταν και πολύ ρεαλιστικό εδώ που τα λέμε. Παρότι η θρας λύσσα παραμένει, δεν ισχύει - δεν θα μπορούσε να ισχύει - το ίδιο και με τον παράγοντα “σοκ και δέος”, αντ’ αυτού έχουμε πια την επιβεβαίωση της ζωτικότητας της θρας πρότασης των Haunted. Λίγο πιο κοντά στο death metal βέβαια αυτή τη φορά (στο death metal των At the Gates, εννοείται), κάτι στο οποίο συμβάλλει και η χροιά του νέου frontman της μπάντας, Marco Aro, ο οποίος σίγουρα δεν φτάνει σε επιθετικότητα τον Peter Dolving (πολύ λίγοι μπορούν να καταφέρουν κάτι τέτοιο) αλλά δίνει τσαμπουκαλεμένες και με το παραπάνω ερμηνείες. Κατά τ’ άλλα, εντάξει, αν δεν είναι thrash anthem ένα Bury your Dead δεν ξέρω ποιο είναι.
- Iron Maiden - Brave New World
Ο δίσκος - ελέφαντας στο δωμάτιο για το 2000. Ή τουλάχιστον έτσι υπολόγιζα μέχρι που είδα μέχρι και πρωτιά να παίρνει, κάτι που με έκανε να χαμογελάσω αυθόρμητα. Πάμε λοιπόν να αναμετρηθούμε μαζί του: Είναι το BNW ένας άψογος Maiden δίσκος; Σε καμία περίπτωση. Πάσχει από όλα τα κουσούρια των ύστερων Maiden και φωνάζει απελπισμένα για την ανάγκη να το πιάσει κάποιος σοβαρός παραγωγός, ένας Martin Birch (αντί ενός “ό,τι πεις Steve” τσάτσου) και να του κάνει ένα γενναίο edit. Από την άλλη: Έχει ποιότητα και μια γλυκιά αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας μέσα από στιγμές που σε κάνουν περήφανο για τους Maiden; Έχει και παραέχει. Ξεπερνάμε το πολλαπλό fail με το Wicker Man (δεν έφτανε η ξετσίπωτη αντιγραφή Priest και Queensryche, έβαλαν και τη λάθος εκδοχή, αντί αυτής του single με ρεφρέν τουλάχιστον 100 φορές πιο γαμάτο…) και στήνουμε πανηγύρι με ομότιτλο, Ghost of the Navigator, Mercenary, Dream of Mirrors, Fallen Angel, Nomad, Out of the Silent Planet… Τελευταία ερωταπάντηση λοιπόν: Είναι το BNW ο τελευταίος πραγματικά πολύ καλός δίσκος Maiden; Ναι, δυστυχώς.
Από τις πιο συναρπαστικές ανακαλύψεις του 2000 ήταν για μένα οι Jacobs Dream. Πόσο μας (μου) είχε λείψει ένα συγκρότημα να παίζει λυρικό prog/power στην αμερικάνικη παράδοση: Με δύναμη και μελωδικότητα. Με απίθανα riffs και solos. Με πλήκτρα όσο χρειάζεται για να δημιουργηθεί αυτή η iconic δραματική ατμόσφαιρα των καλύτερων εκπροσώπων του είδους από τα 80s. Και με μια φωνή απ’ αυτές που ήδη το 2000 σπάνιζαν πια, μια μοναδική προσέγγιση, Geddy-meets-Tate-meets-Midnight (!), να παίρνει άριστα σε όλους τους τομείς - θεατρικότητα, ζεστασιά στα χαμηλά και μεσαία, πώρωση και συγκίνηση στις απαραίτητες (ναι! εδώ είναι!) κραυγές. Θυμάμαι ακόμα την εμπειρία εκείνης της πρώτης ακρόασης, κατόπιν παρότρυνσης συμφορουμιτών, εκείνο το σκίρτημα στο πρώτο λεπτό του Kinescope… Καλή και απαραίτητη η πρόοδος, αλλά καμιά φορά εύχομαι να είχαμε περισσότερα συγκροτήματα τόσο υπέροχα “οπισθοδρομικά”.
