..Με λίγα λόγια

Ο κιθαρίστας των Mr. Bungle είναι!

Καλά, με διαφορά ο αγαπημένος μου FNM δίσκος και από τους αγαπημένους μου της δεκαετίας. Τρομερός.

2 Likes

Ναι ναι, για αυτό έγραψα φιλαράκι του Πατον!

1 Like

@Ian_Metalhead & @Sevek τεράστιες δισκάρες πετάξατε και οι δύο, καρδούλες ατελείωτες.

@Leper_Jesus ακριβώς το ίδιο θέμα έχω με τους social distortion, και γαμώτο προσπάθησα να μου αρέσουν. το δίσκο αυτόν δεν του χω δώσει τη δέουσα προσοχή, οπότε θα το ξαναπροσπαθήσω, ευχαριστώ για την πρόταση!

ωραίο θρεντ παίδες

1 Like

Λαμβάνουμε ως δεδομένα τα εξής στοιχεία:

• Κακής αισθητικής, computerized εξώφυλλο.

• Ακαταλαβίστικα και «γραφικά» παρατσούκλια μελών της μπάντας.

• Στίχοι περισσότερο «τυρένιοι» και από ελβετικό φοντύ.

• Booklet με τόσο cringe αναφορές και thanks list που αισθάνεσαι αμήχανα εσύ που τα διαβάζεις.

Τι αναμένουμε από ένα power metal album με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά; ‘Η να είναι αριστούργημα ή να είναι για πέταμα.

Ευτυχώς, οι Σουηδοί Lost Horizon εμπίπτουν στην πρώτη περίπτωση, έχοντας κυκλοφορήσει το εκπληκτικό ντεμπούτο τους “Awakening the World”, πίσω στο 2001.

image

Μπάντα «ιδιοκτησίας» του Πολωνού Wojtek Lisicki, η οποία και λεγόταν Highlander μεταξύ των early και mid ‘90s, χωρίς, ωστόσο, κάποια κυκλοφορία υπό την συγκεκριμένη «επωνυμία». Πριν την αλλαγή του ονόματος σε Lost Horizon, από τους Highlander «παρήλασαν» μεταξύ άλλων οι Michael Nicklasson (ex- Dark Tranquillity), Joacim Cans (HammerFall), Stefan Elmgren (ex- HammerFall) και Patrik Räfling (ex-HammerFall).

Φτάνουμε, λοιπόν, αισίως στην αρχή της νέας χιλιετίας όταν και εισέρχεται στο συγκρότημα, μία φωνάρα από εδώ έως το υπερπέραν, ο καραφλός κύριος Daniel Heiman. Το «μείγμα» έχει πλέον «δέσει» και προκύπτει εντέλει το εν λόγω album.

Φρέσκο και «δροσερό», μπάντα σφιχτοδεμένη, «κρυστάλλινος» ήχος, αλλά πάνω από όλα 7 τραγουδάρες (υπάρχουν και μία εισαγωγή, ένα outro κι ένα instrumental-«γέφυρα»). Πραγματικά, δεν υπάρχει περιττή νότα σε αυτό το «κολασμένο» album, το οποίο σε πιάνει από το λαιμό και σε φέρνει σβούρες μέχρι να ξεχάσεις το όνομά σου. Καταπληκτική δουλειά στις κιθάρες και ΣΥ-ΓΚΛΟ-ΝΙ-ΣΤΙ-ΚΗ φωνή. Ένας δίσκος πραγματικό «κόσμημα» του power metal.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα και το “A Flame to the Ground Beneath”, του 2003.

Από τα μέσα περίπου των ‘00s τηρούν σιγή ιχθύος (μετά και την αποχώρηση του Heiman), ενώ κάποια πολύ ενθαρρυντικά δείγματα της επικείμενης νέας δουλειάς υπάρχουν στο site τους από το 2009… Μακάρι κάποια στιγμή να ενεργοποιηθούν ξανά, αλλά ουσιαστικά.

