..Με λίγα λόγια

Το 2008 ο 14χρονος martian έκανε τις ίδιες σκέψεις. Μπορεί να μην οδήγησε μια Camaro, ένα Mustang ή έστω ένα Ford Capri που ήθελε, αλλά με λίγη φαντασία και την κατάλληλη μουσική επένδυση ακόμα και με το ταπεινό μου Yaris γίνεται η δουλειά!

4 Likes

Lord Bane – Age of Elegance (1994)

Οι Lord Bane σχηματίστηκαν στη Βοστώνη των Η.Π.Α. το 1990 από τον τραγουδιστή, κιθαρίστα και βασικό συνθέτη Shawn Ames, ο οποίος είχε μετακομίσει εκεί από τη Νέα Ορλεάνη. Μαζί με τον ντράμερ Wes Bordelon έθεσαν τα θεμέλια του συγκροτήματος, ενώ αργότερα προστέθηκε ο μπασίστας Eric Yawnaway. Μετά από ένα demo το 1993, η μπάντα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της άλμπουμ, Age of Elegance , μέσω της Rising Sun Records. Αν και δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, το άλμπουμ απέκτησε πιστό κοινό ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία μέσω της Nordic Metal και σήμερα θεωρείται ένα από τα κρυμμένα διαμάντια του αμερικανικού progressive/power metal.

Κριτική

Το Age of Elegance ανήκει σε εκείνη την εποχή όπου ο όρος «progressive metal» είχε πολύ συγκεκριμένη σημασία. Αντί για τεχνική επίδειξη και αχρείαστες δεξιοτεχνίες, οι Lord Bane ακολουθούν την παράδοση συγκροτημάτων όπως οι Queensrÿche, Crimson Glory και Fates Warning. Οι συνθέσεις είναι προσεγμένες, πολυεπίπεδες και ώριμες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς πολλά από τα τραγούδια είχαν παιχτεί ζωντανά για χρόνια πριν καταγραφούν στο στούντιο.

Το μεγαλύτερο όπλο της μπάντας είναι αναμφίβολα ο Shawn Ames. Η φωνή του θυμίζει έντονα τον αείμνηστο Midnight των Crimson Glory, χωρίς όμως να αποτελεί απλή μίμηση. Μπορεί να εκτοξεύεται σε εντυπωσιακές υψηλές νότες, αλλά γνωρίζει πότε να χαμηλώσει τους τόνους και να προσδώσει δραματικότητα και συναίσθημα στις ερμηνείες του. Η παρουσία του κυριαρχεί σε ολόκληρο τον δίσκο και αποτελεί βασικό λόγο που το άλμπουμ ξεχωρίζει.

Μουσικά, οι Lord Bane συνδυάζουν το επικό αμερικανικό power metal με πιο προοδευτικές δομές και ατμοσφαιρικά πλήκτρα. Οι κιθάρες ακολουθούν συχνά απρόβλεπτες διαδρομές, αποφεύγοντας τις εύκολες λύσεις και δημιουργώντας ένα ηχητικό τοπίο γεμάτο εκπλήξεις. Τα riffs είναι δυναμικά και άλλοτε θυμίζουν την κλασική US Metal σχολή της δεκαετίας του ’80, ενώ σε άλλα σημεία αποκτούν πιο groove προσανατολισμό. Τα πλήκτρα προσθέτουν μελαγχολία και μυστήριο χωρίς να γίνονται υπερβολικά, ενώ τα τύμπανα διατηρούν το υλικό ζωντανό και φρέσκο.

Από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ ξεχωρίζει το «Born to Die», ένα εξαιρετικό δείγμα της συνθετικής ικανότητας της μπάντας. Το «Like the Lion» είναι επιβλητικό και γεμάτο ένταση, με εξαιρετική αλληλεπίδραση μεταξύ φωνητικών και κιθαριστικών θεμάτων. Το «Queen Ann» αφηγείται μια δραματική και μυστηριώδη ιστορία μέσα από σύνθετες ενορχηστρώσεις και προοδευτικές ιδέες, ενώ το «Promise of Prophecy» αποτελεί ίσως το πιο άμεσο και προσβάσιμο τραγούδι του δίσκου, ένα πραγματικό έπος αμερικανικού power metal που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στις καλύτερες στιγμές των Crimson Glory.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η μπαλάντα «If Broken Hearts Could Kill». Πρόκειται για μια σκοτεινή και συναισθηματικά φορτισμένη σύνθεση που θυμίζει την ατμόσφαιρα του «Lost Reflection» των Crimson Glory. Ο Ames αποδίδει με εξαιρετικό τρόπο την αγωνία και την απόγνωση των στίχων, ενώ η σταδιακή ανάπτυξη του τραγουδιού οδηγεί σε μια πραγματικά συγκινητική κορύφωση.