Ένα μήνυμα σε σήματα μορς αντηχεί στο μυαλό ενός ανθρώπου ο οποίος βρίσκεται σε κώμα. Save Our Souls. Μέσα στο όνειρό του αρχίζει να βλέπει εικόνες Αποκάλυψης - η ανθρωπότητα αργοσβήνει, θάνατος παντού, αρχαίοι δαίμονες αφυπνίζονται, ο ουρανός βάφεται κόκκινος από αίμα και στο τέλος δύο πόρτες μπροστά του που μόνο η μία οδηγεί σε απόδραση από τον εφιάλτη. Ποια θα διαλέξει; Εντάξει εδώ που τα λέμε σαν ιστορία δεν είναι κάτι το τρομερό, οι αγαπημένοι Σουηδοί power/thrashers δεν είναι και οι πιο αριστοτεχνικοί conceptual storytellers. Το θέμα είναι ότι αυτές τις εικόνες που σκάρωσαν τις ντύνουν με ιδανική μουσική, βίαιη, τεταμένη, θεοσκότεινη, με όλα τα στοιχεία από τους προηγούμενους δίσκους που έκαναν εμάς τους λίγους αμετανόητους οπαδούς τους. Άντε και σε λίγα χρόνια επανακτούν την Μοργκάνα τους, να μην είναι πια λειψό το όνομα, και να βγάλουν και (μάλλον) το magnum opus τους.
- Lucifer War - In Anadi’s Bower
Για να δούμε, θα τους αναφέρει κανείς άλλος; Σε μια χρονιά ηχηρών comebacks, τούτο δω παίζει να ήταν το πιο απροσδόκητο και “τι λες τώρα” απ’ όλα. Γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του '70 (!), το In Anadi’s Bower των Νορβηγών Lucifer Was (βασικά μήπως ο πλήρης τίτλος είναι Lucifer Was In Anadi’s Bower; Όλο κάτι τέτοιους περίεργους συνειρμούς κάνω αυτή τη βδομάδα, αλλά δεν θα γαμούσε;) επιτέλους ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 2000, και παρουσιάζει ένα πραγματικά μοναδικό heavy/folk/prog rock κράμα, μελωδικό, λυρικό, ταξιδιάρικο, πα-νέ-μορ-φο. Έχω διαβάσει παραλληλισμούς με Jethro Tull - προσωπικά δεν ακούω πολλές ομοιότητες, δεν ξέρω ποιο άλλο (obscure ή μη) 70s group μπορεί να ενέπνευσε αυτό το διαμαντάκι, το μόνο που ξέρω είναι ότι όποιον είναι οπαδός αυτής της μουσικής αλλά δεν έχει ακούσει Lucifer Was, τον ζηλεύω. They’re in for a (really special) treat.
- Napalm Death - Enemy of the Music Business
Από τα γεγονότα της χρονιάς στον ακραίο χώρο, σε ό,τι με αφορά, είναι η επιστροφή των Napalm Death σε full-on grind μονοπάτια με το σαρωτικό Enemy of the Music Business. Καθ’ όλη τη διάρκεια των 90s οι ND είχαν πειραματιστεί με ένα σωρό πράγματα, από death και “groove” metal μέχρι industrial, alternative, noise rock κ.ο.κ., πάντα με αξιοπρεπέστατα αποτελέσματα, το 2000 όμως αποδείχθηκε περίτρανα ότι αυτό που τους ταιριάζει πάνω απ’ όλα ήταν, είναι και θα είναι η μουσική που οι ίδιοι έφεραν στο προσκήνιο, δηλαδή το grindcore. Στο Enemy… λοιπόν έχουμε ένα ατέλειωτο μπαράζ ισοπεδωτικών riffs από τους Harris/Pintado, με τους Embury/Herrera να τους κάνουν πλάτες και τον Barney να ακούγεται πιο πωρωτικός από ποτέ, και κατά τη γνώμη μου εγκαινιάζεται η καλύτερη περίοδος του συγκροτήματος, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
- Paradox - Collision Course
Ευρωπαϊκή και δη γερμανική υπόθεση, in my book, το thrash του 2000. Ένα όνομα της τευτονικής σκηνής το οποίο δεν έτυχε ποτέ της ίδιας αναγνώρισης με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους, και μετά την αδρανοποίηση της μπάντας στα early 90s σχεδόν ξεχάστηκε, ήταν οι Paradox. Ένα συγκρότημα που δεν ακολουθούσε τα χνάρια των Kreator και Sodom, αντίθετα συνδύαζε τη δική του ηχητική επίθεση με γενναίες δόσεις σχεδόν κλασικής μεταλλικής μελωδικότητας, δημιουργώντας underground classics όπως Product of Imagination, Heresy …και πλέον και Collision Course! Πραγματικά απίθανος δίσκος, ακριβώς στο μεταίχμιο μεταξύ thrash και power metal, με τον Charly Steinhauer να έχει την ιδανική φωνή για τέτοιου είδους μουσική και μαζί με τον Kai Pasemann να κεντάνε στις κιθάρες. Και ωπ ωπ ωπ τι βλέπουν τα ματάκια μου στο rhythm section; Αδερφοί Holzwarth;;;;!!! Εντάξει. Τώρα γίναμε.