Για όσους θέλουν να αφιερώσουν χρόνο να «κάψουν εγκέφαλο», αλλά με άκρως πωρωτική μουσική υπόκρουση, απλά χωθείτε εδώ υπ’ ευθύνη σας…

3 Likes

Ναι μεν ήξερα τη μπάντα, δεν έχω ακούσει όμως νότα. Μετά την παραπάνω περιγραφή μπήκα από περιέργεια να ψάξω τα παρατσούκλια των μελών. Νομίζω ότι όσο τα διάβαζα ζούσα μια από τις πιο άβολες στιγμές της ζωής μου. Δεδομένου ότι πρόκειται και για power metal, οκ δεν υπάρχει περίπτωση καν να ακούσω τι παίζουν.

1 Like

Η επικαιρότητα, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, βρίθει από συζητήσεις για απαγόρευση κυκλοφορίας και αποφυγή εξάπλωσης της μετάδοσης.

Συνειρμικά, προκύπτουν αγγλιστί, τα curfew και spreading the disease, αντίστοιχα.

Πού αλλού να πάει ο νους, εκτός από το album-σταθμό των σταθμών (ω σταθμοί!), το ανυπέρβλητο “Operation: Mindcrime” των Queensrÿche.

image

Δεν ξέρω τι παραπάνω -απ’ όσα έχουν γραφτεί τα τελευταία 30 και πλέον χρόνια- μπορώ να αναφέρω για αυτό το μνημειώδες έργο τέχνης, που μοιάζει σαν το απόλυτο δημιούργημα που μπορεί να προκύψει όταν όλοι οι “πλανήτες” των δημιουργών του ευθυγραμμίζονται. Και ποιων δημιουργών; Των ίδιων που είχαν ήδη κυκλοφορήσει την προηγούμενη πενταετία το ομώνυμο EP, καθώς και τα “The Warning” και “Rage for Order”. Των ίδιων που θα κυκλοφορούσαν την επόμενη εξαετία τα “Empire” και “Promised Land”. I rest my case…

Μουσικά, δεν μπορούν να σημειωθούν πολλά. “Απάτητες κορυφές” σχεδόν τα πάντα, με μοναδική -κατά την άποψή μου- στιγμή που αναδεικνύεται κάπως πιο αδύναμη το “The Needle Lies”. Όπως και να 'χει, αδιαπραγμάτευτο δεκάρι.

Ας γράψω λοιπόν δυο-τρία πραγματάκια για τα μηνύματα (όπως τα εκλαμβάνω εγώ τουλάχιστον) του απόλυτου, θεματικού metal δίσκου και της ιστορίας που αυτός πραγματεύεται.

Σε μία πρώτη ανάγνωση, το εξώφυλλο, η ιστορία και οι στίχοι σε κάνουν να θες να υψώσεις την αριστερή σου γροθιά και να επαναστατήσεις ενάντια στην αδικία της ζωής εν γένει και της κοινωνίας (ή ορθότερα της καθεστηκυίας τάξης) εν προκειμένω, στο παγκόσμιο κοινωνικοοικονομικό κατεστημένο, στον καπιταλισμό της εκμετάλλευσης, στις ΗΠΑ, στον συντηρητισμό, στην οργανωμένη θρησκεία κ.λπ. Αυτή η αντίδραση είναι πολύ έντονη και ορθή, ωστόσο, θα αφαιρούσαμε πολλά από το βαθύτερο νόημά της (της ιστορίας), εάν εμμέναμε αποκλειστικά στην ανωτέρω ερμηνεία της.

Παραλλήλως, λοιπόν, της δεδομένης επαναστατικής, αλλά και κριτικής θεώρησης της κοινωνικής ανισότητας, της διαφθοράς και της ατομικής χειραγώγησης και εκμετάλλευσης, η ιστορία του “Operation: Mindcrime” ενέχει μία άκρως πεσιμιστική και τραγική θεώρηση της ατομικής πραγματικότητας και πορείας του κυρίως πρωταγωνιστή της (Nikki), αλλά και της δευτεραγωνίστριας (Sister Mary). Αμφότεροι, αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα στο δίπολο καλού-κακού, όσο και ηθικού-ανήθικου, πασχίζουν να εντοπίσουν την χαμένη τους προσωπικότητα και κατ’ επέκταση να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωσή τους, “δραπετεύοντας” από τα δεσμά τους. Για αυτήν τη σύντομη στιγμή, βρίσκουν μέσω του αγνότερου συναισθήματος, δηλαδή της αγάπης, το ορθό “μονοπάτι” της ατομικής τους πορείας, ωστόσο, μοιραία θα το απολέσουν άμεσα, ως τραγικές φιγούρες των πραγματικοτήτων στις οποίες έχουν και οι δύο “εγκλωβιστεί”.

