Μέσα.
Και για να το εξειδικεύσω, θα με ενδιέφερε να διαβάσω κριτικές για 3-4-5 δίσκους των Χ γραμμένες από το ίδιο πρόσωπο, που θα κάνει συγκριτική αξιολόγηση ποιοτικά, υφολογικά κλπ, ει δυνατόν για album που εντάσσονται σε λιγότερο δημοφιλή περίοδο ενός συγκροτήματος κι όχι μόνο τις προφανείς επιλογές. Εντάξει, καταλαβαίνω ότι η περίπτωση των Queensrÿche δεν προσφέρεται για το τελευταίο αφού οι εν λόγω παρήκμασαν απότομα κι εντυπωσιακά, για άλλους όμως θα ήταν πολύ ωραίο κάτι τέτοιο.
Τούτων λεχθέντων περιμένω με ενδιαφέρον να διαβάσω τι θα ανεβάσετε εδώ και, γιατί όχι, την επόμενη φορά να… σας κάνω παρέα!
Μπορούμε γενικά να αρχίσουμε να ποστάρουμε κριτικές ή πάμε ολοι με την λήξη της διορίας;
Εννοείται ότι ποστάρεις κανονικά.
Aς κάνω την αρχή με το Τribe - το μοναδικό άλμπουμ των Queensrÿche που έχω στην δισκοθήκη μου πέρα των πρώτων κλασσικών τους. Το θέμα είναι ότι ενώ το πήρα όταν κυκλοφόρησε το μακρινό 2003, είχα να το ακούσω μπορεί και πάνω από δεκαετία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που επέλεξα να το επισκεφτώ ξανά και να γράψω λίγα πράγματα για αυτό.
Η επίσημη εκδοχή είναι ότι το Tribe - όπως και όλες οι κυκλοφορίες με τον Τate μετά το Promised Land - είναι πατάτα. Στις περισσότερες λίστες με τα καλύτερα άλμπουμς της μπάντας φιγουράρει αρκετά χαμηλά αν αυτό αποτελεί καμιά απόδειξη. Η αίσθηση όμως που είχα πριν το ξεθάψω σήμερα Κυριακάτικα και το βάλω να παίξει ήταν ότι θυμόμουν να μου είχε αρέσει αρκετά.
Καταρχήν στο Tribe έχουμε την μερική επιστροφή του Chris DeGarmo. Για τελευταία φορά τον ακούμε να βάζει τις κιθαριστικές πινελιές του σε κομμάτια των Queensrÿche ενώ συμμετέχει και συνθετικά. Βάζω να ακούσω το εναρκτήριο Οpen που είναι δικό του κομμάτι και το αργόσυρτο riff που σκάει είναι άκρως ικανοποιητικό θυμίζοντας μου λίγο Αlice in Chains. Ωραίο ρεφρέν και ένα κόψιμο στην μέση με το μπάσο στο προσκήνιο, κομμάτι που συνολικά αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. Το ζωηρό Losing Myself με ξενερώνει κάπως χωρίς να είναι απαραίτητα κακό κομμάτι, απλά φέρνει λίγο σε απομεινάρι του Empire. Ακολουθεί το βαρύ Desert Dance που συνδυάζει ανατολίτικες αλά Τea Party μελωδίες με σύγχρονο Metal - μέχρι και λίγο… nu metal (πιπέρι στο στόμα) στο ρεφρέν. Σίγουρα το κομμάτι που μου είχε κάνει την μεγαλύτερη αίσθηση τότε, σήμερα το βρίσκω απλά ΟΚ.
Το πρόβλημα με το Tribe είναι ότι τα highlights του δεν είναι και τόσο μεγάλα για να αγνοήσει κανείς τις πιο μέτριες στιγμές του, που σε ένα δίσκο 40 λεπτών περίπου δεν είναι και λίγες. Δυστυχώς κάποια αδιάφορα ακουστικά και μπαλαντοειδή κομμάτια χαλούν την ροή του δίσκου και εκεί που λες ότι ξεκινήσαμε καλά, αρχίζεις διακριτικά να χασμουριέσαι.
