1998 λοιπόν… μια πολύ καλή χρονιά για μένα, κομβική θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω. Ολοκλήρωσα επιτυχώς τις προπτυχιακές μου σπουδές και εκρίθην άξιος του πτυχίου. Επίσης, γνώρισα το ομορφότερο κορίτσι – το ότι η εντύπωση αυτή παραμένει μετά από τόσα χρόνια που έχω να την δω, κάνει τον ισχυρισμό λίγο πιο αμερόληπτο, θεωρώ!
Κι επειδή πάντα είχα μια τάση να αναλύω τους αριθμούς και την σημειολογία τους αναρωτιόμουν γιατί ήταν τόσο σημαδιακό το 1998 μέχρι που έκανα την διαίρεση δια του τρία…
Αρκετά όμως με τα δικά μου, στο μουσικό τομέα επίσης ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα χρονιά! Αυτή την φορά μάλιστα επειδή αποφεύγω να βάζω σε πεντάδες ζωντανά ηχογραφημένους δίσκους, ειδικές εκδόσεις,συλλογές κλπ, η παρουσίαση θα είναι λίγο διαφορετική, αφού κάποια πράγματα παραείναι σημαντικά για να περάσουν χωρίς ειδική αναφορά, κι ας μην είναι studio ηχογραφήσεις με καινούριο υλικό. Ξεκινάμε!
1. Bruce Dickinson - The Chemical Wedding
Σε λίγο περισσότερο από ένα ημερολογιακό έτος ο Μπρουσάκος επανέρχεται με νέο δίσκο αντλώντας έμπνευση από τα ποιήματα και το έργο του William Blake, τον αποκρυφισμό, κι έχοντας δίπλα του την ίδια ομάδα μουσικών όπως και την χαρά να συνεργάζεται με τον Arthur Brown που τόσο θαύμαζε.
Η ατμόσφαιρα γίνεται πιο σκοτεινή και το αριστουργηματικό The Chemical Wedding είναι ένας έμφορτος έμπνευσης δίσκος, προς γενική κατάπληξη ανώτερος του προηγούμενου του, με τον Dickinson να καθιστά σαφείς τις προθέσεις του αναφορικά με το αν το Accident of Birth θα ήταν απλώς μια… metal παρένθεση στην solo καριέρα του.
Συν τοις άλλοις, να πούμε ότι για την προώθηση του δίσκου ήλθε ξανά στη χώρα μας για δύο ζωντανές εμφανίσεις. Έχοντας δει τους Maiden με τον Bayley τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, ένοιωσα πως συμπληρώνω κατά κάποιον τρόπο το παζλ όταν τον τρεις μήνες μετά (κι έναν μήνα πριν καταταγώ στο Στρατό) ήμουν στο Ιβανώφειο για τους Dickinson και Smith. Το ότι σε λιγότερο από ένα χρόνο θα έβλεπα την κλασική σύνθεση των Maiden ταυτόχρονα στη σκηνή, κι όχι σε δόσεις, υπερέβαινε τα όρια της πιο τολμηρής φαντασίας εκείνη την δεδομένη στιγμή !
2. Pagan Altar – Volume 1
Το 1998 κυκλοφόρησε επίσημα το Volume 1, που ήταν πρακτικά το demo που είχαν ηχογραφήσει οι Pagan Altar το 1982. Αυτό εξηγεί και την “φτωχή”, τόσο early 80’s παραγωγή που, καθόλου παραδόξως, κολακεύει το υλικό!
Μια επιπόλαιη ματιά θα κατέτασσε τους ΡΑ σαν άλλη μια μπάντα που επηρεάστηκε βαθιά από τους Black Sabbath. Αυτό, μολονότι εν μέρει αληθές, αποσιωπά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι, ενώ είναι βουτηγμένοι στην 70’s heavy rock παράδοση, ταυτόχρονα βρίσκονται μπροστά από την εποχή τους, διακονώντας αυτό το επικό doom metal υβρίδιο με τρόπο που κανείς δεν έκανε τότε – ακριβέστερα, κάνουν τις απόπειρες των συγχρόνων τους να μοιάζουν αφελείς και απλοϊκές! Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιδανική σύμπραξη των χαρακτηριστικών ένρινων φωνητικών του πατρός Terry Jones (επιρροή Ozzy προφανώς, ή μήπως και Ian Anderson σε στιγμές;) με τις απαράμιλλες ικανότητες του υιού Alan στη κιθάρα που εδώ αφήνονται να λάμψουν για πρώτη φορά.