Συνεπώς, μέσα από ένα πρίσμα κατακραυγής του σαθρού χαρακτήρα των δομικών στοιχείων μίας κοινωνίας που οδεύει ολοταχώς προς μία δυστοπική κατάσταση (με “δάνεια” και από τη φιλοσοφία του “Rage for Order”), η μεγαλοφυΐα του Tate (αλλά και των Queensrÿche) μας παραδίδει ουσιαστικά μία σύγχρονη, πεισμιστική τραγωδία, που “πατάει” έντονα στα στοιχεία της αντίστοιχης αρχαίας ελληνικής. Μολαταύτα, αφαιρείται το στοιχείο της κάθαρσης κι επισημαίνεται έντονα το απαισιόδοξο “Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον” μήνυμα.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, 30 και πλέον έτη μετά, δυστυχώς, η αρνητική προκατάληψη και προδιάθεση της κεντρικής φιλοσοφίας του album παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ. Ναι, αυτή η φευγαλέα έκλαμψη της ζωής μας που μπορεί να μας οδηγήσει στο να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό είναι εκεί (μία “χαραμάδα” ελπίδας), αλλά αυτό το ζωώδες ένστικτό μας για αλληλοκαταστροφή και αυτοκαταστροφή, μάλλον φαίνεται να “βαραίνει” περισσότερο στο “ζύγι”.

Για το τέλος, παραθέτω ένα μικρό ιστορικό τεκμήριο του πόσο επίκαιρο ήταν, είναι και θα είναι το album. Το 2003, οι Queensrÿche έδωσαν ένα μεγαλειώδες live στον Λυκαβηττό. Βρισκόμασταν στην μετά 9/11 περίοδο, με τους πολέμους στη Μέση Ανατολή να βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Ο Tate στη μεσαία “γέφυρα” του “Spreading the Disease”, στο σημείο όπου και “χώνει” το μανιφέστο του για θρησκεία, σεξ και πολιτική (“Religion and sex are powerplays…”), μεταβάλλει τον τελικό στίχο από “Politicians say no to drugs / While we pay for wars in South America” σε “Politicians say no to drugs / While we pay for wars in the Middle East”.

Ακόμα πιο οξύμωρο είναι το γεγονός ότι η όλη ιστορία που άρχισε να “σχηματίζεται” στο κεφάλι του Tate (μετά την παρατήρηση και την επαφή του με ένα Καναδικό, σχισματικό, πολιτικό γκρουπ εκβιαστών και κλεφτών) πήρε “σάρκα και οστά” μέσα σ’ έναν Καθολικό ναό. Πράγματι, ναι μεν η ζωή “τρέφει” την τέχνη, το κάνει δε με αξιοπερίεργο τρόπο ορισμένες φορές…

13 Likes

Ποσα κ ποσα κειμενα εχω διαβασει σε αφιερωματα πχ για το Operation αλλα αυτο ισως ειναι το καλυτερο. Αν ειχε κ αναφορά σε καθε ενα τραγουδι, ολα τα υπόλοιπα θα ειχαν σβηστει.

Ευγε.

3 Likes

Φοβερό άλμπουμ (άλλο ένα άλμπουμ που εκτίμησα σε μεγάλη ηλικία) και φοβερό ποστ :heart:

