Εκκινώντας, να πω ότι τους Primordial τούς έμαθα από το Hammer. Αν θυμάμαι καλά, μέχρι το “Storm Before Calm” πρέπει να φιλοξενούνταν στο Horror σαν όνομα, ενώ με το “The Gathering Wilderness” πέρασαν στην «όχθη» του «βασικού» τεύχους. Το δε προαναφερόμενο πόνημά τους, το οποίο λίαν ορθώς αποθεώθηκε την τότε εποχή, με έπεισε να μπω για τα καλά στον κόσμο της μπάντας, την οποία μέχρι τότε είχα ακούσει -επιεικώς- αποσπασματικά. For what is worth, και για λόγους πληρότητας της παρούσας ενότητας της Τριανδρίας, αφήνω και τα λίγα λόγια μου για το “The Gathering Wilderness”, για όποιον ενδιαφέρεται.
Από εκεί κι έπειτα, έχω υπάρξει τυχερός να δω την μπάντα 3 φορές ζωντανά, με την κολασμένη πρώτη το 2012 στην υπόγα να στέκει ακόμη ανετότατα στο top-5 εμφανίσεων που έχω δει ποτέ σε κλειστό χώρο. Επί των υπολοίπων, έχω καταθέσει και σε αυτό το νήμα.
Τέλος, στην όλη κουβέντα που έγινε στο topic του συγκροτήματος αναφορικά με τον Alan, δεν θα προσθέσω κάτι εδώ, καθότι θεωρώ ότι η στάση μου πάνω σε αυτά τα ζητήματα καλύπτεται απ’ ό,τι έχω γράψει/συζητήσει σε νήματα όπως το «Μουσική και Ιδεολογία», το «Εκκλησία» και τα συναφή κοινωνικοπολιτικά. Συνεπώς, έκαστος πορεύεται με τις προσωπικές του (ελαστικές ή μη) κόκκινες γραμμές, με τις δικές του ερμηνείες και όλοι ευτυχισμένοι μένουμε επενδύοντας (ή αποφεύγοντας) (σ)τα πονήματα των κορυφαίων και συγκλονιστικών Ιρλανδών.

Imrama - 1995 - (B)
Studio δισκογραφία που ξεκινάει με το “Fuil Ársa” προμηνύει μεγάλα πράγματα. Και καθώς προχωράνε οι αυλακιές, το χαμόγελο γίνεται όλο και μεγαλύτερο, καθότι μπορεί από τη μία ο δίσκος να είναι ξεκάθαρα προϊόν (του black) της εποχής του, αλλά από την άλλη υπάρχουν ταυτοχρόνως ήδη πλείστα όσα στοιχεία που δείχνουν ότι τα μελλούμενα θα έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Από το πυρακτωμένο black folk του εναρκτήριου, λοιπόν, μεταβαίνουμε στην κόλαση του “Infernal Summer”, κομμάτι που αν -ακόμη και τώρα- μου έλεγε κάποιος ότι είναι το αγαπημένο του από την μπάντα, θα το άκουγα. Το “Here I Am King” είναι (πολύ)αγαπημένο μου και τεράστια τραγουδάρα. Παίζει να είναι και η τέλεια τομή του δίσκου ανάμεσα στους δύο προαναφερόμενους κόσμους που πατάει ο δίσκος. Το “The Darkest Flame” έχει κάτι από τα συγκλονιστικά θρηνητικά που θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια και τολμώ να πω ότι στέκεται καλά στο πλάι τους. Ομοίως συνεχίζει και το “The Fires…”, το οποίο αν και δεν το θεωρώ το πιο αξιομνημόνευτο τραγούδι τους, τού πιστώνω ότι είναι πλήρως αντιπροσωπευτικό για το προς τα πού θα πάει η μπάντα σε λίγα χρόνια. Διαλειμματάκι να πάρουμε μία ανάσα με το “Mealltach” και βουρ για το δυνατό “Let The Sun Set On Life Forever”. Το εθιστικό “To The Ends Of The Earth” θα μπορούσε να συνεχίζει να παίζει αδιάκοπα μέχρι του τέλος του κόσμου και όλοι θα ακολουθούσαμε την πομπή στωικά. Και λίγο πριν το τέλος, ίσως και να χορεύαμε εκστατικοί το “Beneath A Bronze Sky”. Και ας αναμέναμε μετά (μάταια ή όχι) το πρώτο φως με το ψυχωμένο “Awaiting The Dawn”, το οποίο κλείνει δωρικά και περήφανα αυτόν τον δίσκο.
Δεν γνωρίζω πώς και πόσο μπορεί να «διάβαζε» και να «μετρούσε» ένα αυτί 30+ χρόνια πριν το ντεμπούτο των Ιρλανδών, αλλά δεν μπορώ με τίποτα να αποδεχτώ ότι στο σήμερα, ένας μέχρι πρότινος αδαής με το υλικό της μπάντας που θα έρθει σε επαφή με αυτό πιάνοντάς το γραμμικά κι εκκινώντας με το “Imrama”, δεν θα προδικάσει με τη μία ότι αυτό το συγκρότημα θα πρέπει να έχει μεγαλουργήσει στις επόμενες δουλειές του. Φοβερό ντεμπούτο που δείχνει με το καλημέρα ότι τα καλύτερα έρχονται.
