..Με λίγα λόγια

Είναι καιρός να αποκαταστήσουμε μια “εγκληματική” παράλειψη και να μιλήσουμε για το…

Δυο χρόνια μετά το πρώτο τους που έτυχε μιας σχετικής cult επιτυχίας, οι Tyrant επέστρεψαν με ένα νέο LP, έχοντας στη διάθεση τους μεγαλύτερο προϋπολογισμό και γενικά υποστήριξη από την ενθουσιασμένη Metal Blade.

Για να τονιστεί η συνέχεια αλλά και η εξέλιξη σε σχέση με το ντεμπούτο, η φωτογραφία του εξωφύλλου ελήφθη στο ίδιο… νεκροταφείο, μόνο που εδώ δεν έχει αυτοκίνητα και λοιπές “γαρνιτούρες”, η μπάντα απεικονίζεται με γυρισμένες πλάτες σε ένα “κόκκινο του αίματος” ομιχλώδες χρωματικό φόντο!

Πέραν του εικαστικού, οι Tyrant, ανήκοντες στην “τραχιά” πτέρυγα του USPM (μαζί με κάτι Omen, Brocas Helm κλπ), στο “Too Late to Pray” ωθούν στα άκρα την τραχύτητα αυτή. Στην ουσία, ο δίσκος κάνει χρήση όλων των θετικών του είδους, πετυχαίνοντας το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Έτσι, μετά την εισαγωγή/ πρελούδιο “Tyrant’s Revelation II” όπου εκτίθενται οι τίτλοι των τραγουδιών που έπονται σε ένα “έθιμο” από τον πρώτο δίσκο που θα είχε και συνέχεια στους επόμενους, η μπάντα επιδίδεται κυρίως σε mid tempo ρυθμούς, παρά τις όποιες speed αναφορές, με τις στιγμές που επιβραδύνει σε doom επίπεδα να είναι και οι πλέον υποβλητικές, σε μια ατμόσφαιρα ερεβώδη, αποπνικτική και απειλητική, που διατρέχεται από ένα επικό συναίσθημα κρατώντας δέσμιο τον ακροατή στην ανελέητη αυτή μεταλλική πανδαισία!

Ένας βασικός παράγοντας της επιτυχημένης συνταγής είναι φυσικά ο, από κάθε άποψη τεράστιος, Glen May. Κινούμενος σε μια ερμηνεία που θα θυμίσει Tim Baker, χωρίς όμως να παραλείπει να ξεφύγει ενίοτε σε πιο ψηλές οκτάβες σε δεύτερο πλάνο, κάνει χρήση όλης της έκτασης της φωνής του προειδοποιώντας για τον επερχόμενο Αρμαγεδδώνα και οικτίροντας την ανθρώπινη μοίρα! Από κοντά ο αφέντης των riffs και μανιώδης στα solos του, Rocky Rockwell, παρέα με το επιβλητικότατο μπάσο του Greg May και τον νεοεισελθόντα drummer (άλλη μια συνήθεια που έγινε παράδοση!) G. Stanley Burtis!

Στην πράξη, οι Tyrant με το “Too Late to Pray” δημιούργησαν ένα album επικού κατά βάση heavy metal, τόσο ιδιαίτερου και άψογου που… δεν είναι για όλο τον κόσμο! Ίσως αυτός να είναι ένας ακόμη λόγος για το θρυλικό status που έχει αποκτήσει με τον καιρό!

14 Likes

Τους θυμηθήκαμε με άσχετη αφορμή πρόσφατα, οπότε ευκαιρία να τα πούμε αναλυτικότερα…

Ο ορισμός της obscure μπάντας είναι οι Legend από το Connecticut των Η.Π.Α. που κυκλοφόρησαν έναν μόλις δίσκο σε μόλις 500 αντίτυπα το 1979 και κατόπιν διαλύθηκαν, χωρίς όμως να περιπέσουν στη λήθη αφού το μοναδικό τους αυτό LP έγινε το “ιερό δισκοπότηρο”, όχι μόνο για τους συλλέκτες, αλλά και για τους ρέκτες του επικού heavy metal, ενώ συγκροτήματα όπως οι Slough Feg διασκεύασαν τραγούδια από αυτό.

Το συγκρότημα απαρτίζανε τρεις εξαίρετοι μουσικοί που, επίσης παραδόξως, χαθήκαν από το (που λέει ο λόγος) προσκήνιο έκτοτε. Ο ικανότατος μπασίστας Fred Melillo, ο απίστευτα ταλαντούχος drummer Raymond Frigon, και ο Kevin Nugent στην κιθάρα και στα φωνητικά. Ο τελευταίος ανήκε στην κατηγορία τραγουδιστών που δεν επιδιώκουν να ακουστούν επιθετικοί ή δυναμικοί, απεναντίας είχε υιοθετήσει ένα “αφηγηματικό”, ήρεμο ύφος, στο στυλ του Rod Evans. Καθόλου περίεργο που οι Captain Beyond ανήκουν στις επιρροές των Legend μαζί με τους Rush (περιόδου “Caress of Steel”), τους Uriah Heep και όλα τα λοιπά γνωστά και μη εξαιρετέα των 70s. Βασικά, αν κάποιος αναλογιστεί τις στιγμές όπου τα progressive rock σχήματα “παρεκτρέπονταν” σε επικές και heavy ατραπούς, τότε θα έχει μια αρκετά αντιπροσωπευτική εικόνα του ύφους των Legend!