Το άλμπουμ δεν είναι χωρίς αδυναμίες. Το «Moriah», παρά την επιβλητική του ατμόσφαιρα και τις όμορφες μελωδίες των πλήκτρων, δείχνει κάπως επαναλαμβανόμενο για τη διάρκειά του. Παράλληλα, η παραγωγή παραμένει μάλλον χαμηλών τόνων, θυμίζοντας σε ορισμένα σημεία περισσότερο καλοδουλεμένο demo παρά ολοκληρωμένη επαγγελματική κυκλοφορία. Σε κάποιες στιγμές τα πλήκτρα καλύπτουν τις κιθάρες περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, επηρεάζοντας ελαφρώς την ισορροπία του ήχου.

Παρά τις μικρές αυτές ατέλειες, το Age of Elegance παραμένει ένα εξαιρετικό δείγμα του αμερικανικού progressive/power metal των αρχών της δεκαετίας του ’90. Πρόκειται για έναν δίσκο που απαιτεί χρόνο και επαναλαμβανόμενες ακροάσεις για να αποκαλύψει όλες τις αρετές του, αλλά ανταμείβει γενναιόδωρα τον ακροατή. Για τους φίλους των Queensrÿche, Crimson Glory και Fates Warning, αποτελεί σχεδόν υποχρεωτική ακρόαση και ένα από τα πιο υποτιμημένα διαμάντια της εποχής του.

12 Likes

Ρε με αφησατε μονο μου?? :stuck_out_tongue:

→ Καλοκαίρι του 1990.

Δεκαπέντε χρονών τότε, πήγα στο ψιλικατζίδικο της Λούτσας για να αγοράσω μπαταρίες για το «αχόρταγο» κασετόφωνό μου. Προορισμός; Η παραλία Davis, για το καθιερωμένο μπάνιο με την παρέα που είχα γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι και που καθημερινά αράζαμε στα σκαλιά του κτήματος Παπαστράτου.

Μόλις φτάσαμε, έβαλα τις καινούργιες μπαταρίες, «όπλισα» το κασετόφωνο και πάτησα το Play σε μία από τις κασέτες που είχα μαζί μου.

Καμπάνες…

Και αμέσως μετά, μια έκρηξη από ντραμς.

«Ρε… τι είναι αυτό;» με ρώτησε ένας από την παρέα.

«MSG», του απάντησα.

«MSG; Και τι σημαίνει αυτό;»

Χαμογέλασα.

«McAuley Schenker Group… Έλα, κάτσε να σου πω…

McAuley Schenker Group – Save Yourself (1989)

Οι McAuley Schenker Group μέχρι το 1989

Στα μέσα της δεκαετίας του '80, ο σπουδαίος Γερμανός κιθαρίστας Michael Schenker, έχοντας ήδη αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στους Scorpions, τους UFO και φυσικά στους Michael Schenker Group (MSG), αποφάσισε να ανανεώσει τον ήχο του συγκροτήματός του. Η γνωριμία του με τον Ιρλανδό τραγουδιστή Robin McAuley αποδείχθηκε καταλυτική, καθώς η χημεία τους ήταν τόσο δυνατή ώστε το συγκρότημα μετονομάστηκε σε McAuley Schenker Group , διατηρώντας τα γνωστά αρχικά MSG.
Η νέα σύνθεση, αποτελούμενη από έμπειρους μουσικούς όπως οι Steve Mann, Rocky Newton και Bodo Schopf, μετακόμισε στο Λος Άντζελες με στόχο να εκμεταλλευτεί τη ραγδαία άνοδο του αμερικανικού hard rock και glam metal. Το πρώτο τους άλμπουμ, Perfect Timing (1987), σηματοδότησε τη στροφή προς έναν πιο μελωδικό, εμπορικό ήχο και χάρισε στο συγκρότημα την πρώτη του επιτυχία με το “Gimme Your Love”.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1989, κυκλοφόρησε το Save Yourself , ο δίσκος που θεωρείται η κορυφαία στιγμή της συνεργασίας Schenker και McAuley. Με τη μεγάλη επιτυχία της power ballad “Anytime” , το άλμπουμ έγινε η πιο εμπορική κυκλοφορία αυτής της περιόδου των MSG και ανέδειξε το συγκρότημα σε μία από τις πιο αξιόλογες παρουσίες του melodic hard rock των late '80s.

