Ωραίος. Υπέρτατη δισκάρα. Ωραιες οι εποχές εκείνες, ειχε φαει τρελό λιώσιμο το album
Πολλή… Sodom-ίλα έχει τελευταία, πάμε και κάτι διαφορετικό με αφορμή προηγούμενη ανάρτηση εδώ…

Ο Michael Schenker, την επαύριο της αξιοσημείωτης αποδοχής του πρώτου LP των MSG, επιδίωξε να σχηματίσει ένα πραγματικό συγκρότημα, κι όχι να πλαισιώνεται από ικανούς sessions μουσικούς. Έτσι, κατάφερε να βρει καινούριους συνεργάτες τον πληκτρά/κιθαρίστα Paul Raymond με τον οποίο είχαν συνυπάρξει στους UFO, έναν από τους καλύτερους drummers στο πρόσωπο του Cozy Powell που μόλις είχε αφήσει τους Rainbow και τον μπασίστα Chris Glen από την μπάντα του Alex Harvey με τον Gary Barden να είναι ο μοναδικός που παρέμεινε. Αυτό που δεν κατάφερε να βρει είναι έναν αξιοσημείωτο τίτλο για το δεύτερο album που κατέληξε να είναι και αυτό ομότιτλο, αλλά σε… ακρωνύμιο!
Ο νέος αυτός δίσκος ήταν στο γνώριμο hard rock ύφος των UFO/ Rainbow, μόνο λίγο πιο “γυαλισμένος” και προσανατολισμένος στο mainstream. Παρόλο που τα solos του Schenker, όπως πάντα μελωδικά διαθέτοντας ταυτόχρονα ένταση και “ψυχή”, είναι το αδιαμφισβήτητο highlight, προς τιμήν του δεν επιχείρησε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον κάνοντας έναν αμιγώς κιθαριστικό δίσκο και άφησε χώρο και στους υπόλοιπους να ακουστούν.
Παραδόξως, το εναρκτήριο τραγούδι και μοναδικό single του δίσκου “Ready to Rock” είναι και το κατώτερο εδώ, πέρα από τον απαράδεκτο τίτλο του ακόμη και για τα δεδομένα του 1981! Το “Attack of the Mad Axeman” έχει παρόμοια “ευφάνταστο” τίτλο, όμως είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι με ένα από τα καλύτερα solos του Μιχάλη. Το “On and On” με την ambient εισαγωγή και τα πλήκτρα να ανεβάζουν το chorus ακολουθεί – και μάλλον αυτό θα έπρεπε να εκπροσωπήσει τον δίσκο σαν single – ενώ η πρώτη πλευρά κλείνει με το “Let Sleeping Dogs Lie” που πιστώνεται συλλογικά και στους πέντε και είναι η καλύτερη στιγμή εδώ, ένα πραγματικά απολαυστικό κομμάτι, όπου όλοι λάμπουν!
Το μοναδικό άλλο τραγούδι που δεν είναι γραμμένο από τους Schenker/ Barden είναι η power ballad “Never Trust a Stranger” που υπογράφει ο Raymond. Σημειωτέον, το “απογυμνωμένο” rough mix που συμπεριλαμβάνει η επανακυκλοφορία είναι ενδεικτικό του πόσο εμπνευσμένη μελωδία στο πιάνο έχει, και είναι ανώτερη εκτέλεση από αυτή που κατέληξε στο album! Το “Looking For Love” από την άλλη, παρά τον τίτλο του δεν είναι καθόλου μπαλάντα, είναι όμως πολύ καλό, ενώ το “Secondary Vision” κλείνει την αυλαία σε έναν πιασάρικο τόνο, ότι πρέπει δηλαδή!
Μπορεί να έχουν παρέλθει δεκαετίες, όμως το “MSG” παραμένει ένα από τα καλύτερα δείγματα της solo καριέρας του θρυλικού κιθαρίστα.
Ρε, τι κομμάτι είναι αυτό. Όταν το πρωτοάκουσα, λάτρεψα τόσο την μελωδία/ ερμηνεία του Barden, έπαιζε πραγματικά για μέρες ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ στο μυαλό μου, σε φάση να μη μπορώ άλλο. Φανταστικός δίσκος γενικά. Ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν προτιμώ το επόμενο ή αυτό.
ALBUM OF THE WEEK:
EXXÛL:Sealed Into None
(2026, The Stygian Oath)*
“Volcanoes erupting / its fumes alarming…”
Το metal έχει αντέξει ως μουσικό είδος μέσα στα χρόνια εξαιτίας των συνεχόμενων ζημώσεων στο underground και αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από το αν περνά από περιόδους δημοφιλίας ή όχι σαν είδος συνολικά. Ο Καναδάς τώρα, είναι μια χώρα που πάντα είχε να δώσει ενδιαφέροντα πράγματα και οι EXXÛL είναι μία από αυτές τις σύγχρονες μπάντες, που κάνουν τα βλέμματα να στρέφονται πάνω τους.
