Στα πλαίσια της συζήτησης που είχαμε για τις αμβλώσεις, και για το πώς δεν είναι μόνο ένα και αυτό το πρόβλημα, αλλά μία γενικότερη κατάρρευση του δημοσίου συστήματος υγείας, το οποίο στηρίζει την δημόσια και δωρεάν πρόσβαση στην υγεία στην περίπτωση, χωρίς δικλείδες ασφαλείας, ένα ακόμη άρθρο που δείχνει το πρόβλημα, από άλλη σκοπιά αυτή τη φορά:
Οι επαγγελματίες υγείας που έχουν λάβει σχετική επιμόρφωση σε LGBTQI+ ιατρικά ζητήματα εμφανίζουν σαφώς πιο θετική στάση, ωστόσο η εκπαίδευση αυτή δεν είναι υποχρεωτική και επαφίεται στην ατομική πρωτοβουλία του κάθε γιατρού. Από το Υπουργείο Υγείας δεν υφίσταται συστηματική πολιτική επιμόρφωσης για ζητήματα που αφορούν LGBTQI+ ασθενείς. Και αυτή η επιμόρφωση δεν είναι τόσο συχνή.
Χμ, δεν είπα ακριβώς αυτό, αλλά οκ, αυτή η συζήτηση δεν έχει να κάνει με την ακριβολογία. Σε κάθε περίπτωση, δεν πιστεύω ότι κάποιος εδώ μέσα είναι κεφαλαιοκράτης. Όλοι έχουμε κάποιο skin in the game, μικρότερο ή περισσότερο. Όλοι καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις, άλλες εύκολες, άλλες δύσκολες. Όπως και να 'χει, όμως, προσωπικά αρνούμαι να δεχτώ αυτό που βλέπω.
Και ήρθε ώρα για λίγο story time:
Ήμουν στο στρατό, κι είχαμε έναν τύπο ο οποίος ήταν η κλασική περίπτωση “καλή καρδιά, άθλιος χαρακτήρας”. Κοντός, γυμνασμένος, έδινε την εντύπωση ότι είχε πάει σχολείο παρεμπιπτώντως, έπιαναν τα χέρια του στα κατασκευαστικά, 20-21 ετών, πολλή φτώχια και δυσκολία στη ζωή. Είχε πολύ χιούμορ, αλλά αν σ’ έκοβε κι έβρισκε τι σ’ ενοχλεί, θα σου ζάλιζε τ’ αρχίδια, οριακά bullying, αλλά επειδή στρατός, μόνο πείραγμα.
Μεσημέρι στη λέσχη, τον συζητούσαμε οι πιο “παλιοί” (είχε κάνα διβδόμαδο που είχε έρθει), και όλοι λέγανε ότι ήλπιζαν να του δώσουν καμιά αναβολή να τον διώξουν, γιατί δεν τον ήθελαν. Σκέφτονταν μάλιστα να του κάνουν αναφορά να τιμωρηθεί. Εκεί μπήκα εγώ στην κουβέντα και λέω “Εντάξει, δεν είναι κακός. Μαλακάκος, αλλά θέλει να τον πάρεις με το καλό, έχει μεγαλώσει και δύσκολα, γάμησέ τον, live and let live”. Εκεί με κοιτάζει στα μάτια ένας, και μου κάνει “Κι άλλοι έχουμε μεγαλώσει δύσκολα, δεν γαμάμε τη μέρα των υπόλοιπων”.
Για μένα αυτή είναι μόνο μία απλή ιστορία για το πώς εν τέλει η (προνομιακή) κατανόηση και η ευελιξία μου πετύχαινε μόνο ένα πράγμα: να αντιμετωπίζω πατροναριστικά έναν άνθρωπο σαν να ζει μόνο σε μονόδρομους, να μην του αναγνωρίζω καμία ευθύνη αλλαγής, και ταυτόχρονα να προσβάλλω άλλους στη θέση του ή αυτούς τους οποίους δυσκόλευε με την συμπεριφορά του.
Δεν είναι ζήτημα μόνο μεγαλοστομίας και επαναστατικότητας. Είναι και πού τραβάς τη γραμμή στο τέλος της ημέρας, με τι μπορείς να κοιμάσαι ήσυχος. Συμφωνώ ότι ο αψήφιστος ιδεαλισμός δεν βοηθάει πουθενά. Δεν βοηθάει, όμως, ούτε το πατρονάρισμα. Ή αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι η στάση μας έχει και ευθύνες/συνέπειες και να πορευτούμε με αυτές, ή ας αποδώσουμε όλα τα κακά της μοίρας μας στο ότι “τα πράγματα είναι έτσι”. Μεταξύ του 0% ευθύνη και 100% ευθύνη, υπάρχει μεγάλο διάστημα. Ας το ανακαλύψουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεκινήσουμε να συζητάμε ουσιαστικά για αλλαγές. Όλες οι άλλες κουβέντες, απομακρύνουν την αλλαγή.