image

Κριτική

Αν το Perfect Timing αποτέλεσε μια επιτυχημένη αλλαγή πορείας για τους MSG, τότε το Save Yourself είναι η απόλυτη δικαίωση αυτής της νέας κατεύθυνσης. Εδώ η συνεργασία του Michael Schenker με τον Robin McAuley φτάνει στο απόγειό της, παρουσιάζοντας έναν δίσκο που συνδυάζει άψογα το μελωδικό hard rock με τη δεξιοτεχνία και τη χαρακτηριστική κιθαριστική προσωπικότητα του Schenker.
Ο Michael Schenker βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα. Τα solo του είναι εμπνευσμένα, τεχνικά άρτια και γεμάτα συναίσθημα, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της γενιάς του. Παράλληλα, η παρουσία του Steve Mann στη ρυθμική κιθάρα επιτρέπει στον Schenker να κινηθεί με ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία, χαρίζοντας μερικές από τις πιο εντυπωσιακές κιθαριστικές στιγμές της καριέρας του.
Εξίσου καθοριστική είναι η ερμηνεία του Robin McAuley. Η φωνή του συνδυάζει δύναμη, μελωδικότητα και συναίσθημα, είτε πρόκειται για δυναμικά hard rock κομμάτια είτε για συγκινητικές μπαλάντες. Πολλοί θεωρούν ότι στο Save Yourself προσφέρει την κορυφαία ερμηνεία της καριέρας του.

Ο δίσκος ανοίγει εντυπωσιακά με το εκρηκτικό “Save Yourself” , ένα από τα πιο γρήγορα και δυναμικά τραγούδια που έχει γράψει ποτέ ο Schenker. Το “Bad Boys” και το “Shadow of the Night” συνεχίζουν στο ίδιο hard rock ύφος, ενώ το “What We Need” και το “Destiny” ξεχωρίζουν για τα καθηλωτικά ρεφρέν και τις εξαιρετικές κιθαριστικές μελωδίες.
Η μεγάλη επιτυχία του άλμπουμ, το “Anytime” , αποτελεί μία από τις καλύτερες power ballads της εποχής. Διαθέτει εξαιρετική μελωδία, υποδειγματική ερμηνεία από τον McAuley και ένα συγκλονιστικό κιθαριστικό solo που οδηγεί το τραγούδι σε μια κορύφωση γεμάτη συναίσθημα. Αντίστοιχα, το “This Is My Heart” αποτελεί ακόμη μία σπουδαία μελωδική στιγμή του δίσκου, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα οι MSG μπορούσαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο εμπορικό ύφος και την ποιοτική σύνθεση.

Παρότι το άλμπουμ κινείται σε πιο εμπορικά μονοπάτια σε σχέση με τα πρώτα χρόνια του Michael Schenker Group, δεν χάνει ποτέ τον κιθαριστικό του χαρακτήρα. Οι συνθέσεις είναι προσεγμένες, τα ρεφρέν άμεσα και αξέχαστα, ενώ η παραγωγή αποτυπώνει ιδανικά τον χαρακτηριστικό ήχο του αμερικανικού melodic hard rock των τελών της δεκαετίας του '80.
Μοναδική πραγματικά αδύναμη στιγμή θεωρείται από αρκετούς το “Get Down To Bizness” , το οποίο δεν φτάνει το υψηλό επίπεδο των υπόλοιπων συνθέσεων. Ωστόσο, πρόκειται για μια μικρή μόνο παραφωνία σε έναν κατά τα άλλα εξαιρετικό δίσκο.

Το Save Yourself αποτελεί αναμφίβολα την κορυφαία στιγμή της περιόδου των McAuley Schenker Group και έναν από τους σημαντικότερους δίσκους του melodic hard rock της εποχής. Συνδυάζει σπουδαίες συνθέσεις, εξαιρετικές ερμηνείες και κιθαριστική δεξιοτεχνία, παραμένοντας μέχρι σήμερα μία από τις πιο ολοκληρωμένες και απολαυστικές δουλειές του Michael Schenker.

Βαθμολογία: 9,5/10

Κάπως έτσι ξεκίνησε η δική μου ιστορία με το Save Yourself . Έναν δίσκο που, τριάντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθεί να ακούγεται με την ίδια ένταση και να μου θυμίζει εκείνο το καλοκαίρι, όταν μια κασέτα και ένα φορητό κασετόφωνο αρκούσαν για να κάνουν μια μέρα στην παραλία αξέχαστη.

20 Likes

Με έψησες να το ακούσω, μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν είχα ακούσει ούτε τα πρώτα MSG τα οποία τα λάτρεψα.

