Τους εκανε ασφαλιστικα μετρα το παιδακι του οποιου τη ζωγραφια εβαλαν για εξωφυλλο
;
Η αλήθεια είναι ότι το εξώφυλλο είναι χάλι μαύρο, αλλά η πείρα έχει δείξει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι πιθανότητες να αξίζει ο δίσκος αυξάνονται ραγδαία
Εγώ θα τσεκάρω
Κρίνοντας από τις… ανατομικές λεπτομέρειες που απεικονίζονται στο ομολογουμένως ερασιτεχνικό εξώφυλλο, πιθανότερο είναι να πρόκειται για έργο που φιλοτέχνησε “ο κολλητός μου που ξέρει να ζωγραφίζει” παρά ένα παιδάκι!
Ενδιαφέρον trivia: στο λάβαρο που φαίνεται σε πρώτο πλάνο αναγράφει “Sabre” που ήταν το προηγούμενο όνομα των Sacred Rite! Προφανώς έκριναν σκόπιμο να το βάλουν προκειμένου οι παλιοί οπαδοί (όσοι και να ήταν αυτοί!) να καταλάβουν ότι πρόκειται για το ίδιο συγκρότημα, κάτι αντίστοιχο με τους Testament/Legacy!
Basic Instructions Before Leaving Earth
Χθες, συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την κυκλοφορία μάλλον του χιπ-χοπ δίσκου που έχω ακούσει περισσότερο στη ζωή μου, οπότε there’s that.
Τα είχα ξαναπεί για το “52”, ας με παραθέσω ψύχραιμα, αλλά να τα πω λιγο πιο αναλυτικα, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε ένα από τα μάλλον 25 άλμπουμ που καθόρισαν το γούστο μου, και ας είναι μάλλον η χειρότερη ρετροσπεκτιβ ανάλυση που θα βρείτε εκεί έξω για τούτο (να, εδώ μια καλύτερη).
Summary
To “Liquid Swords”, δεύτερο LP του GZA, ή αλλιώς, Gary Elden Grice, The Genious, συνιδρυτή και έτερου ηγέτη των Wu-Tang Clan, μαζί με τον ξάδερφό του RZA, είναι μέρος του πενταετούς πλάνου που είχε το γκρουπ από το Staten Island. Έπειτα από το θρυλικό πλέον, “Enter The Wu-Tang (36 Chambers)”, η 9δα αποφάσισε να τραβήξει αυτόνομες πορείες, επεκτείνοντας έτσι την επιρροή της. Ξαναπαραθέτω: “Συμβόλαια με διαφορετικές δισκογραφικές, αλλά με το 50% των δικαιωμάτων στη Wu-Tang Productions (και με κάθε μέλος να δωρίζει το 20% των κερδών του στο label του clan), και μια σειρά από σεμιναριακές κυκλοφορίες”. Βέβαια, στην πορεία αυτό θα οδηγούσε σε κάποιες νομικές και οικονομικές διεκδικήσεις δικαιωμάτων, αλλά, δεν πέφτουμε και από τα σύννεφα.
To “Liquid Swords”, μάλλον μαζί με το “Only Built 4 Cuban Linx” του Raekwon, (που ηχογραφήθηκαν παράλληλα), είναι ό,τι καλύτερο έβγαλαν σε σόλο δίσκο μέλη του Clan, και το ότι αυτος ο ισχυρισμός φαντάζει λογικός με τα όσα έχουν βγάλει, είναι εξωφρενικά κατάλληλος να αναδείξει την ποιότητά του άλμπουμ. Έχει όμως, μια ιδιαίτερη χάρη. Ισορροπεί άρτια ανάμεσα στην εικονογραφία του δρόμου, την εγκληματολογία, την φιλοσοφία, την επιστήμη, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών, το σκάκι, το διευρυμένο λεξιλόγιο και την smooth χροιά του GZA, ενός τύπου τρομερά μετρημένου στο πόσο και πώς γράφει στίχους. Η μουντή παραγωγή του RZA είναι σεμιναριακή, ενώ σε μεγάλο βαθμό τα samples χτίζονται γύρω από το “Shogun Assasin” του 1980, και κατά μήκος των 13 κομματιών συμμετέχει η πλειοψηφία των Wu-Tang, καθώς και affiliates - μαθητευόμενοι των MCs, διαιωνίζοντας έτσι τον kung-fu δεσμό δάσκαλου και μαθητή.