- A Perfect Circle - Mer de Noms
Υπάρχει ζωή έξω από τους Tool; Για τον Maynard η απάντηση είναι καταφατική και το ντεμπούτο των A Perfect Circle είναι το πρώτο ισχυρό επιχείρημα. Πόσο Tool είναι όμως τελικά οι APC; Πολύ και ταυτόχρονα ελάχιστα. Για να εξηγηθώ, αφενός οι παραλληλισμοί λόγω φωνής είναι αναπόφευκτοι (είναι τόσο χαρακτηριστική άλλωστε αυτή η χροιά/εκφορά), αφετέρου όμως ο Howerdel έχει συνθετικές ανησυχίες που πάνε τη μουσική των APC σε πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις, π.χ. gothic και εν γένει post punk, όπως στο Magdalena. Συνολικά ο δίσκος, αν και δεν φτάνει τα επίπεδα του διαδόχου του, είναι πολύ δυνατός, με απόλυτο highlight το Judith, αν δεν κάνω λάθος το πρώτο κομμάτι στο οποίο ο Maynard ασχολείται με το πιο προσωπικό και ψυχοφθόρο θέμα της ζωής του: Το μαρτύριο της μητέρας του. Οργή και πόνος που στοιχειώνουν, feeling που δεν φεύγει όσες χιλιάδες μέρες κι αν περάσουν.
Να ξεκινήσω από μια προσωπική υπόθεση που δεν έχω ιδέα αν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα: Μήπως ο τίτλος του άλμπουμ, εκτός από το κόνσεπτ του Χρόνου (Chronos 666 ήταν ο working title), περικλείει και αυτό του Κρόνου; (Κρόνος + Χρόνος = Khronos). Θα ήταν ιδιοφυές και θα άνοιγε ένα σωρό δυνατότητες σε επίπεδο ερμηνειών / φιλοσοφικών αναζητήσεων. Anyway, κι απ’ το μυαλό μου να το 'βγαλα, ο δίσκος γαμάει. Καλή η gothic metal περίοδος των Rotting Christ, αλλά ήταν πια καιρός για μια επιστροφή στο αμιγές, αγαπημένο hellenic black metal του Non Serviam και του Triarchy of the Lost Lovers, και το Khronos το καταφέρνει με θριαμβευτικό τρόπο, με έναν σκασμό επικές/σκοτεινές κομματάρες και μια διασκευάρα στο neofolk classic Lucifer Over London. Welcome Home, Sakis.
- (The Lord Weird) Slough Feg - Down Among the Deadmen
In bitter stars that cast their shrine upon the wilderness / Rabid eyes of shamen flood the moon’s descending crest / Creeping in clairvoyance painted savages are drawn / Locked in dire sacrifice to dance and die at dawn / We are the red men / Feathers-in-our-head men / Down among the deadmen / UM-POW-WOW! Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν κάθε Slough Feg album είναι #1 και δεν με νοιάζει και καθόλου. Στο σύμπαν των Slough Feg δεν υπάρχει πιο γαμάτο, πιο επικό μέταλ. Ο πολέμαρχος Mike Scalzi εδώ βρίσκει μάλλον τον καλύτερο συμπαραστάτη του έβερ, τον τιτάνα John Cobbet, που δυστυχώς η συνύπαρξή τους δεν κράτησε πολλά χρόνια αλλά πρόλαβε να καρποφορήσει όχι μόνο τρεις φανταστικούς Slough Feg δίσκους αλλά και ακόμα τρεις εξίσου καταπληκτικές δουλειές, μέσα από το δημιουργικό όχημα του Cobbet αυτή τη φορά - αλλά γι’ αυτό θα τα λέμε από την άλλη βδομάδα. Και για μήνες ακόμα.
- Symphony X - V: The New Mythology Suite
Η δισκογραφία των Symphony X είναι σαν ένα αγαπημένο εστιατόριο, όχι πολύ μοδάτο (ας πούμε επειδή βρίσκεται σε κάποια συνοικία τύπου Λαμπρινή ή Θυμαράκια κι όχι σε κάποια “in” περιοχή τύπου Παγκράτι, Πετράλωνα, Γκάζι κ.λπ.) αλλά ούτε απλώς αυτό που λέμε “τίμιο” - μόνο ποιοτικό και αξιόπιστο. Όταν πας ξέρεις ότι οι γεύσεις, τα αρώματα, οι υφές θα είναι λίγο πολύ όπως ήξερες, με μικρές αλλά καίριες τροποποιήσεις / προσθαφαιρέσεις, και χαίρεσαι δεόντως γι’ αυτό. Η φάση είναι, για να δούμε τι έχει αυτή τη φορά το μενού; Ω, Ατλαντίδα και αρχαία Αίγυπτο; Έξοχα. Για μισό λεπτό, Αίγυπτος είπατε; Δεν έχετε ακούσει ότι σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς ο μύθος της Ατλαντίδας βασίζεται στην καταστροφή της κρητικής αποικίας στη Σαντορίνη; Τέλος πάντων, ξέχνα το, Αμερικάνοι είστε αφού. Απλά φέρτο μου να το φάω. Μμμμμμ αυτά είναι, νεοκλασικό progressive/power metal να γλείφεις και τα δάχτυλά σου. Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση κύριοι, ραντεβού στην επόμενη δισκάρα.