2 Likes

Είναι αδιανότητο, όπως λες, το πόσες κορυφές πέτυχαν οι Queensryche μέσα σε μία δεκαετία περίπου. Σπάνια μπάντες καταφέρνουν τέτοιο σερί, και μάλιστα με μία συνεχή εξέλιξη στον ήχο τους. 'Ηθελα απλά να σημειώσω ότι ο χαρακτηρισμός των Queensryche ως “αριστερών” ή του “Operation: mindcrime” ως “επαναστατικού” (ως προς το περιεχόμενο) album, ήταν μάλλον βεβιασμένος και μάλλον οφειλόταν στην έλλειψη δίσκων με πολιτική στιχουργική στο metal γενικότερα. (Δεν εννοώ ότι εσύ τους χαρακτηρίζεις έτσι, γενικότερα σχόλια κάνω με αφορμή το post σου). Θέλω να πω, δηλαδή, δύο πράγματα: πρώτον, για 'μένα το concept του album είναι κυρίως κοινωνικής/προσωπικής φύσεως, κι έχει να κάνει με την αποξένωση, τις προσωπικές/χημικές εξαρτήσεις κλπ., δηλαδή κυρίως εστιάζω στην ιστορία του Nikki. Κατά δεύτερον, όσες άμεσες πολιτικές νύξεις υπάρχουν, κυρίως έχουν να κάνουν με τη στηλίτευση ενός “διεφθαρμένου συστήματος”, παρά με την πρόταση ενός διαφορετικού τρόπο ζωής, για παράδειγμα. Πράγμα που το κάνει πολιτικό, ως ένα σημείο, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν μπορεί να του δώσει το χαρακτηρισμό του… ας πούμε “ριζοσπαστικού”, για να μη βάλω συγκεκριμένη ταμπέλα. Δεν ξέρω, ας πούνε κι άλλοι, καιροί που είναι και καθόμαστε σπίτια μας, ας αμπελοφιλοσοφούμε.

Υ.Γ. Δεν έχω υπόψη μου, είναι η αλήθεια, και τι λέγανε οι ίδιοι οι Queensryche σε συνεντεύξεις της εποχής, για παράδειγμα.

3 Likes

Ριζοσπαστικό, γιατί αν εξαιρέσεις το πανκ ( το θράς ακόμα ασχολουταν με διαβόλους), δεν είχαμε σε μεινστριμ μπάντα τέτοιες αναφορές.
Πλέον σίγουρα όχι ριζοσπαστικό, τότε σίγουρα.

1 Like

Ο “κατ’ οίκον περιορισμός” αντιμετωπίζεται ευκολότερα με την συντροφιά αγαπημένων δίσκων και της “διαφυγής” που αυτοί προσφέρουν!

Το “Remember the Future” είναι ο τέταρτος δίσκος των Nektar σε διάστημα μικρότερο των δύο ετών. Η “ταχύτητα κίνησης” της μουσικής στα early seventies παρέχει μεν μια ικανοποιητική εξήγηση, όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι κατά κανόνα μιλάμε για LPs διάρκειας 35-40 λεπτών.

Το συγκεκριμένο πραγματεύεται το πώς ένα εξωγήινο “Bluebird” επιστρέφει στη Γη για να αφηγηθεί την ιστορία της σε ένα τυφλό παιδί και αποτελείται από ένα μόνο τραγούδι, χωρισμένο στα δύο για προφανείς πρακτικούς λόγους. Όπως και στην περίπτωση των Jethro Tull (“Thick As a Brick”, “Α Passion Play”) αυτή η επιλογή δικαιολογείται απόλυτα από την ροή της μουσικής και τις εναλλαγές που, όχι μόνο δημιουργούν την αίσθηση της συνέχειας, αλλά αφήνουν και την εντύπωση ότι η διάρκεια του δίσκου είναι σαφώς μικρότερη από την πραγματική, ενδεικτικό της συνοχής του υλικού και της απουσίας περιττής “φλυαρίας”.

Η κινητήριος δύναμη εδώ είναι αδιαμφισβήτητα η κιθάρα του Roye Albrighton που οδηγεί την “αφήγηση”, άλλες φορές με μελωδικά leads κι άλλοτε με heavy riffing, ενώ τα solos του είναι μετρημένα και πάντα εξυπηρετούν ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη.

Η πρώτη πλευρά εμφανίζει μεγαλύτερη αμεσότητα, κερδίζοντας τις πρώτες εντυπώσεις. Κάνοντας χρήση των τίτλων των επιμέρους τμημάτων που διακρίνονται στην ροή του album, ξεκινάει με το “Images Of The Past” για να συνεχίσει με το υπέροχο “Wheel Of Time”, ίσως την ομορφότερη στιγμή εδώ, και το ομώνυμο που οδηγεί στο “Confusion”, ένα progressive space rock οργιώδες instrumental κομμάτι που κλείνει ιδανικά το πρώτο μέρος.