Δημιουργήθηκαν από τον Phil Tougas, o οποίος έχει ήδη συμμετοχή σε πολλά άλλα σχήματα (Zeicrydeus, Worm κτλ) και δίπλα του έχει τον Antoine Daignaultb (μπάσο, παίζει και στους Atramentus με τον Tougas), Francois Bilodeau (πλήκτρα, επίσης Atramentus) και Guyot Begin-Benoit (ντραμς), ενώ τα φωνητικά, έχει αναλάβει ένα ακόμα ανερχόμενο αστέρι της καναδικής σκηνής, ο ταλαντούχος Thomas Karam (Noor, Heir Apparent).
Το πόσο underground είναι σαν σχήμα, φάνηκε από τις demo κυκλοφορίες τους πριν το ντεμπούτο, μια κασσέτα με πρόβα στο στούντιο και μια διασκευή στο Secret Of Steel, και κάποιες κασσέτες με χύμα live εμφανίσεις, όπου εμφανίζεται κάποιο από το υλικό που ετοίμαζαν.
Ακούγοντας όμως το άλμπουμ τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα και δυσκολεύεσαι να το κατατάξεις κάπου. ΟΚ, προφανώς εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι που θυμίζει US power άλλων εποχών, ένα power doom σκοτεινό που έχει όμως μια αντισυμβατική προσέγγιση και θέλει την προσοχή του ακροατή, αφού δεκάδες ριφ κατακλείζουν την κάθε σύνθεση. Αρχικά μοιάζει χαοτικό, δεν εχουν αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε “τραγούδια”, όχι με την κλασική φόρμα τουλάχιστον, εξού και τα τέσσερα κομμάτια έχουν διάρκεια από 8 έως 14 λεπτά. Σίγουρα θέλει τις ακροάσεις του και δεν το λέω με ελιτίστικη προσέγγιση, αλλά γιατί εκ των πραγμάτων δε σε πιάνει με τη μία, άσε που σιγά σιγά παρατηρείς άλλες λεπτομέρειες, τα κιθαριστικά lead, τα σόλο του μπάσου, τα γεμίσματα των τυμπάνων κτλ
Στην εποχή μας βέβαια το θέμα είναι να δώσει χρόνο κάποιος, ρώτησα τρεις διαφορετικούς ανθρώπους (οι οποίοι δεν ενθουσιάστηκαν) πόσες φορές το άκουσαν και μου είπαν μία! Σημεία των καιρών θα μου πεις, αλλά οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αλλάξει 100% το πως προσεγγίζουμε όχι μόνο τη μουσική, αλλά την τέχνη και τα πάντα γύρω μας.
Αυτός πάντως που τραβά πρώτος την προσοχή στο δίσκο είναι ο Karam, ο οποίος τραγουδά συνεχώς ψηλά, σαν να θέλει με το ζόρι να αναβιώσει τις τσιρίδες των 80ς στο us power και είναι στιγμές που σίγουρα υπερβάλει. Σε ένα βαθμό το έκανε και στην πρόσφατη ζωντανή εμφάνιση των Heir Apparent, αλλά θεωρώ πως είναι θέμα ηλικίας και δε μπορεί να το κοντρολάρει ακόμα και του βγαίνει η επίδειξη ασυναίσθητα. Όμως πέρα από το γεγονός πως πρέπει να προστατέψει τις φωνητικές χορδές του, είναι εντυπωσιακός και πλέον, μετά από αρκετές ακροάσεις θεωρώ πως το φαλτσέτο του Karam είναι το trademark του δίσκου και δε μπορώ να τον φανταστώ αλλιώς.
To εξώφυλλο είναι ταιριαστό (το έχει κάνει ο άγνωστος σε μένα Aaron Lawrance, αν έχει δουλέψει και με άλλα σχήματα ρίξτε σχόλια), το booklet είναι απόλαυση (μα πόσο καλτ να ονομάζεις τα σόλο σου!), ενώ σε ότι αφορά την παραγωγή (την έχει κάνει ο ίδιος ο Phil Tougas στο στούντιο που μαζεύεται όλη η σκηνή του Μόντρεαλ (Stygian Studios) υπάρχει μια περίεργη μουντάδα, που ενδεχομένως να έγινε εσκεμμένα, ώστε να μείνει μακριά από την ψεύτικη και κουραστικά τέλεια πλαστική παραγωγή στο σύγχρονο μέταλ.