Πάντως χωρίς αμφιβολία υπάρχει σκοτάδι στα τραγούδια, η 9/11 ακόμα νωπή στην μνήμη του Τate και των υπολοίπων. Στιχουργικά γίνεται μια προσπάθεια για κατανόηση της γενικής κατάστασης και έκκληση για ειρήνη και αδελφικότητα μεταξύ των ανθρώπων. Μια ικεσία για τέλος του κύκλου του αίματος. Η δεύτερη πλευρά του δίσκου που ξεκινά με το ομότιτλο άσμα, συνεχίζει με το Blood και τελειώνει με το Τhe Art of Life είναι ο κύριος λόγος για να επισκεφθεί κανείς σήμερα το Tribe. Εδώ θα βρούμε και αντίστοιχα στοιχεία που έκαναν το Promised Land δισκάρα. Το αντικλιμακτικό τέλος με το Doin’ Fine όμως δεν μας αφήνει να πούμε μπράβο ρε παίδες!
Άνισο άλμπουμ, όχι πολύ Metal, όχι και τόσο Prog, κατά την γνώμη μου υποτιμημένο που αξίζει ωστόσο να τσεκάρει κάποιος που έχει ψηλά το Promised Land στις προτιμήσεις του.
Να σημειώσουμε ότι το “Tribe” έχει και μία παραπάνω σημασία για εμάς, καθότι στην περιοδεία για την προώθησή του μάς επισκέφτηκαν για πρώτη φορά, σε εκείνο το μαγικό βράδυ στον Λυκαβηττό.
Έχει τουλάχιστον ενδιαφέρον το πως ακούει ο καθένας μας μουσική, τι τραβάει το ενδιαφέρον, τι αποστρέφει.
Δεν θα κάνω εκτενή αναφορά στην σχέση μου με τους Queensryche, θα το γράψω όταν πρέπει.
Θα πω μόνο πως το Tribe, αν δεν με απατά η μνήμη μου, ήταν και η πρώτη ουσιαστική επαφή με τους εν λόγω κυρίους. Το είχα ακούσει αρκετά τότε (πρέπει να ήταν πολύ κοντά στην κυκλοφορία του), πλέον δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα, αλλά θυμόμουν ότι ένα κομμάτι μου είχε κανεί εντύπωση και πρέπει να ήταν “το 2 ή το 3”. Μόλις ο φίλτατος @stammargg_v2 είπε τον τίτλο (Losing Myself), το θυμήθηκα και το έβαλα μόλις να παίξει και όντως είναι ένα κομμάτι που μου κάνει κλικ, μετά από σχεδόν 20 χρόνια που έχω να το ακούσω.
Ας ξεκινησω κι εγω
QUEENSRYCHE- RAGE FOR ORDER (1986) (Β)
Πρωτοακουσα το δισκο στα τελη των 90s/αρχες 00s, θυμαμαι να μου αρεσει απο την 1η-2η ακροαση, γιατι περα απο την prog φυση του παραμενει και αρκετα ευληπτος και αμεσος με τα ρεφρεν, τις χαρακτηριστικες κιθαρες του αλλα και τις φανταστικες ιδεες του εν γενει. Απο τοτε επανερχομαι που και που σε αυτον, τωρα ειχα αρκετα χρονια να τον ακουσω οποτε επεφτε στην κατηγορια (Β) του game.
Ο δισκος εχει ενα πολυ ιδιαιτερο υφος ακομα και για τα πλαισια του ιδιωματος του, χαρακτηριζεται απο μια ψυχρη μηχανιστικη προσεγγιση στο υποβαθρο του, μια θεματολογια που θυμιζει ταινιες επιστημονικης φαντασιας της εποχης (η ολη αισθηση του ειναι κινηματογραφικη ουτως ή αλλως), και το ανθρωπινο στοιχειο που οταν παιρνει τον πρωτο ρολο μεσα σε ολα αυτα φανταζει πολυ ιδιαιτερο και μεγαλειωδες. Φυσικά σε αυτο συντελει σε μεγαλο βαθμο και η φωναρα του Tate και οι φανταστικες του ερμηνειες.
Αν επρεπε να ξεχωρισω κάποια κομμάτια θα ηταν τα walk in the shadows, I dream in infrared, neue regel και screaming in digital (τελειοτητα), με σκληρο ανταγωνισμο απο τα υπολοιπα, ο δισκος δεν κανει κοιλια πουθενα.
Overall, ενας σπουδαιος δισκος.

