..Με λίγα λόγια

Μπορεί να 'χει μία αφηρημένη σύνδεση και με το “Alien”.

Φορώντας κοκκάλινα γυαλιά και με έκφραση Μαέβιους Παχατουρίδη, θα έλεγα ότι πρόκειται για την κατάκτηση μιας ανώτερης ενσυνείδησης της ύπαρξης μέσω του συμβολισμού του εντόμου που έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της προνύμφης στο κουκούλι και πλέον αναδύεται με μια νέα μορφή.

Πάνω κάτω ότι περιγράφουν οι στίχοι του “Existence” δηλαδή.

3 Likes

Ευχαριστώ για τις απαντήσεις, καλύφθηκα. Θα συνεχίσω για πάντα να βλέπω τον evil στρουθοκάμηλο.

1 Like

Εμένα πάντα κατσαρίδα μου φαινόταν.

1 Like

Στηριζω Παχατουριδη, παρολο που εγω εβλεπα παντα καποιου ειδους badass οστρακοειδες να βγαινει απο φλεγομενη μπαλα. (μεγαλη δισκαρα με εξωφυλλο που ποτε δεν μου αρεσε)

Για το ΠΕΟΣ μόνο εγώ θα μιλήσω, δηλαδή, ε;

1 Like

@Leper_Jesus αφιερωμένο

Και εγένετο doom/death :exclamation:

Σίγουρα αποτίουμε το δέοντα σεβασμό στους PARADISE LOST του “Gothic”, εννοείται ότι λατρεύουμε TIAMAT του “Astral Sleep” (οι οποίοι βέβαια υφολογικά κινούνταν σε άλλα μονοπάτια) και αναγνωρίζουμε και πιο underground καταστάσεις (UNHOLY, NECRO SCHIZMA κ.α.) αλλά προσωπική εκτίμηση είναι ότι οι MDB με αυτό το κομμάτι ουσιαστικά είναι η πρώτη ολοκληρωμένη εκδήλωση του συγκεκριμένου παρακλαδιού.

Με τα βιολιά του, τα έρποντα περάσματα και τα λυτρωτικά ξεσπάσματά του, το “Symphonaire Infernus et Spera Empyrium” στέκει αγέρωχο επί τριάντα συναπτά έτη, ενώ όπως έχω γράψει και παραπάνω στο παρόν τόπικ, παρότι αγαπώ γενικότερα οτιδήποτε έκαναν οι BRIDE μέχρι και το “Dreadful Hours” (όχι ότι με χαλάνε τα επόμενα, αλλά μου λείπει το κάτι παραπάνω), τα EPs/singles της πρώιμης περιόδου παίζει να τα προτιμώ ένα κλικ σε σχέση με τα full-length.

Όσο για το “Symphonaire…”, η πρώτη γνωριμία μαζί του ήταν στο λάηβ στο Ρόδον το 2002 (καθώς τότε δεν είχα προχωρήσει, προς τα πίσω, πέρα από το “Angel…”) όπου έχω την εντύπωση ότι ήταν και encore (αλλά δεν παίρνω και όρκο) και το οποίο είχα παρακολουθήσει με τον τότε φίλο και συμφοιτητή Νάσο Ηλιόπουλο (τον γνωστό).

8 Likes

Πρώτη φορά που γράφω για δίσκο στο νήμα, και η αλήθεια είναι πως άλλος περίμενα να είναι το “ντεμπούτο” μου, αλλά τι να κανς.

Με αφορμή την πρόσφατη επανέκδοση του “Death Church” (1983 - Corpus Christi Records) των Rudimentary Peni, που από χθες είναι στα χεράκια και στο πικαπ μου, ας πω πάλι δύο λόγια, μιας και στο σχετικό μας αφιέρωμα στο anarcho-punk είχα την τιμή να αφιερώσω κάποιες λέξεις για το μνημείο αυτό.

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για το ντεμπούτο LP των Peni χωρίς να αναφερθείς στην προσωπικότητα του Blinko, το όλο κίνημα, το γραφιστικό κομμάτι, αλλά ας μείνουμε στα μουσικά, υπό μια έννοια.