- The Tossers - Long Dim Road
Ώρα να πω και για άλλη μια μεγάλη αδυναμία μου από τον χώρο του celtic/folk punk, τους Tossers από το Σικάγο, που η ερωτική μου σχέση με τη μουσική τους ξεκινάει κάπου εδώ, στο Long Dim Road. Η κρίσιμη διαφορά με άλλα γνωστά συγκροτήματα του χώρου είναι ότι ενώ εκείνοι - άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο - ακούγονται σαν να πήγες σε ένα τσούρμο “κανονικών” πάνκηδων και να τους είπες “ακούστε, η σκούφια σας κρατάει από Ιρλανδία” (ή από Σκωτία στην περίπτωση των Real McKenzies), “ψηθείτε να κάνετε κάτι γι’ αυτό”, οι Tossers ακούγονται σαν να πήγες σε ένα παραδοσιακό ιρλανδικό συγκρότημα, να τους πέταξες στα πόδια ροκ όργανα και να τους είπες “ψηθείτε να κάνετε κάτι μ’ αυτά”. Με άλλα λόγια, είναι συνεχιστές αυτού που είχαν αρχίσει στα 80s οι θρυλικοί The Pogues. Βέβαια έχω και πιο αγαπημένα άλμπουμ απ’ αυτούς, αλλά και μόνο που ακούω τον σεληνιασμένο Tony Duggins σε κάτι The Ballad of NATO, Mad Riot, The Pub, Got Lucky κ.λπ., λέω ε δεν γίνεται να μείνουν απέξω.
Tier A
- Destruction - All Hell Breaks Loose
The butcher strikes back / Devastating thrash attack / An invincible force released from agony / Hail to those who obey and believe in DESTRUCTION! Όλες οι απαραίτητες πληροφορίες για το All Hell Breaks Loose παρέχονται σ’ αυτό το αξιολάτρευτα αυτοαναφορικό ρεφρέν. Το περιφρονημένο, συκοφαντημένο τευτονικό θρας ήταν ένα καζάνι που έβραζε στα late 90s - early 00s, αλλά από τις ηχηρές επανακάμψεις εκείνων των χρόνων καμία, για μένα, δεν φτάνει τον πάταγο αυτής των Destruction. Πόσα χρόνια σπαταλήθηκαν, ρε πούστη μου. Τζάμπα και βερεσέ, Για μαλακίες. Δεν πειράζει όμως. Ο Schmier είναι πάλι εδώ και δαγκώνει, με τις πιο ώριμες και λυσσασμένες ερμηνείες της ζωής του. Ο δε ήχος του άλμπουμ παίζει να είναι το απόλυτο μέταλλο, ριφάρες μες στη μούρη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Και επειδή εγώ το θέλω το κεφάλι μου, ναι, δηλώνω υπακοή και πίστη στους DESTRUCTION.
Μετά από μια καταπώς φαίνεται αγρανάπαυση πέντε χρόνων (πολλά ήτανε ρε μάγκες) το καλύτερο συγκρότημα στον κόσμο το οποίο θα έπρεπε να ακούει ο χρήστης @hopeto - αλλά για κάποιον λόγο που ξέρει μόνο αυτός, ακόμα δεν έχει κάτσει να ασχοληθεί - επιστρέφει με το, μάλλον, κορυφαίο έργο του. Μπάσιμο με το All Falls Away, μπάντζο, από πίσω κιθαριστικές “ανάσες” και από πάνω η θεά Νατάσα να σπέρνει heartbreaks με την μπλουζ φωνάρα της. Γιατί το ακούω εγώ αυτό; Δεν ξέρω, αλλά γουστάρω άσχημα. Η συνέχεια εξίσου καταπληκτική, ο ένας ύμνος μετά τον άλλον, σε alternative ύφος αλλά με progressive ψυχή. Αυτό που έκανε τούτο το συγκρότημα να ξεχωρίζει ήταν οι απίστευτες συνθετικές επιλογές του, ιδίως με εκείνες τις εντελώς out-of-the-box τονικές αλλαγές, που δεν γίνονται απλά για να γίνουν αλλά για να δημιουργήσουν μια μελαγχολία που τόσο γλυκιά δεν έχω βιώσει από πολλά άλλα συγκροτήματα.