Αυτά, μαζί με την occult θεματική των στίχων που εξυπηρετείται άριστα από τις ατμόσφαιρες που δημιουργούνται, πείθουν ότι οι Pagan Altar ήταν σε κοινωνία με κάτι απόκοσμα μεγαλειώδες! Δύσκολα αντιστέκεται κανείς στην ακαταμάχητη γοητεία ενός τέτοιου διαχρονικού (έστω και ελαφρώς “ακατέργαστου”) διαμαντιού!
3. Solstice – New Dark Age
Ο πρώτος δίσκος των Solstice ήταν ολόψυχα ταγμένος στην doom παράδοση, με το New Dark Age όμως τους βρίσκουμε να εμπλουτίζουν την παλέτα του ήχου τους με το επικό στοιχείο. Οι Candlemass σίγουρα, ένα πιο τραχύ μεταχρονολογημένο NWOBHM οπωσδήποτε αλλά και το πνεύμα των Pagan Altar ανιχνεύονται με ευκολία, όμως το κυρίαρχο στοιχείο, η αδιαμφισβήτητη ταυτότητα του δίσκου έχει να κάνει με το πόσο χαρακτηριστικά… αγγλικός είναι!
Αυτό επιτυγχάνεται τόσο με τις κέλτικες/folk μελωδίες με τις οποίες εμπλουτίζει τόσο τα μακροσκελή, εντυπωσιακά δομημένα κομμάτια, όσο και τα ακουστικά ιντερλούδια, ο καινούριος, μόλις 20χρονος τότε, lead κιθαρίστας Hamish Glencross, όσο και από τα φωνητικά με τόσο ταιριαστό ύφος και προφορά του, επίσης νεοφερμένου, Morris Ingram! Όλα αυτά βέβαια υπό την αυστηρά επίβλεψη του “αρχιτέκτονα” Rich Walker.
Αλήθεια, ποιος είπε ότι τα nineties δεν φέρθηκαν καλά στο metal ;
4. Anathema - Alternative 4
Το συγκεκριμένο είναι για τους Anathema το σημείο τομής στην πορεία τους, αυτό που την χωρίζει σε πριν και μετά, άσχετα αν ο οποιοσδήποτε μπορεί να προτιμάει κάποια άλλη περίοδο τους ή να θεωρεί ότι αυτό που παρουσιάζουν εδώ το έκαναν καλύτερα σε κάποιο άλλο έργο τους.
5. Shadow Gallery – Tyranny
Τα ίδια και για το Tyranny όπου η σκανδαλωδώς ταλαντούχα ομάδα μουσικών, εξυφαίνει με ζηλευτή μαεστρία έναν δίσκο υψηλής αισθητικής, ένα καύχημα τόσο για τους ίδιους όσο και για τον χώρο του progressive metal.
Σε άλλα νέα της εποχής, ο Chuck Schuldiner αποφασίζει να κάνει άλλον έναν δίσκο υπό το όνομα των Death και, σαν σε νομοτέλεια, προκύπτει για άλλη μια φορά αριστούργημα με το The Sound of Perseverance να είναι τελικά το κύκνειο άσμα αυτού του τόσο σημαντικού συγκροτήματος.
Αντίθετα, το εσωστρεφές και μελαγχολικό A Journey’s End όχι απλώς δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού για τους Primordial αλλά σήμανε την απαρχή μιας σπουδαίας πορείας. Όπως εκρηκτική ήταν και η αρχή των The Haunted με το ομώνυμο LP τους που πέραν της μεγάλης αξίας του, έδειξε ότι οι αδελφοί Björler δεν είχαν σκοπό να εξαργυρώσουν την αποδοχή των At The Gates. Ο Cristopher Johnsson και οι Therion από την άλλη, με εφαλτήριο την επιτυχία του Theli συνεχίζουν ακάθεκτοι, δημιουργώντας με το Vovin κάτι (σχεδόν) εφάμιλλο!
Και συνεχίζουμε με το Mantra III που βρίσκει τους Spiritual Beggars σε μεγάλη φόρμα, τον Michael Amott με τα εκτυφλωτικά solos του, τον Ludwig Witt με τις ομοβροντίες του, τον Spice με το μπάσο του και τα δυναμικά φωνητικά του να ερμηνεύει τους αλήτικους αλλά ταυτόχρονα τόσο ποιητικούς στίχους, όπου ο ιδιόρρυθμος τραγουδιστής βγάζει πικρία, θρηνεί, μπεκρουλιάζει και τσαμπουκαλεύεται! Επίσης, εδώ ντεμπουτάρει σαν “συμβασιούχος” ο Per Wiberg στα keyboards! Να μη ξεχάσουμε το φοβερό Powertrip που μας παρουσιάζει τον Dave Wyndorf και τους συνοδοιπόρους του στους Monster Magnet σε μια πρόταση πιο προσιτή σε σχέση με το μέχρι τότε παρελθόν τους, που όμως δεν απαρνείται την space rock κληρονομιά της και δεν καταντάει σε καμιά στιγμή “φτηνή” ή “ασφαλής”.