Κοινός σύνδεσμος σε όλα αυτά, οι μινιμαλιστικές κιθάρες που διατρέχουν όλο το άλμπουμ μαζί με τα σύνθια. Ο RZA ξεκάθαρα ήθελε μια σκοτεινή, κινηματογραφική ατμόσφαιρα, για να συνοδεύσει την αφηγηματική ικανότητα του GZA, ο οποίος μπορούσε σε ένα τετράμπαρο να θίγει 5 διαφορετικά ζητήματα με τέτοια συμπάγεια που ξεπερνούσε τις ευφάνταστες λεξιλογικές αλλοιώσεις της ομοιοκαταληξίας, δίχως να παρεκτρέπεται από το κυρίως θέμα του κάθε κομματιού. Φυσικά, σε πολλά σημεία, ο αέρας της ‘90s αισθητικής είναι μέχρι σήμερα παρών, με αρκετά κλισέ να εμφανίζονται. Ο τίτλος, λογοπαίγνιο με τη γλώσσα ως όπλο και την αιχμηρότητα του ξίφους του “Legend Of The Liquid Sword” (1993), και φυσικά το κλασικό ομώνυμο single με το αναγνωρίσιμο riff-άκι του, έθεσαν το στίγμα. “I be the body dropper / the heartbeat stopper / child educator plus head amputator”
Κατά μήκος του δίσκου, η παταγώδης αποτυχία του ντεμπούτου του GZA (πριν το ντεμπούτο των Wu-Tang), η απαξίωσή του για τις τότε δισκογραφικές και την διαχείριση από πλευράς βιομηχανίας του hip-hop εκείνη την εποχή, διακατέχουν με πικρία, το δίσκο. Κομμάτια όπως τα “Labels”, “Gold”, και στίχοι καταμεσής του άλμπουμ, δεν το αφήνουν να φύγει. Η ενιαία αισθητική όμως αυτού του αριστουργήματος διαφαίνεται στα κλασικά “Duel Of The Iron Mic”, “4th Chamber”, "Shadowboxin’", “Investigative Reports”, όπου ακόμη και οι guests παραδίδουν μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας τους, με τις δικές τους υφολογικές ακροβασίες να αποτελούν εκρήξεις χρώματος εντός ενός κοκκινομπλέ καμβά, γραμμές διαλόγου σε ασπρόμαυρη, μουντή ταινία. Ειδικά τα μέρη των Ghostface Killah, Inspectah Deck και Method Man, αποτελούν κάποια από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία του hip-hop, και φυσικά επιτρέπουν σε ένα σκληρό, πολεμικό άλμπουμ με οριακά horror κλίμα, να σου επιτρέπει να συντονιστείς, ανεξαρτήτως χωροχρόνου, και να κινήσει βουνά.
