Μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής

Παλαμας…μεγας μυστης…:wink:
και Ριτσος after

[CENTER][SIZE=“4”]ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ[/SIZE]

[SIZE=“3”]Οι γάτες τ’ Άι-Νικόλα[/SIZE][/CENTER]

Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ
.

“Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα …”, μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
“… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!”
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
“Τρία καρτίνια αριστερά” μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

… ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

“Παράξενο”, ξανάειπε ο καπετάνιος.
"Τούτη η καμπάνα -μέρα που είναι-
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

“Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
-σαράντα χρόνια αναβροχιά-
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Άι-Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή! Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι”.
“Γραμμή!” αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τιμή σ? εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ? ίσιοι σ? όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ? ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ? εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ? οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κώστας Καβάφης

ΥΓ
Ίσως ο μεγαλύτερος ποιητής που πέρασε απο την Ελλάδα
μαζί με τον Καρυωτάκη
Αυτοί οι 2 είναι οι αδυναμίες μου

εννοειται ο μεγιστος
[SIZE=“5”]Γιάννης Ρίτσος!!![/SIZE]

και Νίκος Καββαδίας

Δημουλα ξεχασαμε ρε παιδια, Δημουλα.

Ερεβος

Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.

mindfuck τα ποιηματα της (μπορεις να το πεις και για ποιηματα?), παιζει με τις λεξεις, υπεροχα τα θεματα και οι αφορμες που παιρνει και ειναι ο ορισμος της γυναικειας ποιησης.

Ξερω οτι δεν εχει τοση σημασια αλλα χθες βραδυ μου ειπαν οτι ειναι νεοδημοκρατισσα και ξενερωσα λιγο.

Παραλιγο η στεγνη αναλυση των ποιηματων μεγαλων ποιηματων στην 3η λυκειου να μου στοιχισει. Αλλα η αγαπη για Ριτσο, Καβαφη, Καββαδια και Δημουλα ειναι μεγαλη. Ευκαιρια να ξαναδιαβασω Τραβερσο και Μαραμπου

ρίτσος

[CENTER]Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X. [/CENTER]

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ’ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ? έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ? έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ? η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ’ αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν? απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε?
στα χείλη του διαρκώς τ? όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ? έναν σταυρό.?
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ? έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ? εμάς.
Aπ? όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ? αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ? τον κύκλο μας, κ? έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος ? ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.?
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ? εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ, ξ έ ν ο ς π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.?
Πετάχθηκα έξω απ? το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ? την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη

                               [FONT="Book Antiqua"]Κ.Π. Καβάφης[/FONT]

[CENTER]Δρόμος[/CENTER]

Τώρα μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια.

Τώρα θανάσιμη
νύχτα με ζώνει.
Μέσα μου ογκώνονται
οι άφραστοι πόνοι.

Μ’ είδαν, προσπέρασαν
όσοι αγαπάω.
Μόνος απόμεινα
κι έρημος πάω.

Πόσο τ’ ανέβασμα
του άχαρου δρόμου!
Στρέφω κοιτάζοντας
προς τ’ όνειρό μου

Μόλις και φαίνονται
οι άσπρες εικόνες.
Τ’ άνθη, χαμόγελα
μες στους χειμώνες.

Αεροσαλεύουνε
κρίνοι και χέρια.
Ηλιοι τα πρόσωπα,
μάτια τ’ αστέρια

Είναι και ανάμεσα
σ’ όλα η αγάπη
Στο πρωτοφίλημα
κόρη που εντράπη.

Κι όλο μακραίνουνε
πύργοι, παλάτια.
Κλαίνε μου οι θύμησες,
κλαίνε τα μάτια…

           [FONT="Book Antiqua"]Κ.Γ. Καρυωτάκης[/FONT]

ΕΡΗΜΗΝ
Σημειώθηκε χθες
Διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
Κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανεις απ΄τους ελάχιστους «πλησίον μου»
Μονάχα εγώ
Που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
Σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
Άφησα να διαφύγει απο το χώρο μου
Ένα ολόκληρο απόγευμα,
Σε μια ρευστότητα αθεράπευτη, γνωστή,
Αλλά επιδεινωμένη.