(Β)
Δυστυχώς ή ευτυχώς, το “Operation: Mindcrime II” (ΟΜΙΙ) δεν μπορεί να σταθεί αυτόφωτο. Και αυτό, όχι τόσο γιατί δεν μπορεί να μετρηθεί καλλιτεχνικά ούτε μέχρι το γόνατο του πρώτου μέρους της ιστορίας, όσο γιατί η κυκλοφορία του 1988 αποτελεί ένα album στα όρια του μύθου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το βάρος που μοιραία κουβαλάει ό,τι «τολμάει» να κυκλοφορήσει ως συνέχεια του.
Και αν και η ιστορία του δεύτερου μέρους έχει ένα ενδιαφέρον σαν συνέχεια του concept, οι Queensrÿche του 2006 είναι μια μπάντα που έχει ήδη πολλά χρόνια που την έχει πάρει η μουσική κατηφόρα, η οποία, μάλιστα, είναι πολύ απότομη, όταν έχεις φτάσει στις κορυφές που πάτησε το συγκρότημα μέσα στην πρώτη δεκαετία της δισκογραφίας του. Επίσης, ήδη έχουν αρχίσει προ πολλού οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη, οι οποίες μέσα στα επόμενα χρόνια θα ενταθούν σε τέτοιον βαθμό που θα οδηγήσουν στον καλλιτεχνικό πάτο και στον δημόσιο εξευτελισμό.
Συνεπώς, και τον Dio να φέρεις (που τον έφερες) και την φωνάρα της Pamela Moore να ξαναεπιστρατεύσεις (που το έκανες), δεν μπορείς να πετύχεις πολλά, όταν είσαι μια μπάντα που προσιδιάζει σε σκόρπια διαδήλωση και όταν απουσιάζει σχεδόν παντελώς η έμπνευση. Jackson και Wilton ίσα που συμμετέχουν, ο Rockenfield απουσιάζει, «κομπάρσοι» πάνε κι έρχονται και τον δίσκο κουβαλάει ο Tate με τους Stone και Slater κι αναντίρρητα -κι εκ του αποτελέσματος- η απουσία του μέγα DeGarmo (εξακολουθεί να) ρίχνει τη βαριά σκιά της. Και ακόμη και χωρίς το βάρος του πρώτου μέρους να το δούμε το OMII (όσο είναι δυνατόν αυτό, αν, δηλαδή, μπορούμε να παραβλέψουμε με πόση προχειρότητα προσεγγίστηκε ένα τόσο μεγαλεπήβολο project), πρόκειται, επιεικώς, για έναν σχεδόν αδιάφορο και μετριότατο δίσκο. Και αν ενθυμούμαι σωστά, είχε πέσει αρκετή στάχτη στα μάτια μας κατά την κυκλοφορία του από ορισμένους κριτικούς, σε βαθμό που περίμενε κανείς κάτι πολύ αξιόλογο, αλλά άνθρακες…
Όπως και να ‘χει, μετά από αρκετά χρόνια, για να δούμε λίγο πιο αναλυτικότερα όλα συστατικά:
Το ότι το “I’m American” είναι μία σχετικά αξιόλογη στιγμή του δίσκου τα λέει όλα. Κομμάτι που δεν θα έκανε ούτε για ζέσταμα την πάλαι ποτέ χρυσή εποχή του συγκροτήματος. Το “One Foot in Hell” είναι μια μετριότητα και μισή, φέρνοντας στον νου αντίστοιχες στιγμές των τριών προηγούμενων δίσκων. Το “Hostage” ναι…, ξέρω ‘γω; Δεν το λες κακό, δεν το λες και τίποτα ιδιαίτερο. To “The Hands” φυτρώνει αξιοπρεπώς εκεί που έσπειρε το “Breaking the Silence”, ωστόσο αποδεικνύει πως με δανεικά ποτέ δεν πλούτισε κανείς. Αν έπρεπε με το πιστόλι στο κρόταφο να επιλέξω έναν εκπρόσωπο από το υπό συζήτηση πόνημα, παίζει να ήταν αυτό. Το “Speed of Light” είναι, απλά, απαράδεκτο. Ομοίως και το “Signs Say Go”. To “Re-Arrange You” ακούγεται. Το ότι το “The Chase” δεν το σώζει από τη μετριότητα ούτε ο μέγας Ronnie, με κάνει να σκύβω το κεφάλι με απογοήτευση. Το “Murderer?” μετά βίας ξεχωρίζει από τον βούρκο. Το “Circles” το προσπερνάμε σαν σταματημένο. Το “If I Could Change It All” είναι μέτριο προς καλούτσικο, για τα μέτρα των μετά 1994 Queensrÿche πάντα. Το “An Intentional Confrontation” που ακολουθεί είναι μια όμορφη τσοντούλα, που υποθέτω πως έχει έναν ρόλο μέσα στην όλη ροή της ιστορίας. To “A Junkie’s Blues” περνάει σχεδόν απαρατήρητο πλην ενός (ακόμη) δανείου από το πρώτο μέρος. Με τα δύο τελευταία τραγούδια (“Fear City Slide” και “All the Promises”, με το δεύτερο να είναι κάπως καλύτερο) κλείνει, μέσα στη γενικότερη μετριότητα, ένας απογοητευτικός δίσκος, που καταντά μέχρι και ανυπόφορος σε στιγμές, αν θεωρήσει κανείς ανυποψίαστος (όπως όλοι υπήρξαμε πριν την πρώτη μας ακρόαση) ότι αναμένονται συγκινήσεις αν όχι εφάμιλλες, τουλάχιστον σε κάποιο επίπεδο κοντά στις αντίστοιχες που άγγιξε το θρυλικό, original Mindcrime.