- Fleurety - Department of Apocalyptic Affairs
Τελικά το Last-Minute Lies ήταν το ορεκτικό. Ίσα ίσα να γουρλώσεις τα μάτια και με ανοιχτό το στόμα να ψιθυρίζεις “τι φτιάξανε ρε οι παλαβοί…”. Το κυρίως πιάτο ήρθε έναν χρόνο μετά. Σου έκανε κάτι αυτό το αδιανόητο blackened jazz πείραμα; Πάρτο τώρα ξεδιπλωμένο σε όλο του το διεστραμμένο μεγαλείο, στο Department of Apocalyptic Affairs, έναν από τους πιο φευγάτους μέταλ ή περίπου μέταλ δίσκους που δημιουργήθηκαν ποτέ. Μη βιαστείς να ερωτευτείς τις κοπελιές που τραγουδάνε νωχελικά πάνω από αυτά τα ατονικά riffs και εκείνα τα εξωγήινα σαξόφωνα. Πρώτα δες τι άλλους guests έχει. Όλο το “who’s who” της νορβηγικής σκηνής έχει σκάσει μύτη εδώ και κάνει τα δικά του. Μέλη από Arcturus, Mayhem, Beyond Dawn; Είμαστε σοβαροί; Ρητορική η ερώτηση. Φυσικά και δεν είμαστε. Υποκλίσου στην avant-garde ιδιοφυία των Alexander Norgarden / Svein Egil Hatlevik και άστα τα υπόλοιπα.
Μέχρι τώρα στην αποτίμηση του 2000 είχαμε επιστροφές επιβλητικές, ψαρωτικές, αναπάντεχες/out-of-nowhere… Ώρα τώρα για την πιο συγκινητική, την πιο “δική μου” σε συναισθηματικό επίπεδο. Δεν έχω κρύψει ποτέ ότι ο Metal God είναι το ίνδαλμά μου και ειλικρινά ζηλεύω που το Resurrection (most descriptive title ever) βγήκε μόλις κάποιους μήνες πριν αρχίσω να ακούω μέταλ, να συμβάλω κι εγώ στη θάλασσα δακρύων χαράς που γεμίσανε οι πιστοί Priest-άδες. Η δήλωση προθέσεων γίνεται κραυγαλέα με το “γεια σας”, με το ομότιτλο. Τη θυμάσαι αυτή την τσιρίδα μικρέ; Σήκωσε τη γροθιά σου. Και στα καπάκια Made in Hell, λέγε, πόσο σου έλειψε αυτή η ασύγκριτη χροιά; Δεν σταματάνε τα highlights, Night Fall, The One You Love To Hate, βρε καλώς τον Μπρους, Cyberworld, Slow Down… Ακόμα και το καημένο το Twist, που όλοι το κράζουν, εμένα μια χαρά μου φαίνεται. Φυσικά άφησα για το τέλος το απόλυτο Halford κομμάτι, αυτόν τον αθάνατο ύμνο του heavy metal του 21ου αιώνα, το Silent Screams. Δεν ξέρω ρε σεις, μπορεί κάποιοι να γελάνε και να θεωρούν τεμπέλικη αυτοαναφορικότητα κάτι …so every time I scream l’m killing pain, εμένα πάλι με φτιάχνουν ακόμα περισσότερο. Μεγάλε Ρόι, αιώνια ευγνωμοσύνη που τον επανέφερες και τούτον δω στον σωστό δρόμο.
- Jag Panzer - Thane to the Throne
Ο δεύτερος καλύτερος δίσκος των Jag Panzer (μετά το εκτός συναγωνισμού Ample Destruction); Δεν ξέρω αλλά παίζει, παίζει πολύ δυνατά. ΟΚ το ότι είχαν το αξιοθαύμαστο θράσος να μελοποιήσουν Μάκβεθ είναι ολόκληρο κεφάλαιο από μόνο του. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ο τρόπος που προσεγγίζουν το όλο εγχείρημα. Οι περισσότερες μπάντες σίγουρα θα το παράκαναν με ορχήστρες, χορωδίες, τενόρους, σοπράνο, ό,τι θες - trying too hard υπό την πίεση του να δημιουργήσουν κάτι “καλλιτεχνικά επαρκές”. Όχι οι Panzer! Οι Panzer βάζουν τέτοιες πινελιές μόνο σε ορισμένα σημεία και κατά τ’ άλλα εμπιστεύονται τη δική τους μουσική. Ξέρουν ότι η ένταση και το σκότος του heavy metal, συν βέβαια ο “one-man-opera-cast” Τύραννος και ο παιχταράς Broderick, φτάνουν και περισσεύουν. Thane to the Throne = το μέταλ όπως θα έπρεπε να είναι. Θεατρικό, λυρικό, δυναμικό, συγκινησιακό, υπέροχο.