Μιλάμε για κομμάτια, που μέχρι και σήμερα, αδυνατώ να πω πως “βαρέθηκα να ακούω”. Κυρίως, επειδή η στιχουργία του GZA είναι τόσο εντυπωσιακή, τόσο εκτός σύγκρισης, τόσο καθηλωτική, σχεδόν τελετουργική, που μέχρι και σήμερα αποκαλύπτει χάρες της. Ο οποίος, ακόμη και όταν είχε βγει το άλμπουμ, δεν το θεωρούσε στιχουργικά την καλύτερη δουλειά του! Ο αντίκτυπος του “Liquid Swords”, ενός εκ των καλύτερων και πιο επιδραστικών δίσκων έβερ, τεράστιος, αλλά δεν έχει χώρο εδώ. Το “Liquid Swords” είναι ένα άλμπουμ που εδραίωσε έναν λυρικό υπερήρωα ως μια φωνή με δική της βαρύτητα, το ιδανικό παράδειγμα της ανάδειξης της ατομικής προσωπικότητας εντός ενός συνεκτικού συνόλου, ένα σεμινάριο στιχουργίας, ρυθμικότητας, εικονοπλασίας, η συννεφιασμένη μουντάδα του φθινοπώρου, το grimness το ίδιο, ένας δίσκος που από τη στιγμή που τον συνάντησα, κόλλησα άγρια μαζί του, που μέχρι και τώρα αποτελεί παρηγορία και σύντροφο σε κάθε φάση της ζωής μου.
Οι περιγραφές (μα και τα τραγούδια που παρατίθενται) κάθε φορά με κάνουν να πιστεύω πως μιλάμε για μουσικές, δίσκους και κουλτούρες που έχουν τόσο πολύ ψωμί και πλούτο που ποτέ δεν θα καταφέρω να αφομοιώσω ή να “πιάσω” όσο δεν επιλέγω να χωθώ με τα μπούνια εκεί μέσα. Πραγματικά, τα δύο παραπάνω τραγούδια π.χ. είναι γοητευτικά όσον αφορά την αισθητική τους και την ατμόσφαιρα που δημιουργούνε, φαντάζομαι τι “πακέτο” παίρνεις απ’ όλο τον δίσκο. ![]()
Σε πρόσφατο thread δόθηκε ευκαιρία για shoutout σε μερικά εκπληκτικά comeback άλμπουμς, δυναμικές επιστροφές συγκροτημάτων στην δισκογραφία μετά από πολλά -πολλά- χρόνια. Δεν ξέρω αν το Arctic Moon των Chameleons που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες και είναι η πρώτη στούντιο κυκλοφορία του συγκροτήματος μετά απο 24 χρόνια, ανήκει στην παραπάνω κατηγορία - για κάποιον πάντως που λατρεύει τα πρώτα τρία άλμπουμ τους, ο νέος αυτός δίσκος αποτελεί σημαντικό γεγονός.
Το όμορφο εξώφυλλο, πιστό στην σημειολογία του συγκροτήματος προϊδεάζει ευχάριστα. Το εναρκτήριο Where Are You? ξεκινάει με ένα εθιστικό ριφ που θυμίζει το αντίστοιχο μπάσιμο του Mad Jack από το κλασσικό Strange Times και που πολύ θα ήθελαν να έχουν γράψει οι συντοπίτες τους Oasis. To κομμάτι είναι άμεσα ανεβαστικό και μπορώ να το φανταστώ σαν highlight στα επόμενα live της μπάντας. Τα ωραία φωνητικά σε σημεία κάτι μου θυμίζουν…
Το Lady Strange που ακολουθεί ξεκινά με ακουστικές κιθάρες και εξελίσεται σε κάτι που θα μπορουσε να βρίσκεται σε κάποιο από τα άλμπουμ της μεσαίας περιόδου των Μanic Street Preachers. Βρετανική ποπ-ροκ περιόδου 90s από το πάνω ράφι.
Το Feels Like the End of the World συνεχίζει στο ίδιο στυλ με το προηγούμενο κομμάτι πιο μελαγχολικό αλλά και λιγάκι κουραστικό, κάτι που η διάρκεια των 7 λεπτών δεν το βοηθά ιδιαίτερα. Και εδώ να πω τι αρχίζει να με απασχολεί. Απουσιάζει αυτή η χαρακτηριστική post-punk ταυτότητα της μπάντας. Θα μπορούσαν να λέγονται ότιδήποτε αντί για Chameleons. Αλλά περάσαν και τόσα χρόνια να μου πείτε…
Στο Free Me καταλαβαίνω τι μου θύμιζαν τα φωνητικά πιο πριν. Το τραγούδι είναι μια πανέμορφη μπαλάντα που θα μπορούσε να ανήκει στον μεγάλο David Bowie. O Mark Burgess ή Vox όπως θέλει να τον λένε τώρα, επιτυγχάνει μια αρκετά πιστή στον Thin White Duke ερμηνεία και από μένα παίρνει καλό βαθμό.