Επίσης, να τονίσουμε ότι η παραγωγή είναι κάπως περίεργη, θαρρείς πως πρέπει με το στανιό να ακουστεί σαν τον θείο που κάθεται με τη νεολαία. Δεν ξέρω. Προσωπικά, με μπερδεύει και μού κάνει για εντελώς αταίριαστη (όχι ότι αυτό τού φταίει του δίσκου, βέβαια, αλλά λέμε τώρα…). Και δεν νομίζω ότι ευθύνεται γι΄αυτό τόσο ο μακαρίτης ο Slater, όσο η γενική αναρχία και σύγχυση που επικρατεί ήδη μέσα στην μπάντα (ή στο μυαλό του Tate, αν προτιμάτε).
Εν ολίγοις, αν το OMII έφερε άλλον τίτλο και είχε τα μισά τραγούδια, με αυτά να είναι πιο δουλεμένα, ίσως και να ήταν μια καλούτσικη στιγμή των μετά 1994 Queensrÿche (ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τι ακολούθησε μετά, μέχρι την αποχώρηση του Tate). Αλλά, υπό τον συγκεκριμένο τίτλο και με αυτά τα στοιχεία που παρουσιάστηκε, αποτελεί μία βασανιστική στάση, που κάποιος πιο αυστηρός θα την χαρακτήριζε μέχρι και όνειδος για την ιστορία τους. Και χωρίς να έχω ακόμη ίδια άποψη, το ακόμη χειρότερο για το μέγεθος του εν λόγω είναι πως ακούω δεξιά κι αριστερά ότι κάποιο OMIII που κυκλοφόρησε πρόσφατα, στέκει, λέει, σχετικά αξιοπρεπώς εν γένει…
Πάνε χρόνια που είχα να ασχοληθώ με τον δίσκο και οι πρόσφατες ακροάσεις μού θύμισαν επακριβώς το γιατί.
Χαχαχαχαχα λοιπόν θυμάμαι να δηλώνω “εντάξει καλό είναι” τότε που είχε βγει. Άτιμοι ψυχαναγκασμοί.
Παίζει κι εγώ να έχω να το βάλω να παίξει από τότε…
Είχα δει live το ένα καπάκι μετά το άλλο (Πάμελα ανατριχίλα στο πρώτο). Δεν παίζει να έχω παρακολουθήσει άλλη συναυλία με τόσο άνισο setlist ![]()
Να κάνουμε κάνα poll ποιο είναι το χειρότερο sequel, Operation Mindcrime, Jurassic Park, Εξορκιστής κ.ο.κ.
Το reload
![]()

(Β)
Ας ξεκινήσουμε μ’ έναν ορισμό, βασικό και αναντικατάστατο. Όταν ένα μουσικό σχήμα ορίζεται ως progressive, είτε διά έγγραφων χαρακτηρισμών, είτε μόνο διά της μουσικής πράξης, σημαίνει ότι η ταυτότητά του ξεκαθαρίζει πως κάνει ό,τι θέλει και πάει όπου θέλει. Αυτό το γεγονός, πολλάκις, εμείς οι ακροατές και μουσικόφιλοι τείνουμε -κυρίως μ’ ένα οπαδικό πνεύμα- να το παραθεωρούμε και να απαιτούμε πράγματα. Κάτι που δεν έχει ξεφύγει και από την περίπτωση των Queensryche.