Κική Δημουλά


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

Σου είπα :

  • Λύγισα.
    Και είπες :
    -Μη θλίβεσαι.
    Απογοητεύσου ήσυχα.
    ΄Ηρεμα δέξου να κοιτάς σταματημένο το ρολόι.
    Λογικά απελπίσου πώς δεν είναι ξεκούρδιστο,
    ότι έτσι δουλεύει ο δικός σου χρόνος.
    Κι αν αίφνης τύχει να σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
    μη ρηψοκινδυνέψεις να χαρείς.
    Η κίνηση αυτή δεν θα’ ναι χρόνος.
    Θα ‘ναι κάποιων ελπίδων ψευδορκίες.
    Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αυτοεκθρονίσου
    από τα χίλια σου παράθυρα.
    Για ένα μήπως τ’ άνοιξες.
    Kι αυτοξεχάσου εύχαρις.
    ‘Ο,τι είχες να πείς,
    για τα φθινόπωρα τα κύκνεια,
    τις μνήμες, υδρορρoές των ερώτων,
    την αλληλοκτονία των ωρών,
    των αγαλμάτων τη φερεγγυότητα,
    ό,τι είχες να πεις
    γι’ ανθρώπους που σιγά σιγά λυγίζουν,
    το είπες.

Κική Δημουλά

ΠΟΛΥΜΝΙΑ
Ψεύτικα αἰσθήματα
ψεύτη τοῦ κόσμου!
Μὰ τὸ παράξενο
φῶς τοῦ ἔρωτός μου
φέγγει στοῦ σκοτεινοῦ
δρόμου τὴν ἄκρη:
Μὲ τὸ παράπονο
καὶ μὲ τὸ δάκρυ,
κόρη χλωμόθωρη
μαυροντυμένη.
Κι εἶναι σὰν αἴνιγμα,
καὶ περιμένει.
Λάμπει τὸ βλέμμα της
ἀπ᾿ τὴν ἀσθένεια.
Σάμπως νὰ λιώνουνε
χέρια κερένια.
Στ᾿ ἄσαρκα μάγουλα
πῶς ἔχει μείνει
πίκρα τὸ νόημα
γέλιου ποὺ σβήνει!
Εἶναι τὸ ἀξήγητο
τὸ μικροστόμα
δίχως τὸ μίλημα,
δίχως τὸ χρῶμα.
Κάποια μεσάνυχτα
θὰ σὲ ἀγαπήσω,
Μοῦσα. Τὰ μάτια σου
θᾶν τὰ φιλήσω,
νά ῾βρω γυρεύοντας
μὲς στὰ νερά τους
τὰ χρυσονείρατα
καὶ τοὺς θανάτους,
καὶ τὴ βασίλισσα
λέξη τοῦ κόσμου,
καὶ τὸ παράξενο
φῶς τοῦ ἔρωτός μου.

Κώστας Καρυωτάκης

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Κώστας Καρυωτάκης

“νά ῾βρω γυρεύοντας
μὲς στὰ νερά τους
τὰ χρυσονείρατα
καὶ τοὺς θανάτους”

Είναι μεγάλος ποιητής ο Καρυωτάκης. Τι υπέροχοι στίχοι. Όπως κι αυτοί (απ’ το “Ευγένια”):

"Μη δέσεις την πληγή σου
παρά με ροδοκλώνια.
Λάγνα σου δίνω μύρα
– για μπάλσαμο – και αφιόνια.
Μη δέσεις την πληγή σου,
και το αίμα σου, πορφύρα.

Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
μα κράτα το ποτήρι.
Κλότσα τις ημέρες σου όντας
θα σου 'ναι πανηγύρι.
Λέγε στους θεούς «να σβήσω!»
με λέγε το γελώντας."

Κι αυτοί (απ’ το “Δον Κιχώτες”):

“Τους είδα πίσω να ‘ρθουνε – παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο –
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!”