Επί σχεδόν μισή ώρα, για να με παραφράσω, θεωρώ πως ελέγχεται το τι θεωρεί το καθένα καλλιτεχνική ελευθερία. Ο τρόπος, με τον οποίο, ο απόλυτα σφιχτός, και έρπων ήχος του μπάσου, του κιθαριστικού τόνου, κινούνται μεταξύ συνθέσεων, εικόνων, μηνυμάτων, προβληματισμών και αγωνιών, συνθέτοντας ένα αποκρυφιστικό, επικίνδυνο, παράταιρο μα φιλόξενο τοπίο, είναι τόσο ιδιάζων, που η επιρροή του είναι μεγαλύτερη από όσο νομίζεται.

Οι Peni έπαιξαν εδώ το βρυκολακιασμένο ξαδερφάκι του ήχου των Crass, που όμως απείχε από αυτό. Είναι death rock, είναι γοτθικός τρόμος, είναι post-punk πειραματισμός ουσιώδης και όχι επιφανειακός, είναι γκροτέσκος και όχι φαντεζί, είναι πύλες προς μια ανεξέλεκτη ελευθερία. Είναι ο δίσκος που αισθητικά, καθόρισε σε τιτάνιο βαθμό το σκοτάδι όπως το εξέλαβε ο περιθωριακός σκληρός ήχος έκτοτε, με τρόπο που ελάχιστες άλλες μπάντες (Christian Death, κλπ) έπραξαν, καθώς δεν μνημονεύτηκαν εξίσου.

Η στιχουργία, η φωνητική ερμηνεία του Blinko, που ανιχνεύεται σχεδόν σε όλο το black metal, καθώς και κυρίως, η, για πληθώρα λόγων, μη στρατευμένη, οπτική από την οποία οι RP έπαιρναν θέση και αναζητούσαν αυτή την οικειοποίηση του κοινωνικού σκότους, ανιχνεύεται από τους Mayhem (που πέρσυ τους διασκεύασαν κιόλας), την Chelsea Wolfe (που στα ξεκινήματά της έβγαλε 2 EP διασκευών σε δαύτους), μέχρι αμέτρητους καλλιτέχνες από τα '80s και μετά που αντιλήφθηκαν αυτό τον δίσκο (και τα προηγούμενα EP - μαζί πάνε αυτά) ως το επιστέγασμα του αδυσώπητου, του ανορίοτου, της παρακμιακής κλειστοφοβικής αισθητικής, του παράτολμου.

Θα μπορούσα να αναφερθώ στο εμβληματικό “Blisfull Myth”, το “Rotten To the Core”, τα “Vampire State Building”, “Blasphemy Squad”, “Flesh Crucifix”, “Army Of Jesus”, στο πως 21 συνθέσεις σε λιγότερο από 2 λεπτά στην πλειοψηφία τους συγκροτούν ρευστούς κόσμους, Lovecraft-ιακούς προβολείς πάνω στο άσχημο, ώστε να συγκρουστούν μαζί του, να το φέρουν στο προσκήνιο, να λήξουν τα ψέματα.

Δίσκος που δεν επαναλήφθηκε, όσο και αν η μετέπειτα πορεία έχει την δική της χάρη, δίσκος που συνδιαμόρφωσε ηχοχρώματα.

Ολιστική άποψη περί ακρότητας και ειλικρίνειας.

as you walk out of the valium of death, a sad feeling limps around your brain, funny farmers sowing seeds of discontent, pumping nerve gas around unfeeling veins, war junkies perish in the wreckage, of their brains, mindward earthlings seek to change our path, stench crawling over the snow, bilious bodies terrorized by fastfood sugar demons, unhappy nuclear bomb-doubt families, meltdown in the melting tin pot boilers, another crutch splinters + snaps, time to heal the split atoms now, happy farm.

6 Likes

Και το απαραίτητο συμπλήρωμα (δυστυχώς εξαντλημένο εδώ και χρόνια, αλλά αν το πετύχετε πουθενά…):

4 Likes

Κάναμε μια αναφορά κάποια στιγμή εν συντομία, αξίζει όμως να τα πούμε κι αναλυτικότερα…