2 Likes

image

Οι The Kovenant ξεκίνησαν το 1993 στη Νορβηγία με το όνομα Covenant , από τους Nagash (Stian Arnesen) και Blackheart (Amund Svensson). Οι δύο μουσικοί γνωρίστηκαν όταν ο Blackheart συμμετείχε στο προσωπικό project του Nagash, Troll, και σύντομα αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα συγκρότημα που θα κινούνταν στα μονοπάτια του ανερχόμενου νορβηγικού black metal.

Μετά το demo From the Storm of Shadows , η μπάντα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο της, In Times Before the Light , το οποίο, αν και είχε ηχογραφηθεί ήδη από το 1995, κυκλοφόρησε το 1997 και τους χάρισε μια σταθερή βάση οπαδών στη Νορβηγία. Ο ήχος τους θύμιζε το πρώιμο συμφωνικό black metal των Dimmu Borgir, κάτι καθόλου τυχαίο, αφού ο Nagash ήταν εκείνη την περίοδο μπασίστας των Dimmu Borgir και στενός συνεργάτης του Shagrath.

Το 1998 οι Covenant υπέγραψαν στη Nuclear Blast και ενίσχυσαν θεαματικά τη σύνθεσή τους, προσθέτοντας μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της νορβηγικής σκηνής: τον Astennu (Dimmu Borgir), τον Sverd (Arcturus), τη Sarah Jezebel Deva στα γυναικεία φωνητικά και τον θρυλικό Hellhammer (Mayhem) στα τύμπανα. Με αυτή τη σύνθεση ηχογράφησαν το Nexus Polaris , έναν δίσκο που όχι μόνο τους χάρισε το νορβηγικό Grammy στην κατηγορία Hard Rock, αλλά θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες του συμφωνικού black metal.

Κριτική

Το Nexus Polaris αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του συμφωνικού και μελωδικού black metal της δεκαετίας του '90. Αν και συχνά συγκρίνεται με τους Arcturus και τους πρώιμους Dimmu Borgir, διαθέτει τη δική του προσωπικότητα, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα που συνδυάζει σκοτεινό λυρισμό, κινηματογραφική μεγαλοπρέπεια και έντονη κοσμική αισθητική.

Από τις πρώτες κιόλας νότες γίνεται φανερό ότι τα πλήκτρα δεν λειτουργούν απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο, αλλά αποτελούν βασικό πυλώνα του ήχου. Οι συμφωνικές ενορχηστρώσεις δημιουργούν ένα θεατρικό και σχεδόν διαστημικό σκηνικό, πάνω στο οποίο κινούνται οι επιθετικές κιθάρες, τα χαρακτηριστικά black metal φωνητικά και η αψεγάδιαστη απόδοση του Hellhammer στα τύμπανα.

Η παραγωγή είναι ιδιαίτερα προσεγμένη για τα δεδομένα της εποχής, προσφέροντας καθαρότητα χωρίς να αφαιρεί τίποτα από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από κοσμικές, μεταφυσικές και επιστημονικής φαντασίας θεματολογίες, διαφοροποιώντας το συγκρότημα από τις συνηθισμένες αποκρυφιστικές ή σατανικές προσεγγίσεις του είδους.

Συνθετικά, ο δίσκος ξεκινά εντυπωσιακά και διατηρεί υψηλό επίπεδο σχεδόν σε όλη τη διάρκειά του. Τα “Bringer of the Sixth Sun” , “Bizarre Cosmic Industries” και “The Sulphur Feast” συγκαταλέγονται στις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ, συνδυάζοντας αξέχαστες μελωδίες, ατμοσφαιρικά πλήκτρα και δυναμικές κιθαριστικές εναλλαγές. Αν και ορισμένες συνθέσεις παρουσιάζουν μικρές επαναλήψεις και δεν διαθέτουν την πειραματική διάθεση των Arcturus, η συνολική ποιότητα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.

Είναι αλήθεια ότι η επιρροή των Arcturus γίνεται αισθητή σε αρκετά σημεία, κυρίως στην εξωκοσμική ατμόσφαιρα και στη συμφωνική προσέγγιση. Ωστόσο, οι The Kovenant δεν περιορίζονται σε μια απλή μίμηση. Δημιουργούν έναν πιο άμεσο και προσιτό ήχο, με μεγαλύτερη έμφαση στις μελωδίες και στις δυνατές συνθέσεις παρά στον πειραματισμό.

Κοιτάζοντας σήμερα την πορεία του συγκροτήματος, το Nexus Polaris αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι μεταγενέστερες στροφές προς τον industrial και ηλεκτρονικό ήχο απομάκρυναν τους The Kovenant από το συμφωνικό black metal που τους καθιέρωσε, γεγονός που κάνει τον συγκεκριμένο δίσκο να μοιάζει ακόμη πιο ξεχωριστός μέσα στη δισκογραφία τους.