Κι αυτοί (απ’ το “Ωδή σ’ ένα παιδάκι”):

“Κλυδωνίζεται τώρα,
ως τα θεμέλια φρίττει,
και το πηγαίνει ο Χρόνος
το πατρικό μου σπίτι.
Αξαφνα βλέπω να 'μαι
ο τελευταίος, ο μόνος”

και τόσοι και τόσοι άλλοι… Είναι μεγάλος ποιητής…

Όπως και αυτοί εδώ του γίγαντα Ανδρέα Κάλβου (απ’ την ωδή “εις θάνατον”):

“ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.”

Eχουμε αυτο το 6μηνο ενα μαθημα σχετικο με ποιηση και ειπαν οτι μπορουμε να ζητησουμε να ερθει να μας μιλησει καποιος Ελληνας ή Αγγλος ποιητης και ζητησα την Δημουλα (εντωμεταξυ μεσα μου ελεγα ''καλα ΟΚ οχι θα σου πουν αλλα ρωτα για την πλακα) και λεει η καθηγητρια ‘‘Την Δημουλα την φεραμε προπερσυ,δε νομιζω να δεχτει και φετος’’. 8O Πωπω!Που ημουν εγω γμτ; :cry:

Tζίμης Πανούσης για μένα με διαφορά ο μεγαλύτερος Νεοέλληνας ποιητής

Δεν λέω καλός ο ρίτσος καλός ο Καρυωτάκης αλλά τα στιχάκια του Τζιμάκου θα μείνουν μέσα μας…

Εκφράζει την ειρωνεία και την μαγκιά του Έλληνας

Ένας σύγχρονος Διογένης

Επίσης απο ποιητές καθαρά του περασμένου αιώνα μου αρέσει η Μαρία Πολυδούρη η οποία ότι έχει γράψει είναι υπέροχο…

.

Καταρχάς να πω ότι χαίρομαι πολύ που βλέπω thread για ποίηση. Κρίμα που μόνο λίγοι ασχολούνται όμως παρά το πλήθος των πολύ μεγάλων σύγχρονων ποιητών που έχουμε. Από τα σχολικά βιβλία θυμάμαι αυτό της λογοτεχνίας β’ λυκείου είχε εξαιρετική συλλογή, λόγω της περιόδου στην οποία αναφέρεται.

Από το poll εγώ θα ξεχωρίσω Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, Καρυωτάκη, Καββαδία και Ρίτσο και από αυτούς θα ψηφίσω Καρυωτάκη, γιατί ήταν αυτός που αναγνωρίστηκε λιγότερο εν ζωή.

Συμφωνω σ’ αυτο :thumbup:

Ο μεγαλύτερος δεν είναι σίγουρα αλλά λόγω προτίμησης ψήφισα Καρυωτάκη!

Καββαδίας για μένα. Τόσο ζωντανές εικόνες που είναι σαν να νιώθω την αλμύρα της θάλασσας.
Κρίμα που δεν μπορώ να ψηφίσω και τον Κάλβο.

δύσκολος πολύ ο Καββαδίας.

Αν κ ειμαι ασχετος με ποιηση γενικως,μου εχει μεινει μια φραση του ελυτη την οποια ακουσα πριν 15 χρονια κ δεν τη ξεχναω με τπτ

Θεε μου ποσο μπλε ξοδεψες για να μην σε βλεπουμε…

Τρελη ψυχεδελικη σκεψη ο ελυτης…

Ο Σολωμός και ο Καβάφης είναι τα ιερά τέρατα της νεοελληνικής ποίησης.

Να προσθέσω δύο ακόμα στίχους του Ελύτη:

“κάπου μεταξύ Τρίτης και Τετάρτης, χάθηκε η πραγματική σου μέρα…”

και

“ποιητής που δουλεύει το μαχαίρι, στο ανεξίτηλο τρίτο του χέρι…”

@paco: πράγματι φίλε, έτσι είναι. Σολωμός και Καβάφης είναι οι απάτητες κορυφές. Ίσως θα πρόσθετα εκεί και τον Κάλβο.