Το Magnolia με την παχιά του μπασογραμμή και τα κελαριστά ριφς ξεκινά σαν ένα κομμάτι των Cure και είναι ένα από τα κορυφαία του Arctic Moon - αλλά και πάλι η υπερβολική διάρκεια λίγο το αδικεί. Αν έκοβαν κάνα δίλεπτο θα ήταν super.
My Soul is Dead Without You.
Γατάκια Fontaines ακούτε να μαθαίνετε!
Μαντέψτε πώς ονομάζεται το προτελευταίο εννιάλεπτο κομμάτι του δίσκου, ενδεχομένως το magnum opus του δίσκου: David Bowie Takes My Hand - τυχαίο, δεν νομίζω - και είναι σαν οι Chameleons ακούγαν το Βlackstar όταν το γράφανε. Δεν έχω αποφασίσει ακόμη αν μου αρέσει ή όχι, το song έχει σίγουρα κάτι να πει.
Το Saviours Are a Dangerous Thing που κλείνει τον δίσκο είναι το αγαπημένο μου μέσα απο το Arctic Moon, κομμάτι που θυμίζει περισσότερο των υπέροχο 80s ήχο της μπάντας.
Με μόλις επτά τραγούδια αυτό είναι το Arctic Moon. Αριστούργημα σαν τα παλιά τους δεν το λες. Αλλά όσο περισσότερο το ακούω τόσο μεγαλώνει στα αυτιά μου.
Καιρό είχα να ποστάρω κάτι εκτενές, οπότε δυστυχώς για εσάς, ήρθε πάλι αυτή η ώρα.
Kανονικά θα έπρεπε να το βάλω στις νέες κυκλοφορίες, αλλά το βάζω εδώ.
Όπως είχα ξεκινήσει και την πρώτη φορά που τους είχα αναφέρει, έτσι και τώρα:

Ορισμένες φορές λοιπόν τα αστέρια ευθυγραμμίζονται και με ένα τυχαίο ποστ στο facebook ή με τον αλγόριθμο του youtube να σου πετάει ένα βίντεο που σε ξεπετάει ή με δεν ξέρω και γω τι, ανακαλύπτεις την νέα αγαπημένη σου καινούργια μπάντα. Aυτό είχε γίνει λοιπόν με τους Caligula’s Horse με ποστ κάποιου που δεν θυμάμαι, από τον πρώτο τους δίσκο και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά, αυτό έγινε και στην περίπτωση των Howling Giant εδώ. Φυσικά αυτό το είχα περιγράψει στο ποστ που λίνκαρα παραπάνω, με την υπερδισκάρα τους, το Glass Future, του 2023.
Φερελπίδες Αμερικάνοι λοιπόν, που τους είχα πετύχει στον δεύτερο τους δίσκο τότε, τον οποίο ερωτεύτηκα με την μια και τον οποίο ακόμα και τώρα έχω ακριβώς τα ίδια συναισθήματα. Θα μου πείς, δεν είναι και πολλά τα 2 χρόνια και θα σου απαντήσω "Ναι, δεν είναι πολλά, αλλά συμβαίνει το εξής: έχω ακούσει πολύ μουσική από τότε ως τώρα (όχι αναγκαία καινούργια πράγματα) και παρόλες τις εκάστοτε διαθέσεις που μπορεί να υπάρχουν - που μπορεί να είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με αυτό που αντιπροσωπεύουν οι φίλοι μας, όταν μπαίνει ένα τραγούδι τους, κάτι με γαργαλάει. Αυτό προσωπικά μου λέει πολλά.