Το Nexus Polaris παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα κορυφαία δείγματα του νορβηγικού συμφωνικού black metal. Ατμοσφαιρικό, μελωδικό, σκοτεινό και ταυτόχρονα μεγαλειώδες, αποτελεί έναν δίσκο-ορόσημο που κάθε φίλος του είδους οφείλει να έχει ακούσει.

Βαθμολογία: 9,5/10

14 Likes

Ωραίος ρε King

Sverd = God

2 Likes

Ωραίος. Υπέρτατη δισκάρα. Ωραιες οι εποχές εκείνες, ειχε φαει τρελό λιώσιμο το album

3 Likes

Πολλή… Sodom-ίλα έχει τελευταία, πάμε και κάτι διαφορετικό με αφορμή προηγούμενη ανάρτηση εδώ…

MSG ii

Ο Michael Schenker, την επαύριο της αξιοσημείωτης αποδοχής του πρώτου LP των MSG, επιδίωξε να σχηματίσει ένα πραγματικό συγκρότημα, κι όχι να πλαισιώνεται από ικανούς sessions μουσικούς. Έτσι, κατάφερε να βρει καινούριους συνεργάτες τον πληκτρά/κιθαρίστα Paul Raymond με τον οποίο είχαν συνυπάρξει στους UFO, έναν από τους καλύτερους drummers στο πρόσωπο του Cozy Powell που μόλις είχε αφήσει τους Rainbow και τον μπασίστα Chris Glen από την μπάντα του Alex Harvey με τον Gary Barden να είναι ο μοναδικός που παρέμεινε. Αυτό που δεν κατάφερε να βρει είναι έναν αξιοσημείωτο τίτλο για το δεύτερο album που κατέληξε να είναι και αυτό ομότιτλο, αλλά σε… ακρωνύμιο!

Ο νέος αυτός δίσκος ήταν στο γνώριμο hard rock ύφος των UFO/ Rainbow, μόνο λίγο πιο “γυαλισμένος” και προσανατολισμένος στο mainstream. Παρόλο που τα solos του Schenker, όπως πάντα μελωδικά διαθέτοντας ταυτόχρονα ένταση και “ψυχή”, είναι το αδιαμφισβήτητο highlight, προς τιμήν του δεν επιχείρησε να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον κάνοντας έναν αμιγώς κιθαριστικό δίσκο και άφησε χώρο και στους υπόλοιπους να ακουστούν.

Παραδόξως, το εναρκτήριο τραγούδι και μοναδικό single του δίσκου “Ready to Rock” είναι και το κατώτερο εδώ, πέρα από τον απαράδεκτο τίτλο του ακόμη και για τα δεδομένα του 1981! Το “Attack of the Mad Axeman” έχει παρόμοια “ευφάνταστο” τίτλο, όμως είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι με ένα από τα καλύτερα solos του Μιχάλη. Το “On and On” με την ambient εισαγωγή και τα πλήκτρα να ανεβάζουν το chorus ακολουθεί – και μάλλον αυτό θα έπρεπε να εκπροσωπήσει τον δίσκο σαν single – ενώ η πρώτη πλευρά κλείνει με το “Let Sleeping Dogs Lie” που πιστώνεται συλλογικά και στους πέντε και είναι η καλύτερη στιγμή εδώ, ένα πραγματικά απολαυστικό κομμάτι, όπου όλοι λάμπουν!
Το μοναδικό άλλο τραγούδι που δεν είναι γραμμένο από τους Schenker/ Barden είναι η power ballad “Never Trust a Stranger” που υπογράφει ο Raymond. Σημειωτέον, το “απογυμνωμένο” rough mix που συμπεριλαμβάνει η επανακυκλοφορία είναι ενδεικτικό του πόσο εμπνευσμένη μελωδία στο πιάνο έχει, και είναι ανώτερη εκτέλεση από αυτή που κατέληξε στο album! Το “Looking For Love” από την άλλη, παρά τον τίτλο του δεν είναι καθόλου μπαλάντα, είναι όμως πολύ καλό, ενώ το “Secondary Vision” κλείνει την αυλαία σε έναν πιασάρικο τόνο, ότι πρέπει δηλαδή!

Μπορεί να έχουν παρέλθει δεκαετίες, όμως το “MSG” παραμένει ένα από τα καλύτερα δείγματα της solo καριέρας του θρυλικού κιθαρίστα.

6 Likes

Ρε, τι κομμάτι είναι αυτό. Όταν το πρωτοάκουσα, λάτρεψα τόσο την μελωδία/ ερμηνεία του Barden, έπαιζε πραγματικά για μέρες ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ στο μυαλό μου, σε φάση να μη μπορώ άλλο. Φανταστικός δίσκος γενικά. Ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν προτιμώ το επόμενο ή αυτό.