Η δεύτερη πλευρά, που απαιτεί περισσότερες ακροάσεις για να σου “αποκαλυφθεί”, ανοίγει με το βραχύ, μελωδικό “Returning Light” για να ακολουθήσουν τα “Questions And Answers” και “Tomorrow Never Comes” με την ήρεμη εισαγωγή και τα crescendo, το “Path Of Light” όμως, ένας απευθείας “απόγονος” των Pink Floyd, είναι που κλέβει την παράσταση, και τέλος, το funky pop “Let It Grow” έρχεται να ρίξει την αυλαία, προϊδεάζοντας για το αμέσως επόμενο πόνημα της μπάντας.

Παρά την φαινομενικά απλούστερη προσέγγιση και τις “pop” τάσεις του, το "Remember the Future διαδεχόμενο το ψυχεδελικό space rock του ντεμπούτου, το heavy prog του “A Tab…” και το ανελέητο jamming του “…Sounds Like This”, αποδεικνύει περίτρανα ότι οι Nektar δεν έμεναν στάσιμοι. Αυτό, αν δεν απατώμαι, είναι η ουσία του progressive. Ίσως να επιχείρησαν και σε “περιοχές” που δεν εμπίπτουν στα γούστα του καθενός μας, αλλά κι αυτό progressive δεν είναι;

9 Likes

Ωραία πραγματάκια βάζεις, που ούτε καν ήξερα ότι υπήρχαν.

Αυτό που πάντα με δυσκόλευε στο prog rock των 70s και ενίοτε και στο σύγχρονο prog rock, είναι τα τεράστια κομμάτια. Δεν είμαι ακροατής του 3λεπτου, ίσα-ίσα τα 7-12 λεπτά είναι καταπληκτικά όταν ένα κομμάτι έχει να πεί πολλά.
Από την άλλη όταν ένας δίσκος 35-40 λεπτών, χωρίζεται σε 2 κομμάτια (ή οι Rush του Hemispheres για παράδειγμα), με ζορίζει, καθώς δεν προλαβαίνω να ταυτιστώ με την μουσική. Σπάνια θα βρώ χρόνο να ακούσω 20 και 25 λεπτά μουσικής αναπόσπαστος.
Εκεί που έχω καταλήξει είναι πως τα μεγάλα κομμάτια “πρέπει” να χωρίζονται σε parts, το οποίο βοηθάει από πολλές απόψεις ένα ακροατή. Ακόμα και η ανωμαλία που έχουν κάνει οι Meshuggah του Catch 33, που ορισμένα κομμάτια είναι χωρισμένα randomly, το βρίσκω πιο βοηθητικό.

πχ αν ο ίδιος ο καλλιτεχνης θεωρεί κάτι τέτοιο:

  1. Cygnus X-1 Book II: Hemispheres 18:08
  • I. “Prelude” 4:29
  • II. “Apollo (Bringer of Wisdom)” 2:30
  • III. “Dionysus (Bringer of Love)” 2:06
  • IV. “Armageddon (The Battle of Heart and Mind)” 2:56
  • V. “Cygnus (Bringer of Balance)” 5:01
  • VI. “The Sphere (A Kind of Dream)” 1:06

Γιατί να μην αποτυπωθεί στο CD(ή σε οποιοδήποτε ψηφιακό μέσο) και αυτό? Για βινύλιο , δεν ξέρω πως μπορεί να δουλέψει κάτι τέτοιο βέβαια.

1 Like

Ο καλύτερος power metal δίσκος διαχρονικά είχε ήδη κυκλοφορήσει το '87 από τη Φλόριντα και με μία σειρά από θριαμβευτικές και αξιόλογες κυκλοφορίες, χρειαζόταν κι ένας άλλος αέρας - κάτι να έδινε μιαν άλλη ανάσα στον ήχο και το έπραξαν οι Gamma Ray με τους τρεις πρώτους δίσκους τους και το αποκορύφωμα να είναι το “Insanity and Genius” του '93.