Τι γίνεται όμως με το Crucible and Ruin?
E τι να γίνεται? Καταρχήν ξεκινάμε καλά. Πολύ όμορφο εξώφυλλο, με τεχνοτροπία πολύ παρόμοια με το εξώφυλλο του Glass Future(παρόλο που τα θέματα είναι άσχετα μεταξύ τους). Πατάμε τώρα το play (το έβαλα να παίζει).
Eίσαι μια μπάντα με 3 δίσκους(και 2-3 EP αν δεν κάνω λάθος). Ο πρώτος είναι μεχ. Είναι ένα stoner-o-doom κάτι που δεν δείχνει πολλά πράγματα. Για την ακρίβεια προσπερνάς, παρόλες τις συμπαθητικές στιγμές.
Πας στον δεύτερο δίσκο, όπου έχει ολική επαναδιατύπωση της μουσικής σου πρότασης.
Και έρχεσαι στον 3ο δίσκο και με το που μπαίνουν τα riff και η φωνή, λες “Αυτό είναι Howling Giant”. Συγγνώμη αλλά αυτό ειναι επίτευγμα πράγμα για μια καινούργια μπάντα - το να μπορέσει να αποκτήσει την δικιά της φωνή και να την αναγνωρίζεις από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Αυτό συγχρόνως μπορεί να γίνει τροχοπέδη , γιατί μπορεί να σε εγκλωβίσει, αλλά έχουν το πλεονέκτημα να είναι μόλις ο 3ος ολοκληρωμένος δίσκος τους και συγχρόνως ο δεύτερος στο Howling Giant ήχο. Οπότε για να γίνει αρνητικό, πρέπει απλά να έχεις γράψει κάτι καλούλι και κάτω. Όπως καταλαβαίνουμε, δεν είναι αυτή η περίπτωση. Πολύ μπλά μπλα και καθόλου ουσία ως τώρα από μένα.
Οι Howling Giant παίρνουν την φοβερή τους συνταγή και την πασπαλίζουν με πολύ καλύτερη παραγωγή από το φοβερό Glass Future. Πως γίνεται αυτό? Έχει φύγει η θαμπάδα που υπήρχε, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί. Η θαμπάδα στον ήχο είναι παρούσα, αλλά όλα ακουγονται πιο καθαρά και πιο δυναμικά. Αυτό το μείγμα Black Sabbath riffs (70ς), αλλά με πιο σύγχρονη heavy metal λογική, λίγο τσαχπινιά από Mastodon, αρκετά ματζόρε θέματα (τουλαχιστον έτσι μου ακούγονται), κάμποση ψυχεδέλια, φτιάχνουν ενα αποτέλεσμα απολαυστικό.
Κάποιες φορές έχουμε και τον συνδυασμό των από πάνω χαρακτηριστικών με μια πιο ελεύθερη δομή, όπου δεν έχεις την κλασσική ακουλουθία riff-κουπλέ-ρεφραίν, ή δεν έχουν πάντα στα 3/4 του κομματιού σολο (υπάρχουν κομμάτια χωρίς σόλο), που γίνεται κερασάκι, σε μια τουρτα που να πω την αλήθεια, δεν χρειάζεται καν κερασάκι.
