Εννοείται ότι ποστάρεις κανονικά.
Aς κάνω την αρχή με το Τribe - το μοναδικό άλμπουμ των Queensrÿche που έχω στην δισκοθήκη μου πέρα των πρώτων κλασσικών τους. Το θέμα είναι ότι ενώ το πήρα όταν κυκλοφόρησε το μακρινό 2003, είχα να το ακούσω μπορεί και πάνω από δεκαετία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που επέλεξα να το επισκεφτώ ξανά και να γράψω λίγα πράγματα για αυτό.
Η επίσημη εκδοχή είναι ότι το Tribe - όπως και όλες οι κυκλοφορίες με τον Τate μετά το Promised Land - είναι πατάτα. Στις περισσότερες λίστες με τα καλύτερα άλμπουμς της μπάντας φιγουράρει αρκετά χαμηλά αν αυτό αποτελεί καμιά απόδειξη. Η αίσθηση όμως που είχα πριν το ξεθάψω σήμερα Κυριακάτικα και το βάλω να παίξει ήταν ότι θυμόμουν να μου είχε αρέσει αρκετά.
Καταρχήν στο Tribe έχουμε την μερική επιστροφή του Chris DeGarmo. Για τελευταία φορά τον ακούμε να βάζει τις κιθαριστικές πινελιές του σε κομμάτια των Queensrÿche ενώ συμμετέχει και συνθετικά. Βάζω να ακούσω το εναρκτήριο Οpen που είναι δικό του κομμάτι και το αργόσυρτο riff που σκάει είναι άκρως ικανοποιητικό θυμίζοντας μου λίγο Αlice in Chains. Ωραίο ρεφρέν και ένα κόψιμο στην μέση με το μπάσο στο προσκήνιο, κομμάτι που συνολικά αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. Το ζωηρό Losing Myself με ξενερώνει κάπως χωρίς να είναι απαραίτητα κακό κομμάτι, απλά φέρνει λίγο σε απομεινάρι του Empire. Ακολουθεί το βαρύ Desert Dance που συνδυάζει ανατολίτικες αλά Τea Party μελωδίες με σύγχρονο Metal - μέχρι και λίγο… nu metal (πιπέρι στο στόμα) στο ρεφρέν. Σίγουρα το κομμάτι που μου είχε κάνει την μεγαλύτερη αίσθηση τότε, σήμερα το βρίσκω απλά ΟΚ.
Το πρόβλημα με το Tribe είναι ότι τα highlights του δεν είναι και τόσο μεγάλα για να αγνοήσει κανείς τις πιο μέτριες στιγμές του, που σε ένα δίσκο 40 λεπτών περίπου δεν είναι και λίγες. Δυστυχώς κάποια αδιάφορα ακουστικά και μπαλαντοειδή κομμάτια χαλούν την ροή του δίσκου και εκεί που λες ότι ξεκινήσαμε καλά, αρχίζεις διακριτικά να χασμουριέσαι.
Πάντως χωρίς αμφιβολία υπάρχει σκοτάδι στα τραγούδια, η 9/11 ακόμα νωπή στην μνήμη του Τate και των υπολοίπων. Στιχουργικά γίνεται μια προσπάθεια για κατανόηση της γενικής κατάστασης και έκκληση για ειρήνη και αδελφικότητα μεταξύ των ανθρώπων. Μια ικεσία για τέλος του κύκλου του αίματος. Η δεύτερη πλευρά του δίσκου που ξεκινά με το ομότιτλο άσμα, συνεχίζει με το Blood και τελειώνει με το Τhe Art of Life είναι ο κύριος λόγος για να επισκεφθεί κανείς σήμερα το Tribe. Εδώ θα βρούμε και αντίστοιχα στοιχεία που έκαναν το Promised Land δισκάρα. Το αντικλιμακτικό τέλος με το Doin’ Fine όμως δεν μας αφήνει να πούμε μπράβο ρε παίδες!
