Ολόκληρο αξίωμα έχει βγάλει γι’ αυτό ο @Sevek κι εγώ το πιστεύω επίσης φουλ
!
Ας πω κι εγώ μιαι δική μου περιπέτεια. Όπως είναι γνωστό, 25 Ιουνίου του 2005 έπαιξαν στη Μαλακάσα οι Black Sabbath, για πρώτη (και μάλλον τελευταία) φορά με την κανονική τους σύνθεση στην Ελλάδα. Δυστυχώς εκείνη τη μέρα, είχα έναν γάμο. Ήταν φίλοι, δεν μπορούσα να λείψω με τα τότε δεδομένα μου, οπότε έπρεπε να βρεθεί μια λύση, γιατί δε γινόταν να μην έχω δει ποτέ Sabbath.
Δύο μέρες πιο πριν, έπαιζαν στη Σόφια. Ένας φίλος από Θεσσαλονίκη, θα πήγαινε να τους δει εκεί, όπως έκανε εκείνη την εποχή και για άλλες συναυλίες που γινόντουσαν μόνο Αθήνα: η Σόφια του έβγαινε πάντα πιο φτηνά κι από χρόνο ήταν μία ή άλλη. Αποφάσισα να πάω μαζί του. Ο Κώστας λοιπόν με ενημέρωσε ότι υπήρχε τραίνο που πήγαινε Θεσσαλονίκη-Σόφια, αναχωρώντας στις 7 το πρωί από Θεσσαλονίκη και φτάνοντας περίπου 1 το μεσημέρι στη Σόφια. Κανόνισε τα εισιτήρια λοιπόν (περίπου 25 ευρώ με επιστροφή). Θα ερχόταν μαζί κι ένας φίλος του από Θεσσαλονίκη, οπότε θα ήμασταν τρία άτομα.
Τετάρτη 22 του μηνός, έφυγα 12 η ώρα το βράδυ από Αθήνα με κλινάμαξα. Για όσους τις είχατε προλάβει, είχαν έξι κρεβάτια μέσα στο κάθε δωμάτιο. Άραξα λίγο, άκουσα και λίγη μουσική και σε κάποια στιγμή κοιμήθηκα. Κατά τις 6 και κάτι το πρωί, έφτασα Θεσσαλονίκη, όπου βρήκα τον Κώστα και τον Παναγιώτη (τον φίλο του) και στις 7 ξεκινήσαμε για Σόφια. Στον δρόμο θυμάμαι λέγαμε για την πρόσφατη τότε επανασύνδεση των Cream, αλλά και γενικότερα περί μουσικής.
Το δρομολόγιο που πήγαινε Θεσσαλονίκη-Σόφια λοιπόν, μόλις έφτανε στα σύνορα σταματούσε για έλεγχο διαβατηρίων. Μπαίνανε κανονικά Βούλγαροι, παίρνανε τα διαβατήρια και μετά από κάνα εικοσάλεπτο επέστρεφαν και τα έφερναν απ’ όσο θυμάμαι. Κάτι άλλο που συνέβαινε ήταν ότι από τα βαγόνια αποκολλούταν η ελληνική μηχανή κι ερχόταν και κούμπωνε μια βουλγαρική μηχανή, η οποία και τα πήγαινε από τα σύνορα μέχρι τη Σόφια.
Φτάσαμε μια χαρά εκεί, κάναμε τις βόλτες μας, ο Κώστας ήξερε διάφορα μέρη, μιας και είχε πάει ήδη αρκετές φορές. Θυμάμαι μας πήγε σε ένα δισκάδικο και πήρα και το Souvenirs των Gathering σε κασέτα, που είχε κυκλοφορήσει μόνο στη Βουλγαρία, στην ιλιγγιώδη τιμή των 2 ευρώ. Φάγαμε, περπατήσαμε στο κέντρο της ψιλοκαταθλιπτικής Σόφιας (τρία χρόνια πριν που ξαναπήγα, παραμένει έτσι σε μεγάλο βαθμό), εντυπωσιάστηκα με τις πινακίδες που βρίσκονταν έξω από καζίνο και club και απαγόρευαν να μπαίνει κάποιος σε αυτά οπλοφορώντας και ξεκινήσαμε για το στάδιο Vasil Levski, όπου θα γινόταν η συναυλία. Σημειωτέον ότι ΔΕΝ είχαμε εισιτήρια, θα βγάζαμε εκεί.