Η μουσική των Howling Giant προφανώς ανήκει στον σκληρό ήχο, σίγουρα του βάζεις τα χαρακτηριστικό metal από δίπλα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μπορείς να βρείς κάποιες συγγένειες με τους King Buffalo του Regenerator, μπορείς να βρείς στοιχεία από Stoner/Sabbath, μπορείς να βρείς Mastodon-ισμούς. Μπορείς να βρείς πιο στακάτα metal-o-riffs που συνδυάζονται απίστευτα όμορφα με τις φωνητικές μελωδίες. Και εδώ είναι ένα σημείο που θέλω να σταθώ. Σε κάποιους καλλιτέχνες ακούς 2 νότες ή 2 στίχους και καταλαβαίνεις αμέσως ποιος τραγουδάει. Μεγάλο παράδειγμα ο Steven Wilson, που οι νότες που πατάει για να πάει από το ένα θέμα στο άλλο, είναι Wilson-ικές. Ο φίλτατος τραγουδιάρης εδώ, έχει αυτό το χαρακτηριστικό. Όταν όμως ξέρεις που θα πάει, δεν είναι και λίγο ξενέρωμα? Σαν να σου παίρνει την χαρά την εκπληξης? Ναι. Τι γίνεται όμως όταν πιστεύεις ότι ξέρεις που θα πάει, χαμογελάς, τελικά πηγαίνει εκει και το χαμόγελο παραμένει ή γίνεται ακόμα μεγαλύτερο?
Δεν ξέρω παιδιά, υπερβάλω σίγουρα. Τους τύπους τους λατρεύω ήδη, είναι η νέα μου μεγάλη αγάπη, μετά τους Caligula’s Horse και είναι ακόμα στον 3ο δίσκο.
Ο δίσκος δεν ήξερα καν ότι θα έβγαινε, με έπιασαν απροετοίμαστο. Το είδα σε γνωστο/αγνωστο σάιτ και λεω “Ε, ΤΙ ΕΓΙΝΕΤΩΡΑΓΑΜΩΤΟΚΕΡΑΤΟ”. Από τότε λοιπόν, δεν υπάρχει επιστροφή. Τον έχω ακούσει πάνω από 20 φόρες σε διάφορες στιγμές, με προσοχή και χωρίς, ποικιλοτρόπως. Και κυρίως πέρασε το test του @GRACCHUS_BABEUF (αν δεν κάνω λάθος), που βάζεις καπάκια τον δίσκο που αγαπάς και συγκρίνεις.
Για να συγκρίνω λοιπόν σε σχέση με πριν: εδώ έχουμε καλύτερο ήχο. Στο Glass future είχαμε περισσότερες αλλαγές σε ένα τραγούδι, ίσως λίγο πιο ριφφοκεντρικό. Εδώ είναι λίγο πιο ισορροπημένο, χωρίς όμως να χάσει την σπιρτάδα του.
Και να κάνω την τελευταία αναφορά: o καλύτερος ήχος έχει φέρει και κάτι αλλο μπροστά: τον εξαιρετικό τους drummer, ο οποίος ναι μεν ακουγόταν και στον προηγούμενο, αλλά εδώ έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς αισθάνεσαι σε στιγμές ότι οδηγεί τα κομμάτια. Και εκτός από τα ίδια τα χαρακτηριστικά της μπάντας,που σε δυσκολεύουν να τους κατατάξεις, είναι και αυτός ένας λόγος: τέτοιο παίξιμο δεν θα το δείς σε έναν stoner δίσκο. Όχι ότι τίθεται θέμα καλυτερότητας, αλλά είναι υφολογικό το θέμα.
Πολλά είπα. Απλά ακούστε.
Ας πούμε καλή χρονιά και από αυτό το τόπικ!
Ως γνωστόν, υπήρξαν αρκετά και καλά συγκροτήματα που έφτασαν… αργοπορημένα στο “πάρτυ” του NWOBHM, ήταν όμως και κάποια άλλα που εμφανίστηκαν όταν το όλο κίνημα είχε πλέον περάσει στην Ιστορία σαν ήχος ή “ρεύμα” και το αναπόφευκτο, δίκαιο ή άδικο, “ξεσκαρτάρισμα” είχε ήδη λάβει χώρα.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι Elixir που σχηματίστηκαν το 1983 στο Λονδίνο και όταν συμπληρώθηκε το line up των Paul Taylor (φωνητικά και το μεγαλύτερο ατού της μπάντας!), Phil Denton και Norman Gordon στις κιθάρες και των αδελφών Kevin (μπάσο) και Nigel Dobbs (drums) κυκλοφόρησαν το 1985 το παρθενικό τους single “Treachery (Ride Like the Wind)” που έλαβε μια συγκρατημένα θετική κριτική από τον Dio, και το επόμενο έτος ηχογράφησαν το πρώτο τους LP, με τίτλο “The Son of Odin”.