2 Likes

ALBUM OF THE WEEK:
EXXÛL:Sealed Into None
(2026, The Stygian Oath)*

“Volcanoes erupting / its fumes alarming…”

Το metal έχει αντέξει ως μουσικό είδος μέσα στα χρόνια εξαιτίας των συνεχόμενων ζημώσεων στο underground και αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από το αν περνά από περιόδους δημοφιλίας ή όχι σαν είδος συνολικά. Ο Καναδάς τώρα, είναι μια χώρα που πάντα είχε να δώσει ενδιαφέροντα πράγματα και οι EXXÛL είναι μία από αυτές τις σύγχρονες μπάντες, που κάνουν τα βλέμματα να στρέφονται πάνω τους.

Δημιουργήθηκαν από τον Phil Tougas, o οποίος έχει ήδη συμμετοχή σε πολλά άλλα σχήματα (Zeicrydeus, Worm κτλ) και δίπλα του έχει τον Antoine Daignaultb (μπάσο, παίζει και στους Atramentus με τον Tougas), Francois Bilodeau (πλήκτρα, επίσης Atramentus) και Guyot Begin-Benoit (ντραμς), ενώ τα φωνητικά, έχει αναλάβει ένα ακόμα ανερχόμενο αστέρι της καναδικής σκηνής, ο ταλαντούχος Thomas Karam (Noor, Heir Apparent).

Το πόσο underground είναι σαν σχήμα, φάνηκε από τις demo κυκλοφορίες τους πριν το ντεμπούτο, μια κασσέτα με πρόβα στο στούντιο και μια διασκευή στο Secret Of Steel, και κάποιες κασσέτες με χύμα live εμφανίσεις, όπου εμφανίζεται κάποιο από το υλικό που ετοίμαζαν.

Ακούγοντας όμως το άλμπουμ τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα και δυσκολεύεσαι να το κατατάξεις κάπου. ΟΚ, προφανώς εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι που θυμίζει US power άλλων εποχών, ένα power doom σκοτεινό που έχει όμως μια αντισυμβατική προσέγγιση και θέλει την προσοχή του ακροατή, αφού δεκάδες ριφ κατακλείζουν την κάθε σύνθεση. Αρχικά μοιάζει χαοτικό, δεν εχουν αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε “τραγούδια”, όχι με την κλασική φόρμα τουλάχιστον, εξού και τα τέσσερα κομμάτια έχουν διάρκεια από 8 έως 14 λεπτά. Σίγουρα θέλει τις ακροάσεις του και δεν το λέω με ελιτίστικη προσέγγιση, αλλά γιατί εκ των πραγμάτων δε σε πιάνει με τη μία, άσε που σιγά σιγά παρατηρείς άλλες λεπτομέρειες, τα κιθαριστικά lead, τα σόλο του μπάσου, τα γεμίσματα των τυμπάνων κτλ

Στην εποχή μας βέβαια το θέμα είναι να δώσει χρόνο κάποιος, ρώτησα τρεις διαφορετικούς ανθρώπους (οι οποίοι δεν ενθουσιάστηκαν) πόσες φορές το άκουσαν και μου είπαν μία! Σημεία των καιρών θα μου πεις, αλλά οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αλλάξει 100% το πως προσεγγίζουμε όχι μόνο τη μουσική, αλλά την τέχνη και τα πάντα γύρω μας.

Αυτός πάντως που τραβά πρώτος την προσοχή στο δίσκο είναι ο Karam, ο οποίος τραγουδά συνεχώς ψηλά, σαν να θέλει με το ζόρι να αναβιώσει τις τσιρίδες των 80ς στο us power και είναι στιγμές που σίγουρα υπερβάλει. Σε ένα βαθμό το έκανε και στην πρόσφατη ζωντανή εμφάνιση των Heir Apparent, αλλά θεωρώ πως είναι θέμα ηλικίας και δε μπορεί να το κοντρολάρει ακόμα και του βγαίνει η επίδειξη ασυναίσθητα. Όμως πέρα από το γεγονός πως πρέπει να προστατέψει τις φωνητικές χορδές του, είναι εντυπωσιακός και πλέον, μετά από αρκετές ακροάσεις θεωρώ πως το φαλτσέτο του Karam είναι το trademark του δίσκου και δε μπορώ να τον φανταστώ αλλιώς.