Η αλήθεια είναι ότι πρωτοσυστήθηκαν ως ένα σχήμα που ακροβατούσε μεταξύ progressive και US power metal, με αποτέλεσμα οι προοδευτικές τους ανησυχίες να τοποθετούνταν μέχρι και ταύτη την ώρα υπό το γένος του metal. Δεν ήταν, όμως, λίγες οι φορές που οι μουσικές τους και εκρηκτικές τους εμπνεύσεις δήλωναν εμμέσως “είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από metal”. Και όταν πηγαίνει κανείς με αυτά τα νερά, τότε απολαμβάνει ανένοχα τα πάντα.
Το “Hear in the now Frontier”, αρχικά, διαθέτει το καλύτερο εξώφυλλο της μπάντας απ’ όλη τη δισκογραφία τους. Πάραυτα, όμως, έχει και το μειονέκτημα να ακολουθεί μία σειρά δίσκων απαράμιλλης αξίας. Ωστόσο, ό,τι και να συνέβη, αυτός ο δίσκος είναι μία ακόμη απόδειξη [κατά έναν τρόπο η τελευταία, καθότι το υπόλοιπο του καθολικού τρόπου βρίσκεται κάπου στο “Dedicated to Chaos”] ότι οι Queensryche είναι ένα άκρως progressive σχήμα, που μπορεί να μεταβαίνει σε όποια μουσικά χωράφια θέλει.
Παλαιότερα, όταν δηλαδή πρωτοανακάλυψα το δίσκο, άκουγα τραγούδι από 'δω κι από 'κει, χωρίς να αφιερώσω χρόνο στην ολότητά του. Επηρεασμένος, ως ενός σημείου, και από τα τότε αναγνώσματά μου, θεωρούσα ότι η αξία του ήταν “λερωμένη”. Το εξώφυλλό του, όμως, [κάτι σαν το αθάνατο έμβλημα του Batman] με υπενθύμιζε συνέχεια την παρουσία του και όχι τη με κάποιο νόημα απουσία του. Οπότε, τώρα ήρθε η στιγμή να το δικαιώσω. Έστω και μέσα από αυτές τις μικρές και ασήμαντες λέξεις να του καταθέσω την αξία που του πρέπει.
Χωρίς πολλές υπεκφυγές και δρασκελισμούς στα πέρα δώθε, το “Hear in the now Frontier” είναι ένας πολύ ωραίος δίσκος. Είναι Queensryche, είναι αυτό που επιθυμούσε η μπάντα, ιδίως τότε. Να περιπλανιέται σε μουσικά ηχοτοπία, που θα την έκαναν να νιώθει καλά με τον εαυτό της. Ας είναι grunge. Είναι Queensryche. Με τη μόνη εμφανέστατη διαφορά από τους προκατόχους, ότι μάλλον έφτιαξαν ένα δίσκο για την παρέα και όχι για το metal κοινό. Μπορεί να ήθελαν κι άλλη διασημότητα. Μπορεί να φοβόντουσαν μη ρυτιδιάσουν μέσα στα πέτσινα και τα καρφιά, αλλά δεν έχασαν κάτι ολόκληρο από την ταυτότητά τους.
Σίγουρα τα 14 τραγούδια, εκ των οποίων 3-4 διέπονται από ανουσιότητα, είναι υπερβολικά. Και το μεγαλύτερο έγκλημα μ’ αυτόν το δίσκο είναι, πως άφησαν στην απ’ έξω το “Chasing Blue Sky”, το οποίο είναι η ηχώ του DeGarmo. Είναι το είναι του. Αυτό, για το οποίο τον αγαπήσαμε (και συνεχίζουμε να τον αγαπάμε). Από 'κει και πέρα, και αν αφήσουμε στην άκρη την επιτακτική φτιαγμένη ανάγκη να σκάψουμε για να βρούμε κάτι μεταλλικό μέσα στο “σώμα” του, τότε είναι που απολαμβάνουμε άνετα τα τραγούδια και την προαναφερόμενη παρεΐστικη ατμόσφαιρα του. Χώρια, ότι το “Hero” είναι ένα από τα ωραιότερα άσματα της δισκογραφίας τους με τις συναισθηματικές του κιθάρες να ρέουν σε όλες τις άκρες των χρόνων της μπάντας.