απ’ τα τοπ metal άλμπουμ του '26
@hopeto, από τα λίγα —και πλέον πιο σημαντικά για μένα— bookmarks που έχω κρατήσει, αυτό για το Best Of των Saxon(Κάνε το δικό σου best of της αγαπημένης σου μπάντας (Διαβάστε πρώτα το αρχικό ποστ) - #1037 by hopeto) ξεχωρίζει. Πάμε να δούμε γιατί παρακάτω…
Οι Saxon αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM) . Από την ίδρυσή τους το 1975 στο Barnsley της Αγγλίας, κατάφεραν να γράψουν τη δική τους ιστορία στο heavy metal, με κλασικά albums της δεκαετίας του ’80, εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως και μια πορεία που ξεπερνά πλέον τις τέσσερις δεκαετίες.
Το “Carpe Diem” (2022) αποδεικνύει ότι οι Saxon παραμένουν μια αληθινή δύναμη του παραδοσιακού heavy metal. Χωρίς περιττούς πειραματισμούς, η μπάντα προσφέρει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: δυνατά riffs, χαρακτηριστικές δίδυμες κιθάρες, επικές μελωδίες και τον αξεπέραστο Biff Byford στα φωνητικά, ο οποίος παρά την ηλικία του διατηρεί την επιβλητική του παρουσία.
Τραγούδια όπως “Age Of Steam”, “The Pilgrimage”, “Dambusters”, “Remember The Fallen” και “Living On The Limit” θυμίζουν τις ένδοξες εποχές των “Denim And Leather” και “Strong Arm Of The Law”, συνδυάζοντας τη νοσταλγία του κλασικού ήχου με μια σύγχρονη, δυναμική παραγωγή από τον Andy Sneap.
Το “Carpe Diem” δεν προσπαθεί να αλλάξει την ταυτότητα των Saxon — και αυτό είναι ακριβώς το δυνατό του σημείο. Είναι ένα αυθεντικό heavy metal album από μια μπάντα που, δεκαετίες μετά την εμφάνισή της, συνεχίζει να παίζει με το ίδιο πάθος και την ίδια ενέργεια.
Ένα από τα καλύτερα late-career albums των Saxon και μια απόδειξη ότι το πραγματικό heavy metal δεν έχει ηλικία.
Βαθμολογία: 8,5/10
Γιατί όχι 9 ή 10;
- Δεν είναι ένα album που αλλάζει την ιστορία του heavy metal όπως τα Wheels of Steel, Strong Arm of the Law ή Denim and Leather.
- Η μπάντα δεν πειραματίζεται ιδιαίτερα και παραμένει πιστή στη φόρμουλά της (κάτι που για τους fans είναι πλεονέκτημα).
- Κάποια τραγούδια μπορεί να μην έχουν το διαχρονικό impact των κλασικών τους.
Γιατί όμως τόσο ψηλά;
Εξαιρετικά riffs από Quinn/Scarratt
Πολύ δυνατή παραγωγή
Ο Biff Byford στα 70+ του παραμένει εντυπωσιακός και αγέραστος!!
Πραγματικό NWOBHM πνεύμα χωρίς να ακούγεται «κουρασμένο»
Από τα καλύτερα albums της ύστερης περιόδου των Saxon

Λίγο το live, λίγο το post σου, ακούω πάλι Σαξονάρα. ![]()
Είτε είναι ευρέως αποδεχτό, είτε όχι, εκεί έξω υπάρχουν μερικά σχήματα, τα οποία απαρχής της εμφάνισής τους μέχρι και κάποιου συγκεκριμένου δίσκου υπήρξαν ένα πυροτέχνημα. Δεν κράτησε, όμως, για μερικά δευτερόλεπτα προκειμένου να δελεάσει παιδικά προσωπάκια, αλλά σηματοδότησε κάτι φρέσκο στον ουρανό της μουσικής σκηνής κι έμεινε αχαλίνωτο το στίγμα του μέχρι και αυτή την ώρα.
Ευρισκόμενοι, λοιπόν, στο 1998 ο χώρος του (Ευρωπαϊκού λεγόμενου) power metal διανύει τις τελευταίες ένδοξες μέρες του (σύμφωνα με αρκετά ΜΜΕ). Όπως είναι φυσικό -μέχρι και σήμερα- η μνήμη βαραίνει από τις κυκλοφορίες των γνωστών σχημάτων και αφήνει μετέωρες κάποιες άλλες, πλέον του δέοντος εξέχουσες ή και ακόμα καλύτερες ή λαμπρότερες από τις ήδη παρασημοφορημένες. Σε αυτές τις μετέωρες υπάγεται και το “Fireworks” των (κρυφο)αγαπημένων Βραζιλιάνων. Ο τελευταίος, μάλιστα, -τεράστιος- δίσκος τους με τον Matos στα φωνητικά.