Βοηθούσης της Viking θεματολογίας των στίχων (εν έτει 1979 να υπενθυμίσω!), αλλά και του σχετικού artwork δια χειρός… Ιωάννου, ειδικά η α’ πλευρά θα επιβεβαιώσει εν πολλοίς τις προσδοκίες. Το ”The Destroyer” είναι πραγματικά άψογο και το “The Wizard’s Vengeance” έχει ένα απίστευτο riff το οποίο θα έκανε περήφανους τους Led Zeppelin, το δε “Golden Bell” με τις εναλλαγές, τις επικές μελωδίες και τα χορωδιακά μέρη είναι επίσης καταπληκτικό. Από εκεί και πέρα, τα δύο instrumental, το μεν “The Confrontation” είναι ωραίο, το δε “Iron Horse” έχει να επιδείξει ένα drum solo για την μισή του διάρκεια που είναι μεν εντυπωσιακό, καταντά όμως κουραστικό. Ο Frigon γενικά δεν χάνει ευκαιρία να κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων του, όπως π.χ. και στο περιπετειώδες ομώνυμο οκτάλεπτο κομμάτι, τελευταίο στη σειρά.

Το “Fröm the Fjörds” ήταν αναμφισβήτητα μπροστά από την εποχή του μιας και προοιώνιζε ένα είδος που ακόμη τότε δεν υπήρχε, και - γιατί όχι; - δύναται να χαρακτηριστεί δίσκος επικού heavy metal. Ίσως όχι σε όλη τη διάρκεια του, αλλά μήπως το “Battle Hymns”, τρία (3) ολόκληρα χρόνια αργότερα, ήταν αμιγώς επικό; Δυστυχώς όμως, η διάλυση τους αρχικά και ο αδόκητος χαμός του Nugent λίγα χρόνια μετά, δεν επέτρεψαν στην μπάντα να έχει την όποια συνέχεια.

14 Likes

Παρατηρώ ότι έχει ατονήσει η κίνηση εδώ, νομίζω χρειαζόμαστε ένα γερό ταρακούνημα…

defenderofthecrown

Οι Brocas Helm είναι από τις περιπτώσεις που δεν μπορούν να κριθούν με τα συνήθη μέτρα των συνηθισμένων συγκροτημάτων. Έχοντας δημιουργηθεί στην μητρόπολη του thrash και κυκλοφορήσει δύο album στα glorious 80s με διάρκειες που μετά βίας ξεπερνούσαν το χρονικό όριο για να χαρακτηριστούν LP, παρέμειναν επί μακρόν ανυπόγραφοι ώσπου να επιστρέψουν μετά από 16 ολόκληρα χρόνια!
Εύλογα θα περίμενε κανείς να έχουν ωριμάσει στο μεσοδιάστημα, όχι όμως αυτοί οι τύποι! Αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι το “Defender of the Crown” είναι μάλλον ο καλύτερος τους δίσκος και διαρκεί 55 λεπτά (!) περιέχοντας 15 τραγούδια, όλα τα στοιχεία που συνέθεταν την ταυτότητα της τόσο ιδιαίτερης αυτής μπάντας είναι παρόντα!

Εδώ λοιπόν θα ακούσουμε τις χαρακτηριστικές μελωδίες στα lead του Bobbie Wright όπως και τα ανεπανάληπτα, αμίμητα φωνητικά του με το σαρδόνιο ύφος, το μανιακό drumming του Jack Hays και το ηγεμονικό, ασορτί με την εμφάνιση του, μπάσο του Jim Schumacher που βρίσκεται ψηλά στη μίξη και συχνά πυκνά απαιτεί την προσοχή! Ένα οργανωμένο χάος από φρενήρη solos, τρελαμένα riffs, “μεσαιωνική” ατμόσφαιρα και “ωμή” ενέργεια που όμως λειτουργεί πέραν πάσης προσδοκίας!

Αναφορικά με το songwriting, οι Brocas Helm, πρωτίστως ενταγμένοι στο επικό metal, καταφέρνουν να βγάζουν αυτή την αίσθηση μεγαλείου χωρίς να πλατειάζουν σε… επικές διάρκειες – απεναντίας, υπάρχουν στιγμές που μοιάζει να μην εξαντλούν τις δυνατότητες των εξαιρετικών ιδεών τους. Στην πραγματικότητα καταφέρνουν, εκτός των άλλων επιτευγμάτων τους, να συγκεράζουν ιδανικά τις επιρροές τους, που εκτείνονται πέραν των αυστηρών metal ορίων, σε folk και rock ‘n’ roll μονοπάτια! Πάνω απ’ όλα όμως, οι Brocas Helm δεν ξεχνούν ότι το metal, εκτός από την απαράμιλλη εκείνη αίσθηση ελευθερίας που προσφέρει, είναι (και) διασκέδαση! Έτσι, αποφεύγουν να πάρουν τον εαυτό τους υπερβολικά στα σοβαρά (όπως αρκετοί άλλοι “επικοί”) κάτι που μαρτυρούν τραγούδια όπως τα “Drink and Drive” και "Skullfucker” – κομματάρα παρεμπιπτόντως!

Το “Defender of the Crown” ακούγεται ομοιογενές παρά τη διαφορά ηλικίας μεταξύ των κομματιών που το απαρτίζουν και γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους ενώ δεν κουράζει παρά τη διάρκεια του αφού διακρίνεται από ποικιλία και δεν φλυαρεί ποτέ παραμένοντας μια απόλαυση. Επίσης, παρά το fun στοιχείο που διαθέτει, σου δημιουργεί ταυτόχρονα την παρόρμηση να βγεις και να… αποκεφαλίσεις τους εχθρούς! Σε ένα παράλληλο, “δικαιότερο” σύμπαν οι σπουδαίοι Brocas Helm θα είχαν μεγαλύτερη δισκογραφία και επιρροή στο σύγχρονο metal, όμως ακόμη κι έτσι τι παραπάνω θα μπορούσε να ζητήσει κανείς;

12 Likes