Άνισο άλμπουμ, όχι πολύ Metal, όχι και τόσο Prog, κατά την γνώμη μου υποτιμημένο που αξίζει ωστόσο να τσεκάρει κάποιος που έχει ψηλά το Promised Land στις προτιμήσεις του.
Να σημειώσουμε ότι το “Tribe” έχει και μία παραπάνω σημασία για εμάς, καθότι στην περιοδεία για την προώθησή του μάς επισκέφτηκαν για πρώτη φορά, σε εκείνο το μαγικό βράδυ στον Λυκαβηττό.
Έχει τουλάχιστον ενδιαφέρον το πως ακούει ο καθένας μας μουσική, τι τραβάει το ενδιαφέρον, τι αποστρέφει.
Δεν θα κάνω εκτενή αναφορά στην σχέση μου με τους Queensryche, θα το γράψω όταν πρέπει.
Θα πω μόνο πως το Tribe, αν δεν με απατά η μνήμη μου, ήταν και η πρώτη ουσιαστική επαφή με τους εν λόγω κυρίους. Το είχα ακούσει αρκετά τότε (πρέπει να ήταν πολύ κοντά στην κυκλοφορία του), πλέον δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα, αλλά θυμόμουν ότι ένα κομμάτι μου είχε κανεί εντύπωση και πρέπει να ήταν “το 2 ή το 3”. Μόλις ο φίλτατος @stammargg_v2 είπε τον τίτλο (Losing Myself), το θυμήθηκα και το έβαλα μόλις να παίξει και όντως είναι ένα κομμάτι που μου κάνει κλικ, μετά από σχεδόν 20 χρόνια που έχω να το ακούσω.
Ας ξεκινησω κι εγω
QUEENSRYCHE- RAGE FOR ORDER (1986) (Β)
Πρωτοακουσα το δισκο στα τελη των 90s/αρχες 00s, θυμαμαι να μου αρεσει απο την 1η-2η ακροαση, γιατι περα απο την prog φυση του παραμενει και αρκετα ευληπτος και αμεσος με τα ρεφρεν, τις χαρακτηριστικες κιθαρες του αλλα και τις φανταστικες ιδεες του εν γενει. Απο τοτε επανερχομαι που και που σε αυτον, τωρα ειχα αρκετα χρονια να τον ακουσω οποτε επεφτε στην κατηγορια (Β) του game.
Ο δισκος εχει ενα πολυ ιδιαιτερο υφος ακομα και για τα πλαισια του ιδιωματος του, χαρακτηριζεται απο μια ψυχρη μηχανιστικη προσεγγιση στο υποβαθρο του, μια θεματολογια που θυμιζει ταινιες επιστημονικης φαντασιας της εποχης (η ολη αισθηση του ειναι κινηματογραφικη ουτως ή αλλως), και το ανθρωπινο στοιχειο που οταν παιρνει τον πρωτο ρολο μεσα σε ολα αυτα φανταζει πολυ ιδιαιτερο και μεγαλειωδες. Φυσικά σε αυτο συντελει σε μεγαλο βαθμο και η φωναρα του Tate και οι φανταστικες του ερμηνειες.
Αν επρεπε να ξεχωρισω κάποια κομμάτια θα ηταν τα walk in the shadows, I dream in infrared, neue regel και screaming in digital (τελειοτητα), με σκληρο ανταγωνισμο απο τα υπολοιπα, ο δισκος δεν κανει κοιλια πουθενα.
Overall, ενας σπουδαιος δισκος.

(Β)
Δυστυχώς ή ευτυχώς, το “Operation: Mindcrime II” (ΟΜΙΙ) δεν μπορεί να σταθεί αυτόφωτο. Και αυτό, όχι τόσο γιατί δεν μπορεί να μετρηθεί καλλιτεχνικά ούτε μέχρι το γόνατο του πρώτου μέρους της ιστορίας, όσο γιατί η κυκλοφορία του 1988 αποτελεί ένα album στα όρια του μύθου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το βάρος που μοιραία κουβαλάει ό,τι «τολμάει» να κυκλοφορήσει ως συνέχεια του.