Αυτός ο δίσκος σε ένα πράγμα μόνο υστερεί, κατά το πολύ ελάχιστον, στη μη ολοκληρωτικά άψογη ερμηνεία του Ralf, που κατά τη γνώμη μου είχε δώσει τα ρέστα του στο “Sign No More”. Εδώ μέσα, πέραν του ότι ο Kai είχε δίπλα του παικταράδες σε όλα τα επίπεδα, έπιασε στο πικ της έμπνευσής του το συνδυασμό του power με το hard rockin’ attitude με τέτοιον τρόπο που κανείς μέχρι και σήμερα δεν το ξανάκανε. Και μπορεί οι Judas Priest να είχαν ήδη κυκλοφορήσει το “Painkiller”, αλλά ευτυχώς εκείνο τον καιρό λάτρευε την δυναμική των Sweet και πέρασε αρκετά πράματα ηχητικής αντίληψης στον δίσκο (βλ. “Future Madhouse”).

Ακόμα και το “Gamma Ray” το εκτόξευσαν και μάλιστα, όταν ήμουν στο πρώτο έτος, πριν ακόμη μελετήσω βαθύτερα το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου, δεν ήξερα ότι το συγκεκριμένο αποτελούσε διασκευή και όταν ένας φίλος μου έψαξε τη μπάντα (που δεν ακούει, απλά το έκανε από ενδιαφέρον, επειδή εκείνον τον καιρό τους άκουγα τρελά), βρήκε την εκτέλεση των Beck κι εγώ ο έξυπνος του είπα “Μπα… όχι δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί, μάλλον θα το διασκεύασαν ή θα είναι τίποτα ξεχασμένοι παλιοί”.

Στο διά ταύτα… τρελό ζουμί ο δίσκος, υπέροχη παραγωγή και για μένα πάντα ένα ή και δύο σκαλιά πάνω από το “Land of the Free”. Μιλάμε ότι ξεκινάει με το “Tribute to the Past”, που το live του ‘95 προσπαθούσαν να το παίξουν ακόμα πιο γρήγορα. Έχει το υπεροχότατο κλείσιμο με το “Brothers” που με τη σειρά κλείνει μ’ εκείνο το α λα Queen ατέλειωτο φινάλε. Έχει και το “Heal Me”. Κι έχει και Tomas Nack στα τύμπανα.

Πιο power φάση από αυτό τον δίσκο δεν έχει για μένα. Λοιπόν, εξομολογούμαι: Στα 19 μου έλεγα ότι το “Land of the Free” είναι το 3ο “Keeper…”, έτσι όπως τα διάβαζα. Πλέον, στα 30 μου λέω ξακάθαρα ότι δεν υφίσταται 3ο “Keeper…” και ότι στο “Land of the Free” άρχισε ο Kai να καραγουστάρει “Painkillier” (δεν υποβιβάζω τον δίσκο), και ότι αυτός ο δίσκος είναι ο καλύτερος και ο αγαπημένος μου των Gamma Ray. Τέλος πάντων, τα πάντα είναι περί ορέξεως κολοκυθόπιτα and my opinion is just a point of view.

7 Likes

Πολύ ωραίο κείμενο.

Για τα δικά μου γούστα, η πρώτη τριάδα, με Scheepers, έχει ως ακολούθως:

Sigh No More > Heading for Tomorrow > Insanity and Genius

1 Like

Με έπεισε η περιγραφή σου, το φόρτωσα στο mp3 και πήγα στο σούπερ μάρκετ με αυτό στα αυτιά…έλα όμως που στον δρόμο έπεσα πάνω σε αυτό το δισκάδικο :grin:

Πόσα σημάδια πια; :joy: θα το τσιμπήσω όταν βγούμε από αυτήν την περιπέτεια.

6 Likes

Αυτή τη φορα θα ασχοληθώ με ένα δίσκο που το ύφος του δεν είναι στα κύρια ακούσματα μου, οπότε δεν μπορώ να κάνω κάποια σοβαρή ανάλυση/παρουσίαση.

Ο λόγος λοιπόν για τους Hurt, μια μπάντα που το πρώτο μου άκουσμα ήταν το ten ton brick. Ένα τραγούδι με έντονο το post-grunge στοιχείο, αρκετά tool-ίζον, χωρίς όμως να μένει εκεί (και ούτε καν να μπορείς να τους κατηγορήσεις για κόπια), με αρκετά σκληρά στοιχεία, με ένα τραγουδιστή με πολύ δυνατή φωνή, που προσωπικά τον κατατάσσω στην κατηγορία Corey Τaylor- δηλαδή δυνατό γρέζο με ωραίο τόνο, και πολύ όμορφα καθαρά με ωραίες ιδέες. Η φωνή του τύπου οδηγεί τις συνθέσεις, χωρίς όμως να στηρίζονται μόνο εκεί ή να υστερούν κάπου.

