Το 2008 ο 14χρονος martian έκανε τις ίδιες σκέψεις. Μπορεί να μην οδήγησε μια Camaro, ένα Mustang ή έστω ένα Ford Capri που ήθελε, αλλά με λίγη φαντασία και την κατάλληλη μουσική επένδυση ακόμα και με το ταπεινό μου Yaris γίνεται η δουλειά!
Lord Bane – Age of Elegance (1994)
Οι Lord Bane σχηματίστηκαν στη Βοστώνη των Η.Π.Α. το 1990 από τον τραγουδιστή, κιθαρίστα και βασικό συνθέτη Shawn Ames, ο οποίος είχε μετακομίσει εκεί από τη Νέα Ορλεάνη. Μαζί με τον ντράμερ Wes Bordelon έθεσαν τα θεμέλια του συγκροτήματος, ενώ αργότερα προστέθηκε ο μπασίστας Eric Yawnaway. Μετά από ένα demo το 1993, η μπάντα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της άλμπουμ, Age of Elegance , μέσω της Rising Sun Records. Αν και δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, το άλμπουμ απέκτησε πιστό κοινό ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία μέσω της Nordic Metal και σήμερα θεωρείται ένα από τα κρυμμένα διαμάντια του αμερικανικού progressive/power metal.
Κριτική
Το Age of Elegance ανήκει σε εκείνη την εποχή όπου ο όρος «progressive metal» είχε πολύ συγκεκριμένη σημασία. Αντί για τεχνική επίδειξη και αχρείαστες δεξιοτεχνίες, οι Lord Bane ακολουθούν την παράδοση συγκροτημάτων όπως οι Queensrÿche, Crimson Glory και Fates Warning. Οι συνθέσεις είναι προσεγμένες, πολυεπίπεδες και ώριμες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς πολλά από τα τραγούδια είχαν παιχτεί ζωντανά για χρόνια πριν καταγραφούν στο στούντιο.
Το μεγαλύτερο όπλο της μπάντας είναι αναμφίβολα ο Shawn Ames. Η φωνή του θυμίζει έντονα τον αείμνηστο Midnight των Crimson Glory, χωρίς όμως να αποτελεί απλή μίμηση. Μπορεί να εκτοξεύεται σε εντυπωσιακές υψηλές νότες, αλλά γνωρίζει πότε να χαμηλώσει τους τόνους και να προσδώσει δραματικότητα και συναίσθημα στις ερμηνείες του. Η παρουσία του κυριαρχεί σε ολόκληρο τον δίσκο και αποτελεί βασικό λόγο που το άλμπουμ ξεχωρίζει.
Μουσικά, οι Lord Bane συνδυάζουν το επικό αμερικανικό power metal με πιο προοδευτικές δομές και ατμοσφαιρικά πλήκτρα. Οι κιθάρες ακολουθούν συχνά απρόβλεπτες διαδρομές, αποφεύγοντας τις εύκολες λύσεις και δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο γεμάτο εκπλήξεις. Τα riffs είναι δυναμικά και άλλοτε θυμίζουν την κλασική US Metal σχολή της δεκαετίας του ’80, ενώ σε άλλα σημεία αποκτούν πιο groove προσανατολισμό. Τα πλήκτρα προσθέτουν μελαγχολία και μυστήριο χωρίς να γίνονται υπερβολικά, ενώ τα τύμπανα διατηρούν το υλικό ζωντανό και φρέσκο.
Από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ ξεχωρίζει το «Born to Die», ένα εξαιρετικό δείγμα της συνθετικής ικανότητας της μπάντας. Το «Like the Lion» είναι επιβλητικό και γεμάτο ένταση, με εξαιρετική αλληλεπίδραση μεταξύ φωνητικών και κιθαριστικών θεμάτων. Το «Queen Ann» αφηγείται μια δραματική και μυστηριώδη ιστορία μέσα από σύνθετες ενορχηστρώσεις και προοδευτικές ιδέες, ενώ το «Promise of Prophecy» αποτελεί ίσως το πιο άμεσο και προσβάσιμο τραγούδι του δίσκου, ένα πραγματικό έπος αμερικανικού power metal που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις καλύτερες στιγμές των Crimson Glory.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η μπαλάντα «If Broken Hearts Could Kill». Πρόκειται για μια σκοτεινή και συναισθηματικά φορτισμένη σύνθεση που θυμίζει την ατμόσφαιρα του «Lost Reflection» των Crimson Glory. Ο Ames αποδίδει με εξαιρετικό τρόπο την αγωνία και την απόγνωση των στίχων, ενώ η σταδιακή ανάπτυξη του τραγουδιού οδηγεί σε μια πραγματικά συγκινητική κορύφωση.