Και αν και η ιστορία του δεύτερου μέρους έχει ένα ενδιαφέρον σαν συνέχεια του concept, οι Queensrÿche του 2006 είναι μια μπάντα που έχει ήδη πολλά χρόνια που την έχει πάρει η μουσική κατηφόρα, η οποία, μάλιστα, είναι πολύ απότομη, όταν έχεις φτάσει στις κορυφές που πάτησε το συγκρότημα μέσα στην πρώτη δεκαετία της δισκογραφίας του. Επίσης, ήδη έχουν αρχίσει προ πολλού οι προστριβές ανάμεσα στα μέλη, οι οποίες μέσα στα επόμενα χρόνια θα ενταθούν σε τέτοιον βαθμό που θα οδηγήσουν στον καλλιτεχνικό πάτο και στον δημόσιο εξευτελισμό.
Συνεπώς, και τον Dio να φέρεις (που τον έφερες) και την φωνάρα της Pamela Moore να ξαναεπιστρατεύσεις (που το έκανες), δεν μπορείς να πετύχεις πολλά, όταν είσαι μια μπάντα που προσιδιάζει σε σκόρπια διαδήλωση και όταν απουσιάζει σχεδόν παντελώς η έμπνευση. Jackson και Wilton ίσα που συμμετέχουν, ο Rockenfield απουσιάζει, «κομπάρσοι» πάνε κι έρχονται και τον δίσκο κουβαλάει ο Tate με τους Stone και Slater κι αναντίρρητα -κι εκ του αποτελέσματος- η απουσία του μέγα DeGarmo (εξακολουθεί να) ρίχνει τη βαριά σκιά της. Και ακόμη και χωρίς το βάρος του πρώτου μέρους να το δούμε το OMII (όσο είναι δυνατόν αυτό, αν, δηλαδή, μπορούμε να παραβλέψουμε με πόση προχειρότητα προσεγγίστηκε ένα τόσο μεγαλεπήβολο project), πρόκειται, επιεικώς, για έναν σχεδόν αδιάφορο και μετριότατο δίσκο. Και αν ενθυμούμαι σωστά, είχε πέσει αρκετή στάχτη στα μάτια μας κατά την κυκλοφορία του από ορισμένους κριτικούς, σε βαθμό που περίμενε κανείς κάτι πολύ αξιόλογο, αλλά άνθρακες…
Όπως και να ‘χει, μετά από αρκετά χρόνια, για να δούμε λίγο πιο αναλυτικότερα όλα συστατικά:
Το ότι το “I’m American” είναι μία σχετικά αξιόλογη στιγμή του δίσκου τα λέει όλα. Κομμάτι που δεν θα έκανε ούτε για ζέσταμα την πάλαι ποτέ χρυσή εποχή του συγκροτήματος. Το “One Foot in Hell” είναι μια μετριότητα και μισή, φέρνοντας στον νου αντίστοιχες στιγμές των τριών προηγούμενων δίσκων. Το “Hostage” ναι…, ξέρω ‘γω; Δεν το λες κακό, δεν το λες και τίποτα ιδιαίτερο. To “The Hands” φυτρώνει αξιοπρεπώς εκεί που έσπειρε το “Breaking the Silence”, ωστόσο αποδεικνύει πως με δανεικά ποτέ δεν πλούτισε κανείς. Αν έπρεπε με το πιστόλι στο κρόταφο να επιλέξω έναν εκπρόσωπο από το υπό συζήτηση πόνημα, παίζει να ήταν αυτό. Το “Speed of Light” είναι, απλά, απαράδεκτο. Ομοίως και το “Signs Say Go”. To “Re-Arrange You” ακούγεται. Το ότι το “The Chase” δεν το σώζει από τη μετριότητα ούτε ο μέγας Ronnie, με κάνει να σκύβω το κεφάλι με απογοήτευση. Το “Murderer?” μετά βίας ξεχωρίζει από τον