To εξώφυλλο είναι ταιριαστό (το έχει κάνει ο άγνωστος σε μένα Aaron Lawrance, αν έχει δουλέψει και με άλλα σχήματα ρίξτε σχόλια), το booklet είναι απόλαυση (μα πόσο καλτ να ονομάζεις τα σόλο σου!), ενώ σε ότι αφορά την παραγωγή (την έχει κάνει ο ίδιος ο Phil Tougas στο στούντιο που μαζεύεται όλη η σκηνή του Μόντρεαλ (Stygian Studios) υπάρχει μια περίεργη μουντάδα, που ενδεχομένως να έγινε εσκεμμένα, ώστε να μείνει μακριά από την ψεύτικη και κουραστικά τέλεια πλαστική παραγωγή στο σύγχρονο μέταλ.

13 Likes

απ’ τα τοπ metal άλμπουμ του '26

@hopeto, από τα λίγα —και πλέον πιο σημαντικά για μένα— bookmarks που έχω κρατήσει, αυτό για το Best Of των Saxon(Κάνε το δικό σου best of της αγαπημένης σου μπάντας (Διαβάστε πρώτα το αρχικό ποστ) - #1037 by hopeto) ξεχωρίζει. Πάμε να δούμε γιατί παρακάτω…

Οι Saxon αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM) . Από την ίδρυσή τους το 1975 στο Barnsley της Αγγλίας, κατάφεραν να γράψουν τη δική τους ιστορία στο heavy metal, με κλασικά albums της δεκαετίας του ’80, εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως και μια πορεία που ξεπερνά πλέον τις τέσσερις δεκαετίες.

Το “Carpe Diem” (2022) αποδεικνύει ότι οι Saxon παραμένουν μια αληθινή δύναμη του παραδοσιακού heavy metal. Χωρίς περιττούς πειραματισμούς, η μπάντα προσφέρει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: δυνατά riffs, χαρακτηριστικές δίδυμες κιθάρες, επικές μελωδίες και τον αξεπέραστο Biff Byford στα φωνητικά, ο οποίος παρά την ηλικία του διατηρεί την επιβλητική του παρουσία.

Τραγούδια όπως “Age Of Steam”, “The Pilgrimage”, “Dambusters”, “Remember The Fallen” και “Living On The Limit” θυμίζουν τις ένδοξες εποχές των “Denim And Leather” και “Strong Arm Of The Law”, συνδυάζοντας τη νοσταλγία του κλασικού ήχου με μια σύγχρονη, δυναμική παραγωγή από τον Andy Sneap.

Το “Carpe Diem” δεν προσπαθεί να αλλάξει την ταυτότητα των Saxon — και αυτό είναι ακριβώς το δυνατό του σημείο. Είναι ένα αυθεντικό heavy metal album από μια μπάντα που, δεκαετίες μετά την εμφάνισή της, συνεχίζει να παίζει με το ίδιο πάθος και την ίδια ενέργεια.

Ένα από τα καλύτερα late-career albums των Saxon και μια απόδειξη ότι το πραγματικό heavy metal δεν έχει ηλικία.

Βαθμολογία: 8,5/10
Γιατί όχι 9 ή 10;

  • Δεν είναι ένα album που αλλάζει την ιστορία του heavy metal όπως τα Wheels of Steel, Strong Arm of the Law ή Denim and Leather.
  • Η μπάντα δεν πειραματίζεται ιδιαίτερα και παραμένει πιστή στη φόρμουλά της (κάτι που για τους fans είναι πλεονέκτημα).
  • Κάποια τραγούδια μπορεί να μην έχουν το διαχρονικό impact των κλασικών τους.

Γιατί όμως τόσο ψηλά;
Εξαιρετικά riffs από Quinn/Scarratt
Πολύ δυνατή παραγωγή
Ο Biff Byford στα 70+ του παραμένει εντυπωσιακός και αγέραστος!!
Πραγματικό NWOBHM πνεύμα χωρίς να ακούγεται «κουρασμένο»
Από τα καλύτερα albums της ύστερης περιόδου των Saxon

image

12 Likes

Λίγο το live, λίγο το post σου, ακούω πάλι Σαξονάρα. :heart:

2 Likes

Είτε είναι ευρέως αποδεχτό, είτε όχι, εκεί έξω υπάρχουν μερικά σχήματα, τα οποία απαρχής της εμφάνισής τους μέχρι και κάποιου συγκεκριμένου δίσκου υπήρξαν ένα πυροτέχνημα. Δεν κράτησε, όμως, για μερικά δευτερόλεπτα προκειμένου να δελεάσει παιδικά προσωπάκια, αλλά σηματοδότησε κάτι φρέσκο στον ουρανό της μουσικής σκηνής κι έμεινε αχαλίνωτο το στίγμα του μέχρι και αυτή την ώρα.