Κλείνοντας ας σημειώσουμε ότι οι φίλοι του USPM ενθουσιάστηκαν ακούγοντας το The Age of Mastery των Jag Panzer που έδειχνε ότι το reunion των αμερικανών θρύλων θα είχε και συνέχεια. Στο τελευταίο κομμάτι The Moors, μάλιστα, είναι που συνειδητοποιήσαμε πόσες μεγαλειώδεις στιγμές μπορούσαν ακόμη να προσφέρουν με την μουσική τους.
Αφού… ξεμπερδέψαμε με τις λίστες, τις βαθμολογίες και τις εύφημους μνείες, ας δούμε και τις τρεις κυκλοφορίες που μπορούν να χαρακτηριστούν η καθεμιά το δισκογραφικό γεγονός της χρονιάς:
Για αρχή, το Archive 1967-‘75 των Genesis, μια ογκώδης έκδοση που περιέχει ένα πολυσέλιδο βιβλιαράκι με άρθρα, φωτογραφίες, συνεντεύξεις, το όλο χρονικό της αναφερόμενης περιόδου εν ολίγοις, που συνοδεύει τα τέσσερα CD. Τα δύο εξ αυτών με υλικό που κλείνει αρκετά κενά σε σπάνιες ηχογραφήσεις τους, και τα άλλα δύο με την ζωντανή απόδοση του The Lamb Lies Down On Broadway στην πλήρη του έκταση και μορφή όπου, προς τέρψιν των οπαδών τους, οι πέντε μουσικοί που απάρτιζαν το κορυφαίο progressive σχήμα αποδεικνύονται ξανά εξαιρετικοί μάστορες της μουσικής Τέχνης που δεν πτοούνται ούτε από την έκταση ούτε την πολυπλοκότητα του ίδιου του έργου τους, δημιουργώντας ένα βίωμα από τα πιο πολύτιμα της κληρονομιάς των 70s.
Εν συνεχεία το Reunion, το ηχογραφημένο τεκμήριο των δύο συναυλιών των αυθεντικών Black Sabbath στην γενέτειρα τους στις 4 και 5 Δεκεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς, όπου όλη η μαγεία της πρώτης και καλύτερης/επιδραστικότερης περιόδου τους ήταν και πάλι παρούσα. Το άκουγες από τα ηχεία του NEC Arena, κυρίως όμως το έβλεπες στα δακρυσμένα μάτια των παλιών και στα έκπληκτα βλέμματα των νεώτερων οπαδών. Κι αν η υπόσχεση για έναν νέο δίσκο που άφησαν τα δύο καινούρια studio κομμάτια άργησε να πραγματοποιηθεί, η Μοίρα θέλησε να έχουμε και στην χώρα μας την εμπειρία ενός live από τους Πατριάρχες του metal, λίγα χρόνια αργότερα.

Τέλος, έχουμε τo Live 1966 - The “Royal Albert Hall” Concert που περιέχει την σημαδιακή συναυλία του Bob Dylan στο Manchester Free Trade Hall (κι όχι στο Royal Albert Hall, που αποτελεί μια από τις πιο επίμονες, διαχρονικά παρεξηγήσεις).
Μια συναυλία όπου η… αλληλεπίδραση μεταξύ μουσικών και κοινού (αποτελούμενου ως επί το πλείστον από folk πιουρίστες) που αποδοκιμάζει, γιουχάρει κι αποκαλεί τον Dylan “Ιούδα”, έχει σαν αποτέλεσμα μια από τις πιο ηλεκτρισμένες στιγμές στο rock ‘n’ roll (κυριολεκτικά και μεταφορικά!), και κάποιες από τις καλύτερες εκτελέσεις ορισμένων αριστουργηματικών κομματιών του Bob Dylan. Ενός μουσικού που δεν υποτάχθηκε σε όσα οι μέχρι τότε οπαδοί του “δικαιολογημένα” περίμεναν από αυτόν αλλά υπέταξε ο ίδιος τα σύμβολα και τις έννοιες στις επιθυμίες του.