Από επιλογή δεν γράφω για το τι προηγήθηκε του ντεμπούτου, καθότι πιθανολογώ ότι ο της κατηγορίας Α για το εν λόγω θα έχει να δηλώσει αρκετά…

A Journey’s End - 1998 - (B)
Ένα split με τους Katatonia αργότερα παίρνουμε το “A Journey’s End”, με το ταξίδι όχι απλώς να μην τελειώνει, αλλά να αρχίζει να παίρνει σιγά-σιγά τη μεγαλοπρεπή μορφή του. Οι διάρκειες μεγαλώνουν, ο αριθμός των τραγουδιών λιγοστεύει και όλα παίρνουν τη θέση τους.
To “Graven Idol” θα μπορούσε να είναι εναρκτήριο σε οποιαδήποτε από τις κυκλοφορίες της κλασσικής εποχής τους (αν υποθέσουμε, σε μία προσέγγιση εξαντλητικής ανάλυσης, ότι έχουν τέτοια οι Primordial). Το “Dark Song” είναι πιθανότατα το πρώτο τους “hit” (λέξη που με πιάνει ντροπή να τη γράφω για μία μπάντα σαν τους Primordial/ούτε τα εισαγωγικά βελτιώνουν την κατάσταση). Ποίηση, πόνος και ιρλανδική ψυχή: τι μπορεί να πάει λάθος; Έλα, λέει, τώρα να γράψεις για το “Autumn’s Ablaze”… Ας σοβαρευτούμε, κυρίες και κύριοι! Εδώ μιλάμε για ένα αψεγάδιαστο έπος, που μετρημένες μπάντες μπορούν να γράψουν (ή έχουν γράψει στο παρελθόν). Απλά συγκλονιστικό. Και περνάμε στο υπέροχο ομώνυμο, με τις χαρακτηριστικές στοιχειωμένες, γεμάτες «λυγμό» (ακουστικές και ηλεκτρικές) μελωδίες του συγκροτήματος που σου ανεβάζουν τον κόμπο στον λαιμό (επίσης, ψιλο-άσχετο, αλλά να σημειώσω ότι το συγκεκριμένο τραγούδι -εξαιρώντας, προφανώς, τα φωνητικά- πάντα μού έφερνε στο μυαλό τους Opeth της τότε εποχής και λίγο μετά). Εννοείται ότι πιστοποιούμε τα του “Solitary Mourner” (ιδιαίτερα δε όσοι το έχουν βιώσει σε έντονο βαθμό) πως ο θρήνος είναι απολύτως προσωπική υπόθεση. Όπως λένε και οι σοφοί, θρηνούμε ιδιωτικώς και χαιρόμαστε δημοσίως. Στο φοβερό “Bitter Harvest” η γλωσσολαλιά αρπάζει τον Alan, ο οποίος εξαπολύει φουλ επίθεση, απειλητικά, καταγγελτικά, επικίνδυνα. Από τις πιο δυνατές ερμηνείες του εδώ. Κι επειδή κάθε καταιγίδα θέλει την ηρεμία της μετά (πω, τι έκανα εδώ ο παίκτης;!;), φτάνουμε στο τέλος αυτού του σκέλους του μακρινού μας ταξιδιού με το “ An Aistear Deirneach”, που ολοκληρώνει γλυκόπικρα έναν πανέμορφο δίσκο, που -κατά την άποψή μου πάντα- μπορεί να μην είναι ο καλύτερός τους, αλλά είναι 100% χαρακτηριστικός του τι εστί Primordial.

Storm Before Calm - 2002 - (A)
Με πήδηξε ο Παργαλάτσος για έναν δίσκο (χα, χα, χα!/το έγραψα επίτηδες, προφανώς) και αντί να πιάσω το αρχικό τρίμπαλο ολάκερο (συνεχίζω απτόητος τη γραφικότητα/εντάξει, σταματάω), μού έδωσε το “Storm Before Calm” για την κατηγορίας Α συνεισφορά μου επί της δισκογραφίας των Ιρλανδών. Κανένα πρόβλημα, φυσικά, γιατί η συγκεκριμένη ΔΙ-ΣΚΑ-ΡΑ συγκαταλέγεται μέσα στους δίσκους που έχω λιώσει περισσότερο απ’ όλους στην ταπεινή ζωούλα μου (και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στη δισκογραφία των Primordial, αλλά κάθε λογής πράγματος που έχει φτάσει ποτέ στα αυτάκια μου).