Ενώ λοιπόν μου άρεσε πολύ αυτό το κομμάτι, ο δίσκος που ήταν μέσα(Vol. II) δεν με έπιασε τόσο πολύ (θέλω να του δώσω λίγο χρόνο παραπάνω είναι η αλήθεια), αλλά αυτό έγινε με τον επόμενο δίσκο τους, το καταπληκτικό Goodbye to the Machine.

To grunge στοιχείο κάνει λίγο πιο πίσω και εδώ έχουμε περισσότερο ροκ φόρμες, οι οποίες όμως δανείζονται κάποια στοιχεία από την ένταση του μέταλ. Οι εντάσεις πέφτουν συχνά-πυκνα με όμορφα ακουστικά κομμάτια.
Γενικά τα τραγούδια τους έχουν διάφορα στοιχεία, όπως για παράδειγμα το Pandora που ξεκινάει με μια τζουρα του clocks των Coldplay στο στήσιμο της μελωδίας σε συνδιασμό με τον ρυθμό, αλλά κάνει ένα φοβερό γύρισμα , το οποίο δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο τεχνικά, αλλά ανεβάζει σωστά την ένταση, με το βιολί στο background να δίνει ένα πιο δραματικό τόνο.

Το highlight δίσκου για μένα είναι νωρίς, το 3ο κομμάτι (Wars), το οποίο έχει αυτό το έρπων riff, το οποίο ακουλουθείται απο απολυτα ταιριαστή συνέχεια και ενορχήστρωση (το βιολί είναι πάντα στο background και εδώ), τα οποία ενώ στο σύνολο τους δεν είναι κατι εξεζητημένο, αλλά ωστόσο φτιάχνουν ένα εκπληκτικό σύνολο.

Ακόμα και κομμάτια που δεν ξεχωρίζουν πάρα πολύ, όπως το ήρεμο/ακουστικό world ain’t right, είναι πολύ όμορφα δοσμένα και προσφέρουν στο σύνολο. Γενικά πρόκειται για ένα δίσκο ο οποίος κυλάει νεράκι από την αρχή μέχρι το τέλος, προσεγμένος σε όλα του τα επίπεδα: από τις όμορφες ενορχηστρώσεις, στο πολύ καλό και ισορροπημένο ήχο, στην σωστή τοποθέτηση των τραγουδιών στο σύνολο, στις όμορφες κορυφώσεις που υπάρχουν σε αρκετά τραγούδια, στις εναλλαγές των εντάσεων όπου χρειάζεται.

Για το τέλος, αφήνω το εντελώς τυχαίο γεγονός, ότι το τελευταίο τραγούδι δεν το χα ακούσει ολόκληρο ποτέ ως τώρα, γιατί έχει κρυφό κομμάτι στο τέλος, το οποίο έχει τον στίχο “we’re all gonna die” :joy:¨

All in all όποιος αρέσκεται σε πιο “ελαφριά” ακούσματα, αλλά με αρκετή δουλίτσα, εδώ είναι ένα δίσκος που πρέπει να ασχοληθεί.

3 Likes

Δυσάρεστα νέα έρχονται τον τελευταίο καιρό από την γειτονική Ιταλία, ας επιχειρήσουμε να αλλάξουμε κάπως το κλίμα…

Σε μια εξαιρετικά γόνιμη χρονιά για το progressive rock κυκλοφόρησε το πρώτο και καλύτερο album των Ιταλών Premiata Forneria Marconi. Η χρονική συγκυρία εξηγεί τις επιρροές από σπουδαία συγκροτήματα της αντίστοιχης βρετανικής σκηνής, όπως οι (πρώιμοι, προφανώς) King Crimson ή οι Genesis - οι δεύτεροι παρεμπιπτόντως είχαν πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη περιοδεία στην ιταλική χερσόνησο το προηγούμενο έτος. Ταυτόχρονα όμως, αυτοί εδώ οι εξαίρετοι μουσικοί, ο πυρήνας των οποίων πρωτοεμφανίστηκε με το pop σχήμα των Quelli, διατηρούν την ιδιοπροσωπεία της καταγωγής τους. Ορμώμενοι από την, ούτως ή άλλως τεράστια, μουσική παράδοση της πατρίδας τους, καταφέρνουν να ξεχωρίσουν και να επιδείξουν με το… buongiorno έναν ολότελα προσωπικό χαρακτήρα που δανείζεται από πολλούς αλλά δεν χρωστάει σε κανέναν.