Εδώ έχουμε για μένα το καλύτερο Motörhead άλμπουμ από το 1916 και μετά, οπότε εννοείται ότι θα το έβαζα στη λίστα μου. Τρίτος δίσκος της τριάδας Lemmy / Campbell / Dee, διπλό τριάρι δηλαδή οπότε ευθυγραμμίζονται οι πλανήτες και η επιμονή του ψηλού περί “ροκενρόλ, όχι μέταλ” αποκτά το πιο ισχυρό αντεπιχείρημα έβερ - όχι αναιρώντας το πρώτο σκέλος, αλλά σμίγοντάς το με το δεύτερο με τρόπο πιο ξεκάθαρο από ποτέ. Μόλις παραπάνω από 38 λεπτά (που πέφτουν στα 35 αν κάνουμε το σώφρον πράγμα και πατήσουμε σκιπ ξέρετε πού) γεμάτα από άξεστους, αξύριστους (επιτέλους ρε ψηλέ, δεν σου πήγαινε η clean cut φάτσα), τριχωτούς δυναμίτες, με επιστέγασμα το ομότιτλο στο τέλος, όπου έχουμε και το εμβληματικό μπασομπάσιμο, μη μείνουμε παραπονεμένοι, και We are the ones you love, or we’re the ones you hate / We are the ones always too early or too late / We are the first and we just still might be the last / We are Motörhead - born to kick your ass.
- Pain of Salvation - The Perfect Element
Έχω να ομολογήσω το εξής: Το Perfect Element ποτέ δεν το ένιωσα “δικό μου” δίσκο (κάτι που π.χ. έγινε 100% με τον διάδοχό του - θα τα πούμε όταν έρθει η ώρα). Προσοχή, δεν είναι ότι το άκουγα και έλεγα “τι μαλακία είναι αυτή”. Ίσα ίσα. Πάντα με εντυπωσίαζε η μουσική του αρτιότητα, είναι φανερό ότι εδώ πέρα ακούς μια υπερταλαντούχα μπάντα at the top of its game. Κάτι με εμπόδιζε όμως να πω στον εαυτό μου “ναι, το αγαπώ αυτό το άλμπουμ” και να γεμίζει το στόμα ρε παιδί μου. Και απορούσα γιατί. Μέχρι που μου ήρθε η επιφοίτηση: Δεν χρειάζεται να αναπτύξεις τέτοια σχέση με κάθε δίσκο. Κάποιους δίσκους τους θαυμάζεις αλλά - είναι το θέμα τους; Η όλη φυσιογνωμία τους; Δεν ξέρω τι ακριβώς - κρατάς και τις αποστάσεις σου. Πώς το είπε ο φίλος μου (που εντάξει δεν θα τον ταγκάρουμε και τρεις φορές στο ίδιο ποστ); Από μακριά κι αγαπημένοι; Κάπως έτσι.
- Primordial - Spirit the Earth Aflame
Ο μεσαίος δίσκος της απόλυτης τριάδας Primordial δίσκων (ή ο δεύτερος της απόλυτης τετράδας τους - εξαρτάται από τη διάθεση, για να είμαι ειλικρινής) σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα χνάρια του αριστουργηματικού A Journey’s End, κάτι που σημαίνει ατμόσφαιρα πάνω απ’ όλα θρηνητική και ενδοσκοπική, αν και ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα στοιχεία πολεμικού κλίματος (Glorious Dawn, Children of the Harvest) που σε δυο βδομάδες θα κλειδώσει ότι οδήγησαν την μπάντα στη Θέωση. Προς το παρόν παρακαλάμε να μη σταματήσουν να επανέρχονται τα τρομερά riffs των Gods to the Godless και Burning Season. Αφηνόμαστε στη δίνη των The Soul Must Sleep και Cruel Sea, εγκαταλείποντας κάθε ελπίδα να καταλάβουμε από τι σόι υλικό είναι φτιαγμένα. Και το κραυγάζουμε κι εμείς: Η Γη πρέπει να παραδοθεί στις Φλόγες. Με το Πνεύμα.
- Spiral Architect - A Sceptic’s Universe
Τώρα, μάλιστα… Τι να γράψεις για το A Sceptic’s Universe; Όσοι το έχετε ακούσει (και οι πέντε) αυτή τη στιγμή κουνάτε το κεφάλι σας καταφατικά. Για τους υπόλοιπους, σκεφτείτε απλά τι μπορεί να γίνεται όταν βάζεις στο μίξερ Watchtower, Psychotic Waltz και Cynic… Και θα είμαι απολύτως ειλικρινής: Αν κάποιος μου πει “ρε μαν αυτό δεν ακούγεται” ή “πώς την παλεύεις με τέτοια πράγματα”, δεν θα τον ψέξω. Όχι, έτσι είναι. Δεν είναι στραβός ο γιαλός - εμείς αρμενίζουμε στραβά. Γιατί να ακούς ένα πράγμα συνεχώς υπερτεχνικό, εγκεφαλικό, στριφνό, σχεδόν απάνθρωπο, που σε πάει από τη μία ηχητική σπαζοκεφαλιά στην άλλη χωρίς να σε αφήνει να πάρεις ανάσα, χωρίς να σου δίνει ποτέ μια “κανονική” μελωδία να ανακουφιστείς; Έλα μου ντε; Δεν υπάρχει εξήγηση. Μαζόχες είμαστε. Μπαίνεις στο Σύμπαν του Σκεπτικιστή και ξεχνάς και πώς σε λένε. Αλλά - αυτό θα πω μόνο - και μόνο για την υπερέκκριση αδρεναλίνης, αξίζει.