Ευρισκόμενοι, λοιπόν, στο 1998 ο χώρος του (Ευρωπαϊκού λεγόμενου) power metal διανύει τις τελευταίες ένδοξες μέρες του (σύμφωνα με αρκετά ΜΜΕ). Όπως είναι φυσικό -μέχρι και σήμερα- η μνήμη βαραίνει από τις κυκλοφορίες των γνωστών σχημάτων και αφήνει μετέωρες κάποιες άλλες, πλέον του δέοντος εξέχουσες ή και ακόμα καλύτερες ή λαμπρότερες από τις ήδη παρασημοφορημένες. Σε αυτές τις μετέωρες υπάγεται και το “Fireworks” των (κρυφο)αγαπημένων Βραζιλιάνων. Ο τελευταίος, μάλιστα, -τεράστιος- δίσκος τους με τον Matos στα φωνητικά.

Καθώς το σκέφτομαι και τα ζυγίζω με το μικρό μου μυαλό, το “Fireworks” ακόμα και στα χέρια του Κρις Τσαγκαρίδη φτιαγμένο, ακούγεται πολύ φρεσκότερο και καλύτερο από εκείνα των έτερων Καππαδόκων της σκηνής. Αρχικά, στεκόμαστε στο γεγονός, πως μετά την απρόσμενη έλευση έκπληξη του “Holy Land”, που πήγαν δέκα βήματα παραπέρα το όραμα του “Angels Cry”, αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα πιο ευθές power υλικό, διατηρώντας λίγη από την προοδευτική μαγεία του προκατόχου.

Αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας δίσκος μπορεί να διαθέτει τα πέντε πρώτα του τραγούδια ως ατόφια διαμάντια μιας μπάντας που ήξερε να εκμεταλλεύεται την έμπνευσή της, τότε δε μένει παρά να συγκλίνουμε στο ότι το “Fireworks” αδίκως έχει περάσει στη σφαίρα της υποτίμησης. Κι έχουμε, πάντα, να συνδιαλεχτούμε με μία μπάντα που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις και ν’ απομονώσεις τον ένα μουσικό από τον άλλον. Κοινώς, είναι αδιανόητο να αναφερθείς στους Angra και στο “Metal Icarus”, για παράδειγμα, να προστρέξεις στον Andre και να προσπεράσεις τις κιθάρες.

Δεν ξέρω γιατί, εντέλει, δεν τα ξαναβρήκε ποτέ της αυτή η παρέα, αλλά έστω κι έτσι, αφού όλα τα ταξίδια οφείλουν να ολοκληρωθούν για να ξεκινήσουν καινούρια, έρχεται το απαύγασμα του δίσκου στο “πρόσωπο” του “Speed” και ο δίσκος -όπως και η χρυσή εποχή των Angra- ρίχνει την αυλαία με μία άκρως εκρηκτική ηχητική στιγμή ορισμένων δευτερολέπτων, που θα μπορούσε να ορίσει εξαρχής τη σκηνή του power metal.

Να μας ζήσει, μια και σα σήμερα ήρθε στη σκηνή μας.

15 Likes

Έχε χάρη ρε αλήτη - ψωμοφάγε που σου έδωσε εμμέσως την ευχή του ο Ίαν με την καρδούλα :stuck_out_tongue_closed_eyes:

Μεγάλη δισκάρα το Fireworks, αιώνιοι ύμνοι του μελωδικού power metal το Wings of Reality, (ειδικά) το Lisbon και τα περισσότερα κομμάτια εδώ πέρα δηλαδή

2 Likes

Για παραδειγμα?

Θα σου πω εγώ Μαρίνο το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό, το δεύτερο άλμπουμ των Viper είναι καλύτερο από οτιδήποτε έβγαλαν ποτέ οι Angra

2 Likes

Ααααχχχχχχχ

(Ναι είναι σχόλιο)

2 Likes

Angra - “Fireworks”
Edguy - “Vain Glora Opera” (Προσωπική αδυναμία και με μία κρυφή ελπίδα του χρόνου να τους καταφέρει ο Σάκης)
Hammerfall - “Legacy of Kings” (Καλό το ντεμπούτο, αλλά εδώ πάμε πολύ καλύτερα)
ήμουν έτοιμος και για τα ντεμπούτα από Iron Savior και Primal Fear, αλλά εκ των υστέρων μελετώντας, επληροφορήθην ότι αμφότερα βγήκαν το '97.

Προσωπική και υποκειμενική οπτική, έτσι;

:heart:

Πρόσφατα το άκουσα πάλι μετά από πόσα χρόνια δε ξέρω. Και λίγο μετά βλέπω του χρόνου θα κάνουν farewell live στην πόλη τους.

1 Like