βούρκο. Το “Circles” το προσπερνάμε σαν σταματημένο. Το “If I Could Change It All” είναι μέτριο προς καλούτσικο, για τα μέτρα των μετά 1994 Queensrÿche πάντα. Το “An Intentional Confrontation” που ακολουθεί είναι μια όμορφη τσοντούλα, που υποθέτω πως έχει έναν ρόλο μέσα στην όλη ροή της ιστορίας. To “A Junkie’s Blues” περνάει σχεδόν απαρατήρητο πλην ενός (ακόμη) δανείου από το πρώτο μέρος. Με τα δύο τελευταία τραγούδια (“Fear City Slide” και “All the Promises”, με το δεύτερο να είναι κάπως καλύτερο) κλείνει, μέσα στη γενικότερη μετριότητα, ένας απογοητευτικός δίσκος, που καταντά μέχρι και ανυπόφορος σε στιγμές, αν θεωρήσει κανείς ανυποψίαστος (όπως όλοι υπήρξαμε πριν την πρώτη μας ακρόαση) ότι αναμένονται συγκινήσεις αν όχι εφάμιλλες, τουλάχιστον σε κάποιο επίπεδο κοντά στις αντίστοιχες που άγγιξε το θρυλικό, original Mindcrime.
Επίσης, να τονίσουμε ότι η παραγωγή είναι κάπως περίεργη, θαρρείς πως πρέπει με το στανιό να ακουστεί σαν τον θείο που κάθεται με τη νεολαία. Δεν ξέρω. Προσωπικά, με μπερδεύει και μού κάνει για εντελώς αταίριαστη (όχι ότι αυτό τού φταίει του δίσκου, βέβαια, αλλά λέμε τώρα…). Και δεν νομίζω ότι ευθύνεται γι΄αυτό τόσο ο μακαρίτης ο Slater, όσο η γενική αναρχία και σύγχυση που επικρατεί ήδη μέσα στην μπάντα (ή στο μυαλό του Tate, αν προτιμάτε).
Εν ολίγοις, αν το OMII έφερε άλλον τίτλο και είχε τα μισά τραγούδια, με αυτά να είναι πιο δουλεμένα, ίσως και να ήταν μια καλούτσικη στιγμή των μετά 1994 Queensrÿche (ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τι ακολούθησε μετά, μέχρι την αποχώρηση του Tate). Αλλά, υπό τον συγκεκριμένο τίτλο και με αυτά τα στοιχεία που παρουσιάστηκε, αποτελεί μία βασανιστική στάση, που κάποιος πιο αυστηρός θα την χαρακτήριζε μέχρι και όνειδος για την ιστορία τους. Και χωρίς να έχω ακόμη ίδια άποψη, το ακόμη χειρότερο για το μέγεθος του εν λόγω είναι πως ακούω δεξιά κι αριστερά ότι κάποιο OMIII που κυκλοφόρησε πρόσφατα, στέκει, λέει, σχετικά αξιοπρεπώς εν γένει…
Πάνε χρόνια που είχα να ασχοληθώ με τον δίσκο και οι πρόσφατες ακροάσεις μού θύμισαν επακριβώς το γιατί.
Χαχαχαχαχα λοιπόν θυμάμαι να δηλώνω “εντάξει καλό είναι” τότε που είχε βγει. Άτιμοι ψυχαναγκασμοί.
Παίζει κι εγώ να έχω να το βάλω να παίξει από τότε…
Είχα δει live το ένα καπάκι μετά το άλλο (Πάμελα ανατριχίλα στο πρώτο). Δεν παίζει να έχω παρακολουθήσει άλλη συναυλία με τόσο άνισο setlist ![]()
Να κάνουμε κάνα poll ποιο είναι το χειρότερο sequel, Operation Mindcrime, Jurassic Park, Εξορκιστής κ.ο.κ.
Το reload
![]()