The Top 5
NUMBER FIVE
.............

Λείπει ο Μάης από τη Σαρακοστή; Όχι βέβαια. Έτσι και εκείνη η ανεπανάληπτα δημιουργική για το black metal περίοδος δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς να βάλουν το χεράκι τους, ή μάλλον τη χερούκλα τους, οι Mayhem. Στο Grand Declaration of War οι πρωτοπόροι του δεύτερου κύματος έκαναν ό,τι και άλλα σχήματα της σκηνής: Έψαξαν μια νέα κεντρική ιδέα που θα μπορούσε να εκφράσει τι σημαίνει black metal στο κατώφλι του 21ου αιώνα. Και βρήκαν αυτό το theme στον Πόλεμο. Η ανατριχιαστική εικόνα του θανάσιμα πληγωμένου περιστεριού φτιάχνει το κλίμα, και το μουσικό περιεχόμενο του δίνει και καταλαβαίνει. Πέρα από τα ασυμβίβαστα δαιδαλώδη riffs του Blasphemer, πολλοί θα γκρίνιαξαν ότι καινοτομίες όπως οι εμβατηριακοί ρυθμοί, οι καθαρές κραυγές και οι ρομποτικές παραμορφώσεις του Maniac, οι ηλεκτρονικοί παλμοί, “δεν είναι black metal”. Εγώ λέω πως είναι ό,τι πιο black metal μπορεί να υπάρξει. Με το “πνεύμα” και όχι το “γράμμα” του είδους.
NUMBER FOUR
.............

Από τις πιο θεαματικές μεταμορφώσεις στην πρόσφατη ιστορία της σκληρής μουσικής πρέπει να ήταν αυτή που υλοποίησαν οι Cave In από τον πρώτο στον δεύτερο δίσκο τους. Από κει που στο Until Your Heart Stops έπαιζαν ένα στριφνό, χαοτικό metalcore/mathcore όχι μακριά από όσα έκαναν την ίδια περίοδο οι Botch και οι Dillinger Escape Plan, στο Jupiter, ούτε δύο χρόνια μετά, δεν ξέρω τι μύγα τους τσίμπησε και πέταξαν στα σκουπίδια τα πάντα: από τους σπαστικούς ρυθμούς μέχρι τα γνωστά σκισμένα φωνητικά - και παρουσίασαν στην εμβρόντητη σκηνή ένα ψυχεδελικό, ονειρικό, διαπλανητικό, θορυβώδες και ταυτόχρονα αβάσταχτα μελωδικό heavy/progressive rock. Ακόμα αναρωτιέσαι αν πέτυχε το make-over; Βάλε το ομότιτλο, ή το Big Riff, ή το New Moon, και έλα πες μου. Δεν έχουν πολλές μπάντες το ταλέντο και την κλάση να γράψουν τόσο μεγαλειώδεις συνθέσεις. Πάμε να κατακτήσουμε και κοτζάμ Δία ρε τρελιάρηδες;
NUMBER THREE
.............

Αν το 2000 υπήρχε ακόμα κόσμος που επέμενε να θεωρεί τους Spiritual Beggars “stoner” συγκρότημα, ο νέος τους δίσκος, το Ad Astra, διέλυσε με πάταγο κάθε σχετικό παπατζιλίκι. Και τα τελευταία τέτοια υπονοούμενα που υπήρχαν στα προηγούμενα albums της μπάντας - και τα οποία έτσι κι αλλιώς ήταν επί της ουσίας παραπλανητικά - εδώ πια έχουν εξαφανιστεί και προβάλλει σε όλο του το μεγαλείο το ατόφιο hard rock / heavy metal των Beggars. Απλά να μωρέ, μπαίνει στη νέα χιλιετία αφήνοντας την αίσθηση ότι αγνοεί σχεδόν* πλήρως την “επεκτατική” περίοδο των 80s και ότι μένει αφοσιωμένο στα πιο “ρομαντικά” 70s. Προς τι ο αστερίσκος, ρωτάς; Άκου το Sedated και θα καταλάβεις. Μήπως μπορούμε να το πούμε… hard rocking thrash τούτο δω; Εγώ λέω ναι. Κατά τ’ άλλα το εθιστικό groove ενός Angel of Betrayal δεν έχει βρει ακόμα το ταίρι του, ούτε η ορμή ενός Goddess, και αν δεν ήταν κάτι χαζοί να ανάψουν αναπτήρες στο Mantra σε εκείνο το live στο Ρόδον, γενόμενοι βούκινο στο Χάμερ, θα ήταν όλα τέλεια.