Όπως σε όλες τις τεράστιες μπάντες, το τρίτο album είθισται να εμπίπτει σε αυτό που καλούμε breakthrough και να τυγχάνει και το καλύτερο συχνά κατά τους οπαδούς (δεν είμαι μέγας θιασώτης αυτής της άποψης, απλά το παραθέτω). Αν δεχτούμε ότι το “Spirit the Earth Aflame» υπήρξε τέτοιο (που έχει μια δόση αλήθειας), τότε το “Storm Before Calm” ως διάδοχος είναι κάτι σαν ό,τι είναι το “Piece of Mind” για το “The Number of the Beast”, για να το θέσουμε με απλούς όρους. Ένας διάδοχος που στέκει στα ίσα σε ό,τι μόλις προηγήθηκε, αλλά ένας δίσκος που όποιος υποστηρίξει ότι είναι ανώτερος, έχει μυριάδες επιχειρήματα για να το δικαιολογήσει. Κι αν και δεν έχω κατασταλάξει αν το “Storm Before Calm” είναι ανώτερο του προκατόχου του, αυτό για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι εγώ το προτιμώ παντού και πάντα και το απολαμβάνω πολύ περισσότερο. Μετά από αυτήν την ανάλυση που δεν ζήτησε κανείς, ας τα δούμε διεξοδικότερα:
Μπάσιμο με “The Heretics Age”… Alan (και λοιποί), αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ. Αδιανόητο εναρκτήριο, βγαλμένο από τις αβύσσους του μάταιου τούτου κόσμου, με την όλη ταυτότητα της μπάντας να έχει πλέον σχηματίσει ένα καθόλα θελκτικό ηχητικό κράμα, το οποίο τούς ξεχωρίζει με χαρακτηριστική άνεση από τον σωρό. Και πόσο γαμάτο και πωρωτικό αυτό το trademark -πάμε για μάχη- κλείσιμο; Ναι, ελάτε τώρα να συνεχίσουμε με “Fallen to Ruin”. Ο άλλος βγάζει τα σωθικά του μπροστά μας, οι άλλοι δεν ξέρουν τι πρωτο-μεγαλειώδες να παίξουν και πάμε εμείς τώρα να σχολιάσουμε. Με απλά λόγια, ένας (ακόμη) τεράστιος ύμνος του συγκροτήματος. Και μεγαλειώδες κλείσιμο εκ νέου. Πάμε για έναν ακόμη θρήνο και ολίγη ματαιότητα με το “Cast to the Pyre”. Και κλασσικότερο των κλασσικών Primordial “What Sleeps Within” να έπεται, και το θηρίο να βγαίνει από τα τρίσβαθα των σπηλαίων να θερίσει ό,τι βρει μπροστά του. Και πάμε για ολίγη ηρεμία με το “Suns First Rays”, μπας και φωτίσουν ποτέ αυτές οι ρημάδες οι ακτίνες τις μαύρες ζωές μας. Ο δίσκος κλείνει με το εξόχως φορτισμένο “Hosting of the Sidhe”, του οποίου η φαινομενική ηρεμία έχει κουβαλήσει όλη την ενέργεια της καταιγίδας που εξαπέλυσε η μπάντα. Ξέρω… Κάτι ξέχασα στη σειρά; Όχι. Σκοπίμως, αφήνω έσχατο το προτελευταίο τραγούδι της συγκεκριμένης κυκλοφορίας. Γιατί;
Γιατί όχι μόνο το “Sons of the Morrigan” είναι από τα πρώτα τραγούδια τους που με βάρεσε κατακέφαλα και ξέχασα το όνομά μου, αλλά μέχρι και σήμερα είναι μέσα στις αλησμόνητες μικρές στιγμές των live που έχουμε ζήσει όλοι μας. Αυτά τα λίγα λεπτά ή δευτερόλεπτα που νιώθεις ότι όλο το κέντρο του κόσμου είναι τοποθετημένο σε μια πινέζα καρφιτσωμένη πάνω σου και ότι έχεις τόση ενέργεια να γκρεμίσεις ό,τι βρεθεί στον δρόμο σου. Τότε που όλα βγάζουν νόημα και μαζί με τους υπόλοιπους στον χώρο είστε ένα και οι νίκες μοιάζουν κοντινές. Τότε που ένιωσα ότι ένα κύμα θα γκρεμίσει το μικρό υπόγειο και όλοι μαζί θα κατακτήσουμε κάθε σπιθαμή γης. Απίστευτη στιγμή, απίστευτο συναίσθημα, ενέργεια, πάθος και πώρωση να στάζουν από τα ντουβάρια. Ιδού:
Αυτά από εμένα για τους σπουδαίους Ιρλανδούς. To the bitter end!
Καλή επάνοδο σε όλους κι εύχομαι να έχουμε ωραίες στιγμές στο νήμα με τις μελλοντικές μπάντες.
Edit: Να με συμπαθάτε, αλλά αρχικά λησμόνησα τίτλους, χρονολογία και κατηγορία. Προστέθηκαν.