Οι Atheist όσο σκανδαλωδώς ταλαντούχοι κι αν ήταν, άλλο τόσο άτυχοι υπήρξαν στην καριέρα τους. Πως αλλιώς να ερμηνεύσεις το ότι λίγο πριν ξεκινήσουν οι ηχογραφήσεις για το νέο δίσκο στις αρχές του 1991, ο Roger Patterson σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα; Αυτό συνιστούσε βαρύτατο πλήγμα μιας και ο μακαρίτης δεν ήταν μόνο βασικό στέλεχος της συνθετικής ομάδας, αλλά και ο απίστευτα τεχνίτης μπασίστας σε ένα συγκρότημα όπου το μπάσο είχε πολύ πιο ενεργό ρόλο από τον συνήθη. Κι όμως, οι Atheist κατάφεραν το φαινομενικά ακατόρθωτο. Βρήκαν στο πρόσωπο του κουβανικής καταγωγής Tony Choy των Cynic έναν – εκτελεστικά τουλάχιστον – άξιο αντικαταστάτη, ο οποίος μπήκε κατευθείαν στο studio αφού το υλικό ήταν ως επί το πλείστον ήδη έτοιμο.

Αν το “Piece of Time” είχε “προειδοποιήσει”, το “Unquestionable Presence” ήρθε για να κάνει πράξη όλες τις υποσχέσεις! Μέσα στην…καθιερωμένη διάρκεια των 32 λεπτών χώρεσαν οκτώ έμφορτα ιδεών τραγούδια όπου οι jazz/fusion επιρροές δένουν απόλυτα φυσικά με το death metal στοιχείο χωρίς να του στερούν την επιθετικότητα. Μια πληθώρα από riffs, αλλαγές ρυθμών, χρονισμών αλλά και μουσικών ειδών, σε μη συμβατικές δομές λαμβάνουν χώρα σε κάθε κομμάτι αφήνοντας άναυδο τον εμβρόντητο ακροατή που βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να ανακαλύπτει πράγματα σε κάθε μια από τις (επιβεβλημένα) πολλές ακροάσεις, απολαμβάνοντας την γνήσια progressive φύση της μουσικής, αλλά και τα δελεαστικά, ήπια ή/και μελωδικά μέρη που παρεμβάλλονται – εννοείται βέβαια πως δεν μιλάμε για “εύκολα”, τραγουδιστά choruses εδώ!

Η απόδοση των μουσικών στο τόσο απαιτητικό εκτελεστικά υλικό είναι εντυπωσιακή όσο και αυτονόητα τέλεια. Χωρίς να μειώνουμε την παρουσία των δύο κιθαριστών, το rhythm section είναι “από άλλον πλανήτη” - άλλωστε τα κομμάτια ήταν εμφανώς δομημένα πάνω στους ρυθμούς. Οι στίχοι επίσης παρουσιάζουν πολυμορφία αφού διέπονται τόσο από οικολογικές ανησυχίες όσο και από… εξωγήινες αναζητήσεις!

Είναι αξιοθαύμαστο και ενδεικτικό της ζωτικότητας που διακατείχε το νεαρό τότε death metal που ακόμα διαμόρφωνε τις σταθερές του, το ότι εν έτει 1991 ήδη ξεκίναγε να επεκτείνεται πέραν των ορίων. Με το “Unquestionable Presence” οι Atheist έθεσαν νέα standards στο είδος δημιουργώντας ένα album ορόσημο, θεμέλιο λίθο σωστότερα, σε μια χρονιά όπου θα ακολουθούσαν σε παρόμοιο “μονοπάτι” οι Death (“Human”) και οι Pestilence (Testimony of the Ancients”), με τους Cynic να έρχονται λίγο αργότερα.

Δυστυχώς όμως, η απώλεια του Patterson αποδείχτηκε δυσβάσταχτη για τον Steve Flynn που αποχώρησε αμέσως μετά, με την μπάντα αναπόφευκτα να διαλύεται για πρώτη φορά.
Είπαμε ότι δεν ήταν και οι πιο τυχεροί τύποι;