Το άλμπουμ δεν είναι χωρίς αδυναμίες. Το «Moriah», παρά την επιβλητική του ατμόσφαιρα και τις όμορφες μελωδίες των πλήκτρων, δείχνει κάπως επαναλαμβανόμενο για τη διάρκειά του. Παράλληλα, η παραγωγή παραμένει μάλλον χαμηλών τόνων, θυμίζοντας σε ορισμένα σημεία περισσότερο καλοδουλεμένο demo παρά ολοκληρωμένη επαγγελματική κυκλοφορία. Σε κάποιες στιγμές τα πλήκτρα καλύπτουν τις κιθάρες περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, επηρεάζοντας ελαφρώς την ισορροπία του ήχου.
Παρά τις μικρές αυτές ατέλειες, το Age of Elegance παραμένει ένα εξαιρετικό δείγμα του αμερικανικού progressive/power metal των αρχών της δεκαετίας του ’90. Πρόκειται για έναν δίσκο που απαιτεί χρόνο και επαναλαμβανόμενες ακροάσεις για να αποκαλύψει όλες τις αρετές του, αλλά ανταμείβει γενναιόδωρα τον ακροατή. Για τους φίλους των Queensrÿche, Crimson Glory και Fates Warning, αποτελεί σχεδόν υποχρεωτική ακρόαση και ένα από τα πιο υποτιμημένα διαμάντια της εποχής του.
Ρε με αφησατε μονο μου?? ![]()
→ Καλοκαίρι του 1990.
Δεκαπέντε χρονών τότε, πήγα στο ψιλικατζίδικο της Λούτσας για να αγοράσω μπαταρίες για το «αχόρταγο» κασετόφωνό μου. Προορισμός; Η παραλία Davis, για το καθιερωμένο μπάνιο με την παρέα που είχα γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι και που καθημερινά αράζαμε στα σκαλιά του κτήματος Παπαστράτου.
Μόλις φτάσαμε, έβαλα τις καινούργιες μπαταρίες, «όπλισα» το κασετόφωνο και πάτησα το Play σε μία από τις κασέτες που είχα μαζί μου.
Καμπάνες…
Και αμέσως μετά, μια έκρηξη από ντραμς.
«Ρε… τι είναι αυτό;» με ρώτησε ένας από την παρέα.
«MSG», του απάντησα.
«MSG; Και τι σημαίνει αυτό;»
Χαμογέλασα.
«McAuley Schenker Group… Έλα, κάτσε να σου πω…
McAuley Schenker Group – Save Yourself (1989)
Οι McAuley Schenker Group μέχρι το 1989
Στα μέσα της δεκαετίας του '80, ο σπουδαίος Γερμανός κιθαρίστας Michael Schenker, έχοντας ήδη αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στους Scorpions, τους UFO και φυσικά στους Michael Schenker Group (MSG), αποφάσισε να ανανεώσει τον ήχο του συγκροτήματός του. Η γνωριμία του με τον Ιρλανδό τραγουδιστή Robin McAuley αποδείχθηκε καταλυτική, καθώς η χημεία τους ήταν τόσο δυνατή ώστε το συγκρότημα μετονομάστηκε σε McAuley Schenker Group , διατηρώντας τα γνωστά αρχικά MSG.
Η νέα σύνθεση, αποτελούμενη από έμπειρους μουσικούς όπως οι Steve Mann, Rocky Newton και Bodo Schopf, μετακόμισε στο Λος Άντζελες με στόχο να εκμεταλλευτεί τη ραγδαία άνοδο του αμερικανικού hard rock και glam metal. Το πρώτο τους άλμπουμ, Perfect Timing (1987), σηματοδότησε τη στροφή προς έναν πιο μελωδικό, εμπορικό ήχο και χάρισε στο συγκρότημα την πρώτη του επιτυχία με το “Gimme Your Love”.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1989, κυκλοφόρησε το Save Yourself , ο δίσκος που θεωρείται η κορυφαία στιγμή της συνεργασίας Schenker και McAuley. Με τη μεγάλη επιτυχία της power ballad “Anytime” , το άλμπουμ έγινε η πιο εμπορική κυκλοφορία αυτής της περιόδου των MSG και ανέδειξε το συγκρότημα σε μία από τις πιο αξιόλογες παρουσίες του melodic hard rock των late '80s.