Επιλέξαμε κάποια εισιτήρια που και καλά ήταν “VIP” και είχαν 25 ευρώ αντί για 15 ευρώ που είχαν τα GA (θυμίζω ότι Μαλακάσα είχε 60, γι’ αυτό πήγαινε Βουλγαρία ο άλλος συνέχεια
), αλλά μόλις είδαμε ότι ήταν στην κερκίδα, κατεβήκαμε και μπήκαμε στην αρένα, χωρίς να αντιμετωπίσουμε κάποια δυσκολία. Υπόψιν, κουβαλώντας backpacks όλοι κλπ. Γίνεται το live, είδαμε δύο βουλγάρικα support, είδαμε και τον νοτιόβλαχο από το New Jersey (Velvet Revolver δεν είχε το μενού δυστυχώς, οπότε χάσαμε τον Weiland), είδαμε και τους Θεούς! Γαμώ ήταν το live, προφανώς και χωρίς να έχω πάει στης Ελλάδας ξέρω ότι δεν “έπιασε” την ίδια ατμόσφαιρα, αλλά περάσαμε πάρα πολύ ωραία.
Τελειώνει το live. Δεν είχαμε κανονίσει διαμονή, σκοπεύαμε να πάμε στον σταθμό του τραίνου, να αράξουμε εκεί και να φύγουμε κατά τις 6-7 που έφευγε το τραίνο μας για Θεσσαλονίκη. Εδώ ξεκινάνε τα καλά
. Μπαίνουμε σε ένα τραμ μαζί με πολύ άλλο κόσμο και ξεκινάμε για το κέντρο. Το τραμ πήγαινε κανονικά, μέχρι που οι δείκτες του ρολογιού έδειξαν μεσάνυχτα. Ως άλλη Σταχτομπούτα, ο οδηγός του τραμ ακινητοποίησε το όχημα, άνοιξε τις πόρτες και μας κατέβασε ΟΛΟΥΣ κάτω, στη μέση του πουθενά
. Αρχίσαμε να ακολουθούμε τη ροή του κόσμου, κάποια στιγμή πετύχαμε θυμάμαι κι έναν Έλληνα που σπούδαζε εκεί και ψάχναμε ταξί. Τα ταξί εκεί μπορούσες να καταλάβεις αν ήταν ελεύθερα από ένα μικρό led που είχαν χαμηλά δεξιά στο παρμπρίζ. Μετά από πολλά κόκκινα ledάκια, πετύχαμε ένα πράσινο, σταματήσαμε τον δύστυχο ταρίφα και μπήκαμε μέσα. Αφήσαμε κάπου ενδιάμεσα τον Έλληνα και εμείς πήγαμε στο κέντρο. Θυμάμαι πληρώσαμε κάτι του στυλ 1-2 ευρώ, με πετρέλαιο πιο ακριβό από Ελλάδα (γι’ αυτό τον είπα δύστυχο). Πήγαμε και φάγαμε στο μόνο εστιατόριο που ήταν ανοιχτό, το οποίο ήταν και σχετικά κυριλέ, με όλες τις κοπέλες που δούλευαν σε αυτό να είναι πάρα πολύ όμορφες. Πληρώσαμε κάνα 10ευρο (και οι τρεις μαζί) και μετά πήγαμε στον σταθμό των τραίνων.