Εν κατακλείδι, αυτό το κείμενο είναι μία προσωπική οπτική και δεν χρειάζεται να υπάρξει συμφωνία απόψεων. Και σ’ αυτόν, τον δικό μου κόσμο, το “Hear in the now Frontier” είναι, τελικά, μία σωστή δισκογραφική ακολουθία. Με το “Promised Land” φτάσαν σε ένα αποκορύφωμα, που δεν είχε προηγούμενο και δε θα ‘χε επόμενο. Γι’ αυτό και ήταν άριστα προοδευτικοί. Έδειξαν ότι από τη μια μπορούν να γράψουν αυτό το τέλειο “Saved” και από την άλλη, να φτάξουν ένα δίσκο που να φαίνεται ότι αλωνίζει σε “ξένες” αυλές, αλλά να είναι αυτοί που είναι στη φύση τους.
(Γ)
Θυμάμαι, πως τον Ιούνη της κυκλοφορίας του το είχα φορτώσει στο mp3 και για δύο βράδια στη προϋπνια ραστώνη μου, ξαπλωμένος το άκουγα. Είχα βρεθεί προ μεγάλης εκπλήξεως, χωρίς να δύναμαι να προσδιορίσω την ένδειξη του πρόσημου - θετικό ή αρνητικό. Ήμουν σε μία έκπληξη αγνώστου “πατρός”, θα το χαρακτήριζα καλύτερα. Κι έτσι, από την τρίτη μέρα κι έπειτα άρχισα να το εγκαταλείπω μέσα στην ορφάνια του.
Δυστυχώς (ή και ευτυχώς) αυτός ο δίσκος δημιουργήθηκε και κυκλοφόρησε καταποντισμένος και κατακρεουργημένος από τα άσχημα παρασκηνιακά συμβάντα, για τα οποία δε χρειάζεται να γίνει λόγος. Το μόνο που θα ήθελα να αναφέρω, είναι τι εμπόδιζε πραγματικά τους υπόλοιπους ανθρώπους του σχήματος να πούνε “Όχι” στην κίνηση του Tate να διαγράψει μονομιάς το τότε προϋπάρχον υλικό, που ήταν έτοιμο να σερβιριστεί, και ουσιαστικά να πλασάρει το δικό του, το οποίο και είναι ο υπάρχων δίσκος. Βέβαια, δε νομίζω, αντικειμενικά, ότι έχει και κάποιο νόημα να λάβουμε απάντηση. Ον γέγονεν, γέγονεν.
Ο δίσκος αυτός είναι μία απόδειξη, πως οτιδήποτε κυκλοφόρησε μετά τη φυγή του DeGarmo, είναι κατώτερο του “Hear in the Frontier”. Η τάση και η σκέψη να ακολουθήσουν τη “μόδα” των ύστερων Genesis και να γίνουν ακόμα μεγαλύτεροι μουσικοί, δηλαδή ραδιοφωνικοί και με ευρύτερο κοινό, απεδείχθη μία αποτυχία.
Πράγματι, η προοδευτική τους φύση δεν τους εγκατέλειψε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετή για να λάμψει ένα ομοιογενές και ανθοφόρο σύνολο. Η απόπειρά τους να φορτώσουν σε ήχο τα τραγούδια τους, να εκμοντερνίσουν τις ενορχηστρώσεις τους και ενίοτε να φανερωθούν πιο “χορευτικοί”, ήταν μία αυτοκτονία. Μέσα στο σύνολο των τραγουδιών που ηχογράφησαν, οι οάσεις που φωνάζουν από χιλιόμετρα μακριά Queensryche είναι μετρημένες μόνο στο ένα χέρι και ζήτημα να αγγίζουν και τα πέντε δάκτυλα. Ακόμα και στην προσπάθειά τους να ακουστούν σαν U2 μέσα από το πριγκηπικά υπέροχο “Around the World”, δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά θησαύρισμα μπροστά στο υπόλοιπο “μακελειό”.
Ο δίσκος μπορεί να ικανοποιεί ως μουσικό περιεχόμενο, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια δεν έχει αντοχές στο χρόνο. Ευρισκόμενος κανείς ενώπιον των “At the Edge” και “Hard Times” (η κατάρα των bonus να είναι ανώτερα και να μένουν στον πάγκο) κατατρύχεται από έντονη νοσταλγία και αδιάκοπα ερωτηματικά, χωρίς ωστόσο να τον κάνουν να νιώθει άνετα.