Το “Dove…Quando…”, ευρισκόμενο σκόπιμα στο μέσο του δίσκου και χωρισμένο σε δύο μέρη, συνοψίζει τα παραπάνω. Το πρώτο μέρος με την μαγευτική συμφωνική εισαγωγή κυριαρχείται από το φλάουτο και την ακουστική, όμως το δεύτερο είναι μια διαφορετική ιστορία, όπου αφήνονται να εκδηλωθούν οι ποικίλες φύσεις της μουσικής των PFM από rock, κλασική και folk μέχρι jazz, με αποστομωτικό αποτέλεσμα μέσα σε μόλις (μιας και μιλάμε για progsters) 6 instrumental λεπτά.

Το “Impressioni Di Settembre” που προηγείται είναι το γνωστότερο τους κομμάτι και θεωρείται κλασικό του είδους – δικαίως, πρόκειται περί αριστουργήματος. Το “È Festa” που έπεται, δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του μιας και μεταφέρει μια εθιστικά εορταστική ατμόσφαιρα σε ένα δυναμικό tempo, που φέρνει στο νου τους Jethro Tull εποχής “A Passion Play”… μόνο που αυτό κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο! Στο “La Carrozza di Hans” θα συναντήσουμε άλλο ένα prog classic, όπου οι αλλαγές στους ρυθμούς και τις διαθέσεις είναι καθηλωτικές, οι ενορχηστρώσεις στην εντέλεια με την κιθάρα του Franco Mussida σε ρόλο πρωταγωνιστή. Όταν το μελαγχολικό “Grazie Davvero” κλείσει τη αυλαία το μόνο που μένει στον ακροατή είναι να… ευχαριστήσει ειλικρινά κι από την πλευρά του, για την ακουστική εμπειρία!

Το “Storia Di Un Minuto” θριάμβευσε στα ιταλικά charts και καταξιώθηκε σαν album ορισμός και ορόσημο του rock progressivo italiano. Το βασικότερο γνώρισμα του είναι όμως, ότι πρόκειται για γέννημα μιας εποχής όταν η σκηνή ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση, και οι πειραματισμοί, που προέκυπταν σαν ανάγκη χάραξης νέων εκφραστικών οδών από μουσικούς με ανήσυχη φύση, επεφύλασσαν συχνά εντυπωσιακά αποτελέσματα.

7 Likes

Η συγκεκριμένη σκηνή είναι άγνωστη σε 'μένα, αλλά γνωρίζεις τίποτε για τους Area; Τους έμαθα από άσχετη σπόντα, συγκεκριμένα για τις πολιτικές τους σχέσεις με το αυτόνομο/νεολαιίστικο κίνημα στην Ιταλία των 70’s, και από περιέργεια έλεγα να τους τσεκάρω, αλλά αν έχεις καμιά άποψη, θα μπορούσες να προτείνεις τίποτα.

1 Like

Χωρίς να θέλω να διαταράξω την θεματική του thread, έκανα μια αναζήτηση στο search της κεντρικής μας για την μπάντα και βρήκα μάλιστα και αυτό που υποψιαζόμουν!

https://www.rocking.gr/progsession/ProgSession_5_Area/10514

Μπήκα στον πειρασμό γιατί είχε αναφερθεί ξανά αυτή η σκηνή πριν κάτι μήνες σε άλλο edition του ProgSession οπότε ρίσκαρα μήπως είχε αναφερθεί η μπάντα παλαιότερα.

Προσωπικά δεν έχω ιδέα πάντως από την σκηνή και τον ήχο.

1 Like

Ωραίος ο Αποστόλης!