12 Likes

Το 2009 σπίτι δεν είχα ακόμη ίντερνετ. Δε γούσταρα. Και ακόμα και όταν έβαλα κανά χρόνο μετά δεν κατέβαζα μουσική. Δεν ήθελα να χαλάσω την τελετουργία του να ακούω ένα δίσκο όταν κυκλοφορεί. Αδιαφορούσα για τις κριτικές(καλά ακόμα το κάνω αυτό). Επομένως πέρα από αυτά που έψαχνα μανιωδώς τότε(doom , doom-death και funeral doom), τα υπόλοιπα είδη δεν τα πολυπαρακολουθούσα. Με το progressive βγάζω σπυράκια( εξαιρούνται οι σαϊκότικ). Επομένως όταν είδα ότι σαπόρτ στους paradise lost στη θεσσαλονίκη είναι poem είπα στ αρχίδια μου. Ούτε καν σαν όνομα δεν τους ήξερα και αφού δεν παίζουν και doom ποιος ο λόγος να ασχοληθώ? Ανοίγοντας ένα μπουκαλάκι τσίπουρο που είχα μαζί και μια μπύρα για να το σβήνει ξεκίνησα χαλαρή κουβεντούλα με φίλους περιμένωντας να τελειώσει το support. Αλλά ρε φίλε όσο περνούσε η ώρα αυτό που άκουγα μου άρεσε όλο και περισσότερο. Τα σπάγανε και πάνω στη σκηνή (ειδικά ο ντράμερ). Ώσπου άρχισα να γουστάρω περισσότερο(σε κάποιο σημείο μου βγήκε και ένα συναίσθημα από αγαπημένο πρώτο puressence ) και λέω ας τσιμπήσουμε το cd. Μετά βγήκαν οι paradise lost και ήταν όπως σχεδόν πάντα μέτριοι. Δε με πολυένοιαξε όμως γιατί με είχε γεμίσει το support. Βάλαμε να ακούσουμε το cd στην επιστροφή στα Γιάννενα μετά το λάιβ και το ακούσαμε. Πολλές φορές. Και την επόμενη και τη μεθεπόμενη. Πολλές φορές καθημερινά. Έμαθα στίχους από το βιβλιαράκι. Και κάπως έτσι το The Great Secret Show έγινε από τους αγαπημένους μου ελληνικούς δίσκους έβα και από τους πιο πολυακουσμένους για καμιά 5ετία. Σήμερα κάτι με έπιασε και έβαλα να το ξανακούσω μετά από κάμποσα χρόνια. Και ανατρίχιασα ρε φίλε . Και ναι δε μου αρέσει κάτι άλλο από τους επόμενους δίσκους. Αλλά θα τους ευχαριστώ για πάντα
:arrow_forward:︎ The Great Secret Show | POEM (bandcamp.com)

14 Likes

You really did put chaos into (almost) fourteen lines!

Περίεργο αυτό, αλλά δεκτό.

2 Likes

Πολύ ωραίος δίσκος, όπου ναι ο drummer είναι φοβερός (δεν παίζει στους επόμενους δίσκους), επίσης πολύ καλό παιδί και καλός φίλος. Τα Against me και Giant προσωπικά τα προτιμώ στη demo version τους, που κυκλοφορούσε τότε στα ανήλιαγα λημέρια του underground.

1 Like

Ναι ξέρω ότι είχε φύγει τότε. Δε μου λες μήπως ξέρεις και το παιδί που παίζει τώρα κιθάρα το Λώρενς? Είμασταν συνφάνταρα στη Ρόδο και ακούγαμε μουσική παρέα σε ένα mp3 που είχε τότε αλλά νομίζω έχουμε να μιλήσουμε από το 2005

Με τους άλλους έχω συναντηθεί αλλά δεν τους γνωρίζω προσωπικά.