NUMBER TWO
.............

Τρία χρόνια μετά τον υπέρτατο καλλιτεχνικό θρίαμβο του A Pleasant Shade of Gray, οι Fates Warning έχουν επιτέλους έτοιμο το νέο τους αριστούργημα. Disconnected και η (τόσο Fates-ική) αμφισημία του μουσικού περιεχομένου είναι αυτό ακριβώς που χρειαζόμασταν / θέλαμε: Από τη μία εισακούμε την ανάγκη να πάμε παραπέρα, παρακάτω, όπως θες πες το, από την άλλη όμως δεν θέλουμε ακόμα να αφήσουμε εντελώς πίσω μας τη μαγεία του APSOG - και έτσι …we kinda linger. Πειράζει; Όχι βέβαια. Δώσε μας κι άλλον progmetal μινιμαλισμό λέμε. Ο αδιαφιλονίκητος GOAT του είδους, Jim Matheos, τον ξέρει τον τρόπο. Χρειάζεται μόνο ένα επαναλαμβανόμενο bend (με υπέροχη πλάτη από τον Kevin τον Moore, που δίνει βροντερό “παρών” σε έναν ακόμα Fates δίσκο) για να μας μπάσει στο κλίμα και από κει και πέρα οι καρδιές ραγίζουν ξανά και ξανά, με κολοφώνα του όλου δημιουργήματος βέβαια μία από τις πιο συγκλονιστικές συνθέσεις που παρουσίασε ποτέ αυτό το συγκρότημα (και οποιοδήποτε συγκρότημα), το 16λεπτο - και λίγα ήταν! - Still Remains, όπου και μόνο εκείνο το σπάσιμο της φωνής του Ray στο …and a fading memory… θα αρκούσε για να σε σκλαβώσει - αλλά σιγά μην ήταν μόνο αυτό. Μητσάρα, το 'κανες πάλι το θαύμα σου…
NUMBER ONE
.............

Λοιπόν. Το Dead Heart in a Dead World είναι σχεδόν σίγουρα όχι το καλύτερο άλμπουμ των Nevermore. Fuck, υπάρχει πολύ ισχυρή πιθανότητα να μην είναι καν το καλύτερο άλμπουμ του 2000 (πήγα να γράψω “αντικειμενικά” τώρα… Ας πω απλά “με βάση αυτά που ακούω πλέον συνήθως”).
Και τότε; Πώς παίρνει αυτή την πρωτιά, κάτι που δεν κατάφεραν ούτε το Politics of Ecstasy ούτε το Dreaming Neon Black; Δεν είναι μόνο θέμα ανταγωνισμού: Το Dead Heart… έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, ως το πρώτο Nevermore και από τα πρώτα metal albums που άκουσα γενικώς. Ο νέος κιθαριστικός ήχος της μπάντας κάνει τα κομμάτια να ακούγονται πιο heavy από ποτέ, ο Warrel μπορεί να μην ηχεί τόσο αυτοκαταστροφικά έντονος όσο στα δύο προηγούμενα αλλά παραμένει ένας από τους απόλυτους metal ερμηνευτές (ειδικά στο πολύ υποτιμημένο We Disintegrate), ακόμα και η τάση του δίσκου να το γυρνάει πολύ συχνά στην μπαλάντα - κάτι που στα περισσότερα metal albums είναι πρόβλημα - λειτουργεί στα υπέρ, με τουλάχιστον 2 από τις 3 (Heart Collector και ιδίως Insignificant) να είναι σκέτο κατράμι (which is a great thing, obviously).
Άλλες τρεις σπέσιαλ αναφορές: Το Sound of Silence θα ήταν από τις καλύτερες διασκευές όλων των εποχών …αν ήταν διασκευή, γιατί πρακτικά είναι δικό τους κομμάτι - και τι κομμάτι. Το Engines of Hate είναι ένα μεγαλειώδες πανόραμα όλων όσα σημαίνουν Nevermore: Φανταστικό μπαστάρδεμα death/thrash/power/groove, Jeff Loomis - Guitar God, προσκυνήστε όλοι στο Ιερό του, συν αδιανόητο ψυχεδελοντούμ πέρασμα. Και το ομότιτλο κομμάτι είναι απλά στο πάνθεον της μπάντας, ό,τι και να πω για την ατμόσφαιρά του θα είναι λίγο.
Κατά τ’ άλλα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, οι Nevermore έχουν σχεδόν σίγουρες άλλες δύο ψήφους μου και μάλλον θα διεκδικήσουν και άλλη μία πρωτιά από μένα. Not bad.