Στην περίπτωση των Elixir η καθυστερημένη εμφάνιση στα μεταλλικά δρώμενα είχε μάλλον ευεργετική επίδραση, μιας και οι αδιαμφισβήτητες NWOBHM καταβολές (βλέπε πρωτίστως και κυρίως Maiden) έχουν εμπλουτιστεί με τα πλείστα όσα εντυπωσιακά ακολούθησαν. Έτσι, εκτός από την αθεράπευτη βρετανίλα π.χ. ενός “Pandora’s Box” (ένα πραγματικά δυνητικό NWOBHM hit), θα ακούσουμε πολλά σημεία που η ταχύτητα προσεγγίζει τις speed φόρμες αλλά και μια σπουδαία αίσθηση της μελωδίας, θα συναντήσουμε τις power στιγμές των Omen, και θα απολαύσουμε το θριαμβευτικά επικό ομώνυμο.
Δυστυχώς όμως, το 1986 δεν ήταν φιλική εποχή για τους θιασώτες του πιο παραδοσιακού ήχου, εν μέσω των συμπληγάδων του thrash και του hair metal. Έτσι, μετά από διαδοχικές απορρίψεις από όλες τις δισκογραφικές, μιας και δεν ταίριαζαν σε κάποιο από τα δύο ρεύματα, οι Elixir αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν μόνοι τους το “The Son of Odin”. Αρκετές επιτυχημένες επανεκδόσεις αργότερα, ο δίσκος πλέον απολαμβάνει το cult classic status που του αξίζει!
Δισκάρα.-
Πάει καιρός… Πολύς καιρός, βασικά, απ’ όταν τα είπαμε τελευταία φορά εδώ μέσα, συνεπώς, η επιστροφή οφείλει να είναι θριαμβευτικού τύπου.
Κραδαίνοντας, λοιπόν, τη σημαία του Βασιλείου, βηματίζουμε επικά και μεγαλοπρεπώς, αποτίοντας τα δέοντα στο αλαλάζον πλήθος, που στέκει εκστασιασμένο, αλλά και με δέος συνάμα, ενώπιον του όγκου μας, ο οποίος συνταράσσει τη γη πέρα ως πέρα.

Δεν έχει καταφέρει κανείς να με κουνήσει από την πεποίθησή μου ότι το συγκεκριμένο είναι ο καλύτερος Manowar δίσκος. Βασικά, και μόνο αυτός ο δίσκος να είχε κυκλοφορήσει ποτέ, θα αρκούσε για να περιγράψει επαρκώς όλο το είδος. Κι εδώ πάνε περίπατο αντικειμενισμοί, στρογγυλέματα και λοιπές δηθενιές. Εδώ, το ατσάλι τρυπάει σάρκες και όσα τρυφερά πόδια (Λούκυ Λουκ entered the chat) δεν αντέχουν, έχει καλώς… Ας γράφουν/λένε τα αρχιδιλίκια τους περί μέτσαλ και γραφικοτήτων στα 5-10 άτομα που καταδέχονται να ακούν τις μπαρούφες τους.
Στο διά ταύτα και στα σοβαρά, τώρα:
Δίσκος που χώνεται με τη δυάδα των “Blood of My Enemies” και “Each Dawn I Die” πάει κατευθείαν στο πάνθεον. Με την πρώτη ακρόαση. Με τα πρώτα δευτερόλεπτα. Και όταν, δε, υποστηρίζεται από αυτήν την παραγωγή (Jack Richardson), την κάπως τραχειά, την κάπως «στακάτη», με αυτόν τον όγκο που σου έρχεται σαν ογκόλιθος κατευθείαν στην καρκάλα… ε, τότε, κάψε ό,τι υπάρχει γύρω σου.