Winner/Loser από Titan Force λοιπόν. Πάντα είχα την εντύπωση πως αυτός ο δίσκος βρίσκεται στην σκιά του (τιτάνιου δίχως αμφισβήτηση) ντεμπούτου. Επίσης κυκλοφόρησε μια λίγο περίεργη εποχή (1991) για αυτόν τον ήχο, γεγονός που σε συνδυασμό με το ότι είναι πιο progressive από τον πρώτο δίσκο και κάπως “κάθεται” στο μεταίχμιο μεταξύ, δεν βοήθησε τον δίσκο να αναδειχθεί. Αρκετά metal για τους progsters, αρκετά prog για τους μεταλλάδες. Όπως και να έχει, στο δια ταύτα: Το δεύτερο Titan Force είναι ένας πραγματικά απολαυστικός δίσκος. Έχει άψογη παραγωγή που υπερτονίζει τις τεχνικές αρετές των μελών τους συγκροτήματος και διατηρεί ακόμα φρέσκο τον ήχο του, έχει φαντασία, πρωτότυπες συνθέσεις, τον Τύραννο στα ντουζένια του, κοινώς όλο το πακέτο για να μπορέσει να τον απολαύσει όχι μόνο ο φίλος του US (Prog) Power, αλλά και κάποιος πιο περαστικός. Εδώ θα ακούσει κανείς απολαυστικές μπασογραμμές σε κάθε κομμάτι, εκφραστικές ερμηνείες με καλογραμμένους στίχους που ξεφεύγουν από την πεπατημένη, πρωτότυπες κιθάρες, και κυρίως, σε κάθε τραγούδι βγαίνει προς τα έξω πως τα μέλη της μπάντας απολαμβάνουν να παίζουν και παίζουν για την πάρτη τους, για αυτό και υπάρχουν άφθονα μικρά σημεία και λεπτομέρειες που δίνουν βάθος στην μουσική. Δεν ακούς μια μπάντα που μπήκε στο στούντιο για να παίξει στα χνάρια κάποιας άλλης μπάντας, ακούς μια μπάντα που έχει κέφι, όρεξη, ταλέντο και κάνει το δικό της κομμάτι, κάτι πραγματικά σπάνιο. Όσον αφορά τις συνθέσεις, έχει απ’όλα ο μπαξές. Από το δυναμικό μπάσιμο με το Fields of Valor, οδηγούμαστε στο “παιχνιδιάρικο” Shadow of a Promise που μέχρι και χορωδιακό ρεφρέν έχει, για να καταλήξουμε στο λυρικό, σκοτεινό, μελαγχολικό prog Έπος του Dreamscape, στο οποίο ακούμε τον Conklin να κάνει μαγικά πράγματα με την φωνή του (πιθανώς το αγαπημένο μου TF κομμάτι). Στο ενδιάμεσο οι ρυθμοί και οι διαθέσεις μεταβάλλονται και κάθε ένα από τα 8 κομμάτια του δίσκου συνθέτει ένα συμπαγές οικοδόμημα που θα ευχαριστήσει οποιονδήποτε επιχειρήσει να το ακούσει, υπάρχει νομίζω κάτι για όλους.

When the pieces start to fall.
Your whole world crumbles away.
This time it’s gone too far.
Unreal thoughts you believe are taking you.
Taking you away.

In this world of darkness, forever floating on and on.
Dreams I experience too strong to control.
Lead me on a journey of no return.

15 Likes

Corrosion of Conformity “Deliverance” (1994)


Βαριέμαι αφόρητα το stoner/heavy rock. ΟΚ, θα εκτιμήσω (και μπορώ ν’ απολαύσω) κάποιους εξόφθαλμα καλούς δίσκους από Kyuss, Spiritual Beggars κλπ., αλλά η πλειοψηφία των κομματιών που θ’ ακούσω απλά με αφήνουν παγερά αδιάφορο. Νομίζω ότι ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό είναι η έλλειψη του βασικού στοιχείου που αναζητώ εγώ στη μουσική, δηλαδή οι πιο μινόρε/λυπητερές κλίμακες, που συνολικά απλά δεν αποτελούν χαρακτηριστικό αυτού του συγκεκριμένου ήχου.

Τότε ας μου εξηγήσει κάποιος πώς γίνεται να έχω φάει κόλλημα μ’ αυτό το album; Να φταίει το ότι εδώ κι εκεί, ξεπετάγονται υπερ-heavy (και ολίγον σκοτεινά) ή κοφτά riffs που μοιάζουν να ξέμειναν από τις πρώτες, hardcore ημέρες (π.χ. “Broken man”, “Shake like you”, “Clean my wounds”); Να φταίνε οι λιγοστές, μα ουσιώδεις, μελωδικές στιγμές (“Seven days”, “Shelter”, “Pearls before swine”); Η τίγκα Sabbath-ίλα; To groove-άτο drumming; Τα ιντερλούδια που για λίιγα λεπτά μόνο δυστυχώς δείχνουν ότι οι CoC θα μπορούσαν να πουν πολλά στο στυλ που μου αρέσει; Η μαγκιόρικη χροιά του Keenan; Όλα αυτά μαζί;

Και πόσοι να μνημονεύουν, άραγε, αυτό το album μετά από τόσα χρόνια;

9 Likes

Δεύτερο post για τους CoF εδώ, αλλά νομίζω αξίζει να ειπωθούν δυο λόγια για ένα δίσκο που ελάχιστοι μνημονεύουν πια, μια και οι μαυρομέταλλοι το θεωρούν false και οι CoF fans εστιάζουν στην “Dusk…” και μετέπειτα περίοδο.