Το “Dedicated to Chaos” ήταν ήδη ένα σπασμένο ποτήρι και όχι απλά ένα ξεχειλισμένο. Χάριν ανόητων καταστάσεων, οι μουσικοί αυτοί παραμέρισαν το ταλέντο τους και υποχώρησαν στο να μεταμορφώσουν το σχήμα τους σε κάτι που δεν είναι προοδευτικό, ακόμη κι αν ακούγεται έτσι. Μπορεί κάποιος να σκεφτεί, ότι και οι Ulver μεταμορφώθηκαν εν μία νυκτί εν ετέρα μορφή, αλλά ήταν ξεκάθαροι με πολύ θράσος και πολύ θάρρος μουσικής.
Οι Queensyche τελείωσαν ό,τι είχαν ξεκινήσει μέσα σε αυτό το χάος. Ωραίο, καλό, αλλά κανείς δε θα θυμάται πάνω από 3-4 τραγούδια. Δε θα πω, όμως, κρίμα. Όπως φαίνεται, στην Αμερικάνικη σκηνή του US prog/power υπάρχει ένας άνθρωπος που το λέει η καρδούλα του να “ανασταίνει” καρδιές που παραιτήθηκαν από τον εαυτό τους. Και δεν είναι σωσίας κανενός. Είναι ο εαυτός του.

(Γ)
Προσπαθούσα να θυμηθώ γιατί, ενώ μέχρι το OMII, για το οποίο έγραψα παραπάνω, δεν είχα χάσει σχεδόν τίποτα από την μπάντα, το “American Soldier” ήταν η ουσιαστική απαρχή της απομάκρυνσής μου από τη δισκογραφία της (το “Take Cover” ουδέποτε μού κέντρισε το ενδιαφέρον, γιατί απλά δεν με απασχολούν σχεδόν ποτέ τέτοιοι δίσκοι).
Δεν εντόπισα τον λόγο, αλλά ίσως υποσυνείδητα η όλη θεματολογία του δίσκου, του οποίου η όλη περίοδος προετοιμασίας/ηχογράφησης και κυκλοφορίας σχεδόν συνέπεσε με τη δική μου ετήσια θητεία στις ΕΔ (303, κυρίες μου), να με απέτρεψε από τα να ακούσω και γι’ άλλο άρβυλο. Γιατί ο κανόνας λέει ότι λίγο πριν την έναρξη της θητείας και κατά τη διάρκεια αυτής οι περισσότεροι δεν μιλάνε για τίποτα άλλο (το οποίο είναι λογικό, ως ένα σημείο), αλλά το πρώτο δευτερόλεπτο που ξαναγίνεσαι πολίτης, οι συζητήσεις αυτές κόβονται με το μαχαίρι (επίσης, λογικό). Ακόμη, σίγουρα ενθυμούμαι ότι οι χλιαρές κριτικές της τότε εποχής δεν βοήθησαν να ξεπεραστεί αυτό το χάσμα.
Επομένως, αν εξαιρέσουμε τις σχετικά γνωστές στιγμές του εν λόγω (“If I Were King” και “Home Again”), όλο το υπόλοιπο το είχα αγγίξει από επιδερμικά έως καθόλου. Και στο μυαλό μου, η συγκεκριμένη κυκλοφορία φιγουράριζε μέχρι σήμερα έως ό,τι χειρότερο έχει κάνει ποτέ η μπάντα. Και γιατί λέω «έως σήμερα»; Γιατί σίγουρα δεν είναι. Αρκεί κανείς να την τοποθετήσει στο πλάι του OMII, επί παραδείγματι, και το “American Soldier” το ξεπερνάει με σχετική άνεση. Και το παράδειγμα δεν μπαίνει τυχαία, γιατί αμφότερα εμπίπτουν σε αυτήν την μπερδεμένη περίοδο για την μπάντα, όπου η πορεία προς την τελική «αναμέτρηση» και τις δημόσιες πομπές δεν έχει γυρισμό. Στην περίοδο που ο Tate πορεύεται με παρωπίδες, έχοντας τους υπόλοιπους μέχρι πρότινος στυλοβάτες ωσεί παρόντες, και με διάφορους τρίτους να στηρίζουν ό,τι μπορεί να στηριχθεί σε αυτό το μετέωρο βήμα στο κενό. Τι σημαίνουν, όμως, όλα αυτά; Ότι το “American Soldier” είναι ένας καλός δίσκος; Όχι.