Για το δε “Each Dawn I Die”, επίσης δεν έχει βρεθεί έως τώρα κάποιος να με πείσει ότι δεν ισχύει η παρακάτω άποψή μου (και αναφερόμενοι στην μπάντα ορισμό του επικού/ανατριχιαστικού, κατανοούμε τι μετάλλιο είναι το συγκεκριμένο):
Ομολογώ ότι το “Kill with Power”, χωρίς να είναι ποτέ το αγαπημένο μου, εξυπηρετεί άριστα τον σκοπό του στη μάχη, ο οποίος πολύ γλαφυρά και καίρια είχε μεταφερθεί στο «Μικρό Ψάρι» του Οικονομίδη:

Στην ίδια παραπάνω κατηγορία -λίγο πιο μετριασμένα, βέβαια- θα κατέτασσα και το υπέροχο “Army of the Immortals”.
Αναφορικά με το ανθεμικό ομώνυμο, δεν υπάρχουν πολλά να πει κανείς, καθότι οφείλει να έχεις τον νου σου για τη μεγαλοπρέπεια που στάζει από τα ουράνια.
Το “Black Arrows” επιτελεί άριστα τη λειτουργία του, για ό,τι ακολουθεί… Που δεν είναι τίποτα άλλο από το καλύτερο Manowar κομμάτι στον αιώνα τον άπαντα και αδιαμφισβήτητα ένα από τα κορυφαία metal (ρε μουνιά!) τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ: το θρυλικό “Bridge of Death”. Οι άρχοντες παραδίδουν ένα εννιάλεπτο σεμινάριο επί του ήχου και της σύνθεσης και τα μειράκια χάσκουν αμήχανα από κάτω, αναμένοντας να ρουφήξουν/καταπιούν λίγη έμπνευση, όταν, βέβαια, ξεμπουκώσουν από την πούτσα μέχρι το λαρύγγι που κερνάνε οι δάσκαλοι του είδους.
Να με συμπαθάτε για τις ανωτέρω βωμολοχίες, τις οποίες -υποθέτω ότι- γνωρίζετε ότι δεν μετέρχομαι συχνά, αλλά κάπου με έπιασε το τραχύ ορεσίβιο και καψοκαλύβικό μου τώρα, με αυτόν τον δίσκαρο.
Ένα δάκρυ κύλησε.

Ο αγαπημένος μου δίσκος τους, μάλλον με διαφορά.
Και μετά βάζουμε καπάκια το ανώτερο ‘ξαδερφάκι’ του, μόνο για μύστες.
Ο δεύτερος καλύτερος Manowar δίσκος ![]()
Άρα δηλαδή μέσα στο top 5 δίσκων επικού μέταλ όλων των εποχώνε ![]()
Ο τρίτος καλύτερος Manowar δίσκος…![]()
Αφήστε, ρε πονηροί, όλοι.
Δεν (με) πείθετε!
Και να 'χει λέει από πάνω κάνα Kings of Metal και όχι το Sign of the Hammer ![]()
Ρε μλκ ο ένας βάζει πάνω από Manowar κάτι πανκιά, ο άλλος (…είπαμε) και με βάζεις στο ίδιο τσουβάλι;
Εγώ τουλάχιστον είμαι του Αρχηγού
Sign of the hammer ο φτωχός συγγενής.
IGR ξεκινάει με σκιπ, τι να κάνουμε.
Μέχρι ΚΑΙ το Louder δεν υπάρχει κομμάτι που να γίνεται σκιπ. Φωτιά και τσεκούρι στους αντιφρονούντες.
Μου θέλετε και διάλογο…
![]()