Κριτική
Αν το Perfect Timing αποτέλεσε μια επιτυχημένη αλλαγή πορείας για τους MSG, τότε το Save Yourself είναι η απόλυτη δικαίωση αυτής της νέας κατεύθυνσης. Εδώ η συνεργασία του Michael Schenker με τον Robin McAuley φτάνει στο απόγειό της, παρουσιάζοντας έναν δίσκο που συνδυάζει άψογα το μελωδικό hard rock με τη δεξιοτεχνία και τη χαρακτηριστική κιθαριστική προσωπικότητα του Schenker.
Ο Michael Schenker βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Τα solo του είναι εμπνευσμένα, τεχνικά άρτια και γεμάτα συναίσθημα, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της γενιάς του. Παράλληλα, η παρουσία του Steve Mann στη ρυθμική κιθάρα επιτρέπει στον Schenker να κινηθεί με ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία, χαρίζοντας μερικές από τις πιο εντυπωσιακές κιθαριστικές στιγμές της καριέρας του.
Εξίσου καθοριστική είναι η ερμηνεία του Robin McAuley. Η φωνή του συνδυάζει δύναμη, μελωδικότητα και συναίσθημα, είτε πρόκειται για δυναμικά hard rock κομμάτια είτε για συγκινητικές μπαλάντες. Πολλοί θεωρούν ότι στο Save Yourself προσφέρει την κορυφαία ερμηνεία της καριέρας του.
Ο δίσκος ανοίγει εντυπωσιακά με το εκρηκτικό “Save Yourself” , ένα από τα πιο γρήγορα και δυναμικά τραγούδια που έχει γράψει ποτέ ο Schenker. Το “Bad Boys” και το “Shadow of the Night” συνεχίζουν στο ίδιο hard rock ύφος, ενώ το “What We Need” και το “Destiny” ξεχωρίζουν για τα καθηλωτικά ρεφρέν και τις εξαιρετικές κιθαριστικές μελωδίες.
Η μεγάλη επιτυχία του άλμπουμ, το “Anytime” , αποτελεί μία από τις καλύτερες power ballads της εποχής. Διαθέτει εξαιρετική μελωδία, υποδειγματική ερμηνεία από τον McAuley και ένα συγκλονιστικό κιθαριστικό solo που οδηγεί το τραγούδι σε μια κορύφωση γεμάτη συναίσθημα. Αντίστοιχα, το “This Is My Heart” αποτελεί ακόμη μία σπουδαία μελωδική στιγμή του δίσκου, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα οι MSG μπορούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο εμπορικό ύφος και την ποιοτική σύνθεση.
Παρότι το άλμπουμ κινείται σε πιο εμπορικά μονοπάτια σε σχέση με τα πρώτα χρόνια του Michael Schenker Group, δεν χάνει ποτέ τον κιθαριστικό του χαρακτήρα. Οι συνθέσεις είναι προσεγμένες, τα ρεφρέν άμεσα και αξέχαστα, ενώ η παραγωγή αποτυπώνει ιδανικά τον χαρακτηριστικό ήχο του αμερικανικού melodic hard rock των τελών της δεκαετίας του '80.
Μοναδική πραγματικά αδύναμη στιγμή θεωρείται από αρκετούς το “Get Down To Bizness” , το οποίο δεν φτάνει το υψηλό επίπεδο των υπόλοιπων συνθέσεων. Ωστόσο, πρόκειται για μια μικρή μόνο παραφωνία σε έναν κατά τα άλλα εξαιρετικό δίσκο.
Το Save Yourself αποτελεί αναμφίβολα την κορυφαία στιγμή της περιόδου των McAuley Schenker Group και έναν από τους σημαντικότερους δίσκους του melodic hard rock της εποχής. Συνδυάζει σπουδαίες συνθέσεις, εξαιρετικές ερμηνείες και κιθαριστική δεξιοτεχνία, παραμένοντας μέχρι σήμερα μία από τις πιο ολοκληρωμένες και απολαυστικές δουλειές του Michael Schenker.
Βαθμολογία: 9,5/10
Κάπως έτσι ξεκίνησε η δική μου ιστορία με το Save Yourself . Έναν δίσκο που, τριάντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθεί να ακούγεται με την ίδια ένταση και να μου θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι, όταν μια κασέτα και ένα φορητό κασετόφωνο αρκούσαν για να κάνουν μια μέρα στην παραλία αξέχαστη.
Με έψησες να το ακούσω, μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν είχα ακούσει ούτε τα πρώτα MSG τα οποία τα λάτρεψα.