Ωστόσο, είναι ένας δίσκος που κομίζει με συνοχή αυτό το στοιχείο του «σύγχρονου» που θέλει να υιοθετήσει ο Tate η μπάντα την τότε εποχή. Το κάνει με μια σχετική ευπρέπεια και κομψότητα, χωρίς τα μπερδέματα του OMII π.χ., ώστε να καταντάει φλύαρο, πομπώδες κι εντέλει ανούσιο. Στο “American Soldier” -εγώ τουλάχιστον- εντοπίζω μια συνέπεια στο concept (μουσικά αναφέρομαι κυρίως/το στιχουργικό it is what it is) και στην εκτέλεση, σε βαθμό που ο δίσκος ακούγεται ευχάριστα. Κι όταν λέω ευχάριστα, για να εξηγούμαστε, το θέτω σ’ ένα πλαίσιο μουσικής ανελκυστήρα π.χ. ή ενός μακρινού οδικού ταξιδιού που θες τέτοια μουσική σαν «χαλί», που ναι μεν να σε κρατάει σε μια εγρήγορση, αλλά δεν απαιτείται (και δεν χρειάζεται εντέλει) να δώσεις την οποιαδήποτε παραπάνω σημασία σε αυτή. Και μάλιστα, όσοι έχετε διαβάσει 4-5 κείμενά μου λίγο πιο λεπτομερώς, ίσως να θυμάστε πόσο απεχθάνομαι τους δίσκους με πολλά κομμάτια, καθότι στο 99% των περιπτώσεων δεν έχουν τίποτα να μου πουν σαν ολότητα και κρίνω ότι στερούν από το πόσο συμπαγές θα ήταν ένα αποτέλεσμα με τα μισά «καλά» τραγούδια. Ε, εδώ (στο “American Soldier”) η περίπτωση είναι ακόμη πιο περίεργη, καθότι τα 12 τραγούδια, με συνολική διάρκεια άνω της ώρας, δεν με ενοχλούν καθόλου. Κι αυτό διότι πουθενά δεν υπάρχει μια κορύφωση, ένα κάτι που να τραβήξει την προσοχή, τέλος πάντων. Όλο το ζήτημα πάει σαν μία flat γραμμή, χωρίς να ενοχλεί καθόλου. Βέβαια, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που πολλοί το θεωρούν το χειρότερο album των Queensrÿche, βάσει των δυνατοτήτων τους. Σου λέει ο άλλος «Κάλλιο ένα album που τόλμησε και ξεφτιλίστηκε, παρά ένα κλινικά νεκρό album». Χωρίς, προσωπικά, να τη συμμερίζομαι αυτήν την άποψη, την κατανοώ.
Φυσικά, δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα να γράψουμε εδώ για στιγμές που ξεχωρίζουν, μιας και όλος ο δίσκος κινείται πάνω-κάτω σε παρόμοια επίπεδα. Θα μπορούσα να πω, αν πιεζόμουνα, κάποια πράγματα που μ’ άρεσαν περισσότερο (όπως και κάποια solo ήταν σε καλό επίπεδο), αλλά δεν βρίσκω τον λόγο. Βάλτε και ακούστε το δισκάκι. Σας εγγυώμαι ότι δεν θα αλλάξει η ζωή σας, δεν θα ενοχληθείτε, θα κυλήσει σχετικά ανέφελα αυτή η ώρα, και όπως θα τελειώσει εύκολα, το ίδιο εύκολα θα ξεχάσετε κι εσείς αφ’ ης στιγμής αυτό που μόλις ακούσατε. Δεν ξέρω… Maybe you have one hour to kill…
Μπράβο για τις κριτικές σε μη δημοφιλή - προφανή album, αυτό είναι που περιμέναμε να διαβάσουμε εδώ! (Ίσως ορισμένοι εξ ημών να προσδοκούσαμε και κάποιο… πληθωρικό θάψιμο χωρίς “λείανση των αιχμών”, αλλά ας είναι!)
Αυτό το πληθωρικό θάψιμο χωρίς “λείανση των αιχμών” είναι να το έχουμε και στη φύση μας και με την προϋπόθεση ότι περάσαμε από τα χρόνια, που επηρεαζόμασταν άμεσα ή έμμεσα από κάποια κείμενα εκεί έξω.
Πάντως, για να μην κρύβομαι, υπάρχουν τώρα που το σκέφτομαι 3-4 δίσκοι (μέσα σ’ αυτούς κι ένα τρισάθλιο “Best”), που άνετα τρώνε φτυάρι.