Ο οποίος ήταν κλειστός. Ήταν κάπου 2 το βράδυ και θα άνοιγε κατά τις 5. Κοιτάξαμε κάτι ξενοδοχεία εκεί γύρω για να μείνουμε λίγες ώρες, αλλά τζίφος. Έτσι αναγκαστήκαμε να αράξουμε σε κάτι καρέκλες μιας (κλειστής) καφετέριας έξω από τον σταθμό, μέχρι να έρθει μετά από λίγο ένας φύλακας και να μας διώξει. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, δεν κάναμε και τίποτα
. Εγώ που δεν είμαι και δύσκολος, ξάπλωσα σε ένα πεζούλι και κοιμήθηκα, μιας και δεν είχαμε τίποτα άλλο να κάνουμε. Όσο μεγαλώνω και το σκέφτομαι, αναρωτιέμαι τι μαλακία ήταν
, αλλά τώρα πάει, πέρασε επιτυχώς
. Στις 5 άνοιξε ο σταθμός και μπήκαμε να συνεχίσουμε ύπνο στα παγκάκια εντός, μέχρι να φύγουμε για Θεσσαλονίκη και στο καπάκι εγώ για Αθήνα (είχα κλείσει τραίνο)! Ξημέρωνε 24 Ιουνίου 2005…
…και στην Ελλάδα, για όποιον θυμάται (εγώ το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, για την ακρίβεια δε θα το ξεχάσω ποτέ
) είχαν απεργία τα πάντα. Το πρώτο και βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε όντες στο τραίνο προς Θεσσαλονίκη, ήταν ότι δε θα ερχόταν ποτέ η ελληνική αμαξοστοιχοία για να παραλάβει τα βαγόνια μας από τα σύνορα. Υπόψιν, το δρομολόγιο είχε μέσα έξι (ολογράφως: έξι) άτομα. Εμάς τους τρεις, έναν άλλον Έλληνα που είχε πάει για δουλειά στη Σόφια και δύο Βούλγαρους. Όταν φτάσαμε στα σύνορα λοιπόν, στη βουλγαρική πλευρά, κατεβήκαμε όλοι από το τραίνο. Εκεί υπήρχε ένα γραφείο του ΟΣΕ στο οποίο ήταν δύο Έλληνες υπάλληλοι - αυτοί δουλεύανε εκείνη τη μέρα. Κάνανε οι άνθρωποι διάφορα κανονίσματα λοιπόν από εκεί μέσω τηλεφώνου και μας είπαν να ακολουθήσουμε τις οδηγίες τους. Έτσι, περπατήσαμε πάνω στις γραμμές, φτάσαμε στα σύνορα, περάσαμε με τα πόδια (έτσι έγινε, μη γελάτε) και πήγαμε στον σιδηροδρομικό σταθμό του Προμαχώνα, δίπλα στο Ρούπελ. Ο Έλληνας που μας “έλεγξε” στα σύνορα μας ρώτησε “δεν πιστεύω να έχετε τίποτα παράνομο πάνω σας;”, εμείς είπαμε “όχι, όχι” και περάσαμε. Φαντάζομαι δείξαμε ταυτότητες ή διαβατήρια, δε θυμάμαι καν.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό μας περίμεναν δύο ταξί μισθωμένα από τον ΟΣΕ. Μπήκαμε εμείς οι τρεις στο ένα και οι άλλοι τρεις στο άλλο και μετά από καμιά ώρα φτάσαμε στον ΟΣΕ στη Θεσσαλονίκη. Εννοείται δεν πληρώσαμε, απλώς οι ταρίφες έβγαλαν φωτοτυπία τα εισιτήριά μας για να πληρωθούν από τον ΟΣΕ κι εμείς πήγαμε και τα παραδώσαμε στο γκισέ, κάπως έτσι έγινε. Οι άλλοι πήγαν να ξεκουραστούν κι εγώ δεν είχα πώς να γυρίσω Αθήνα, μιας και όπως είπαμε, τραίνα δεν υπήρχαν Πήγα λοιπόν για έναν καφέ στο Bolivar με τον φίλο μου τον Edlund που τότε έμενε στην πόλη
και τελικά έμαθα ότι το απόγευμα θα έφευγε ΚΤΕΛ για την Αθήνα. Μάλλον επειδή είναι ιδιωτικά, είχαν κάποια λάσκα, κάτι τέτοιο έγινε. Πήγα στο ΚΤΕΛ και έφυγα για Αθήνα, φτάνοντας σπίτι μου μετά τα μεσάνυχτα. Μετά από 50 ώρες, έβγαλα τα παπούτσια μου…
Την επόμενη μέρα εσείς Sabbath κι εγώ γάμο μέχρι τις 5 το πρωί στην Ελευσίνα
…