Καθώς το σκέφτομαι και τα ζυγίζω με το μικρό μου μυαλό, το “Fireworks” ακόμα και στα χέρια του Κρις Τσαγκαρίδη φτιαγμένο, ακούγεται πολύ φρεσκότερο και καλύτερο από εκείνα των έτερων Καππαδόκων της σκηνής. Αρχικά, στεκόμαστε στο γεγονός, πως μετά την απρόσμενη έλευση έκπληξη του “Holy Land”, που πήγαν δέκα βήματα παραπέρα το όραμα του “Angels Cry”, αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα πιο ευθές power υλικό, διατηρώντας λίγη από την προοδευτική μαγεία του προκατόχου.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας δίσκος μπορεί να διαθέτει τα πέντε πρώτα του τραγούδια ως ατόφια διαμάντια μιας μπάντας που ήξερε να εκμεταλλεύεται την έμπνευσή της, τότε δε μένει παρά να συγκλίνουμε στο ότι το “Fireworks” αδίκως έχει περάσει στη σφαίρα της υποτίμησης. Κι έχουμε, πάντα, να συνδιαλεχτούμε με μία μπάντα που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις και ν’ απομονώσεις τον ένα μουσικό από τον άλλον. Κοινώς, είναι αδιανόητο να αναφερθείς στους Angra και στο “Metal Icarus”, για παράδειγμα, να προστρέξεις στον Andre και να προσπεράσεις τις κιθάρες.
Δεν ξέρω γιατί, εντέλει, δεν τα ξαναβρήκε ποτέ της αυτή η παρέα, αλλά έστω κι έτσι, αφού όλα τα ταξίδια οφείλουν να ολοκληρωθούν για να ξεκινήσουν καινούρια, έρχεται το απαύγασμα του δίσκου στο “πρόσωπο” του “Speed” και ο δίσκος -όπως και η χρυσή εποχή των Angra- ρίχνει την αυλαία με μία άκρως εκρηκτική ηχητική στιγμή ορισμένων δευτερολέπτων, που θα μπορούσε να ορίσει εξαρχής τη σκηνή του power metal.
Να μας ζήσει, μια και σα σήμερα ήρθε στη σκηνή μας.
Έχε χάρη ρε αλήτη - ψωμοφάγε που σου έδωσε εμμέσως την ευχή του ο Ίαν με την καρδούλα ![]()
Μεγάλη δισκάρα το Fireworks, αιώνιοι ύμνοι του μελωδικού power metal το Wings of Reality, (ειδικά) το Lisbon και τα περισσότερα κομμάτια εδώ πέρα δηλαδή
Για παραδειγμα?
Θα σου πω εγώ Μαρίνο το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό, το δεύτερο άλμπουμ των Viper είναι καλύτερο από οτιδήποτε έβγαλαν ποτέ οι Angra
Ααααχχχχχχχ
(Ναι είναι σχόλιο)
Angra - “Fireworks”
Edguy - “Vain Glora Opera” (Προσωπική αδυναμία και με μία κρυφή ελπίδα του χρόνου να τους καταφέρει ο Σάκης)
Hammerfall - “Legacy of Kings” (Καλό το ντεμπούτο, αλλά εδώ πάμε πολύ καλύτερα)
ήμουν έτοιμος και για τα ντεμπούτα από Iron Savior και Primal Fear, αλλά εκ των υστέρων μελετώντας, επληροφορήθην ότι αμφότερα βγήκαν το '97.
Προσωπική και υποκειμενική οπτική, έτσι;
![]()
Πρόσφατα το άκουσα πάλι μετά από πόσα χρόνια δε ξέρω. Και λίγο μετά βλέπω του χρόνου θα κάνουν farewell live στην πόλη τους.
Α μόνο για μια χρονιά λέει ρε ο τρελός
Και μερικές ακόμη, περιορισμένες, εμφανίσεις. Φέτος προσπάθησε να τους φέρει ο Σάκης, αλλά τα παιδιά δε δέχτηκαν. Ήθελαν να γίνει μία στην πόλη απ’ όπου ξεκίνησαν. Για να δούμε…
Ωραίο το vain αλλα πιο πολυ διασκέδασα με το hellfire club. To rocket ride ηταν η…ταφόπλακα για εμένα δεν ξανασχοληθηκα.
Εγώ φουλ μέχρι Theater of Salvation και Savage Poetry αλλά μετά ελάχιστα έχω ακούσει.
Όταν λες Σάκης;
Φράγκος του Rock Hard.