Και όμως το ντεμπούτο -έκλεισε τα 28 μέσα στον Μάρτιο σύμφωνα με το ΜΑ- του βλαμμένου Dani και της λοιπής -τότε- παρέας του έχει πάρα πολλά πράγματα να πει και προσωπικά για μένα στέκει μια χαρά αυτόνομο στο bm της περιόδου '91-'95.

Ναι, έχει ένα σωρό πιασάρικα γοτθικά περάσματα (πειτε μου όμως ότι δεν συγκινείστε στην γέφυρα “nothing will keep us apart…” του “Black Goddess Rises”), ναι έχει μια χεβιμεταλλάδικη οπτική σε αρκετά σημεια (βλέπε φουλ μεηντενιά στο χιτάκι “The Forest Whispers My Name”).

Έχει όμως και τα in-your-face κομματάκια του (ομώνυμο, “Crescento”), έχει τα έπη του ("Of Mist And Midnight Skies -πόσο κάβλα το “we will ride again…”) αλλά πάνω απ’ όλα έχει αυτή τη γαμημένη απαγγελία της Andrea Meyer ως Lilith στο “To Eve The Art Of Witchcraft” που σηκώνει την τρίχα κάγκελο κάθε μα κάθε φορά.

Ι am the gentle stream
That trickles through the summer glades of ever green peace
Therefore we will drink my sleep and dream
I am the bleeding sky,the snatching wind of war
Blowing through the savage garden
My crown is fire, the erotic sinews of lust
Like strings to be pulled and cut.

I will make my puppets dance!
The men will bow down before me
To take my flesh as lucid thoughts of dark, unbridled lust
I am all these things and more
Thus I await you, Nemesis of restraint
The code of life and the bride of evil itself.

9 Likes

Ας αλλάξουμε κλίμα με κάτι ελληνικής κατασκευής και προελέυσεως!

Οι Socrates Drank the Conium ξεκίνησαν σαν Persons το 1969 από τους Αντώνη Τουρκογιώργη (φωνή/μπάσο) Γιάννη Σπάθα (κιθάρα) και Ηλία Μπουκουβάλα (drums). Μετά από την αλλαγή ονόματος κι ένα single στα ελληνικά αποφάσισαν να υιοθετήσουν αποκλειστικά αγγλικό στίχο. Έχοντας συμμετάσχει στη συλλογή “Ζωντανοί στο Κύτταρο”, το 1972 ήρθε η ώρα να κυκλοφορήσουν τον παρθενικό τους δίσκο.

Σε αυτή την πρώτη τους ηχογράφηση οι Socrates εμφανίζονται σαν μια μπάντα βαθιά επηρεασμένη από το heavy psych και τα hard rock/ blues και μουσικούς όπως ο Jimi Hendrix και οι Cream - οι progressive τάσεις τους για τις οποίες έγιναν αργότερα γνωστοί δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμη φανερά.

Η κιθάρα του Σπάθα είναι ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος στο δίσκο. Έτσι, εδώ θα βρούμε “μεγάλα” riffs που ενίοτε μπαίνουν στα χωράφια του νεαρού τότε metal ιδιώματος, ειδικά εκεί όπου υπάρχουν οι εμφανέστερες blues επιρροές όπως στο “It’s A Disgusting World” (τι τίτλος!) με το φοβερό τζαμαριστικό μέρος και το solo, ή το “Blind Illusion”. Το γνωστότερο πάντως – και δικαίως - τραγούδι εδώ είναι το “Starvation”, τελευταίο στη σειρά που ακολουθεί το, σοφά τοποθετημένο πριν από αυτό, ηπίων τόνων “Underground”.

Όσο κι αν προερχόταν από μια χώρα ξένη προς το είδος και πολύ μακριά (τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά μεγέθη) από τα τότε μοντέρνα μουσικά ρεύματα, όσο κι αν δεν το κολάκευε η παραγωγή, το ντεμπούτο των Socrates, πέραν της αξίας του, κατάφερε επίσης να ακούγεται επίκαιρο και αυτό ειδικά ήταν μάλλον το μεγαλύτερο επίτευγμα του!

16 Likes