..Με λίγα λόγια

Ακριβώς αυτό που είπες με ενοχλεί στον δίσκο. Πάντα μου ακουγόταν ότι είναι πιεσμένος. Και δε μου αρέσει καθόλου και ο Dane, μου βγάζει ότι είναι πολύ κουρασμένος και χωρίς καλές μελωδίες.

Ένα αλληγορικό εξώφυλλο, μία μπάντα που ζει σ’ έναν δικό της μουσικό κόσμο κι ένας δίσκος που το περιεχόμενό του είναι ό,τι καλύτερο έχει ακούσει ο εαυτός μου μέσα σε αυτά τα χρόνια.

Μπορεί ν’ άκουσα πρώτα το “Makena”, αλλά η καρδιά μου λέει ότι το “Mets” είναι μία κορυφή, η μουσική του οποίου, όμως, δε θέλει να βάζει τον ακροατή σε μουσικολογικές συγκρίσεις είτε με τον προκάτοχό του είτε με τον επόμενό του. Από τη μία “ακτή” η Κρήτη και από την άλλη η Αγγλία. Κι όμως, φαίνεται ότι τα παιδιά ήθελαν να βάλουν τη μουσική να διηγείται ό,τι πραγματεύεται μέσα σ’ ένα δειλινό σε κάποιο νησί του Αιγιάτικου μεσοπελάγους.

Τραγούδια σα μικροϊστορίες, όπου οι ήχοι σε παραπέμπουν κάπου στη δεκαετία του '70 με μία γλυκιά ανάμνηση από τα τέλη των ‘60s. Δύσκολη περίπτωση για να κάθεσαι να τοποθετείς τη μουσική τους. Υπάγεται εδώ ή εκεί… ασήμαντο μπροστά στο μεγαλείο των τραγουδιών που αναμειγνύουν το μπλε του ουρανού με το μπλε της θάλασσας σ’ ένα ηχόχρωμα που αποκτάται από το ιλαρό φως του βασιλεύοντος ηλίου.

Ωστόσο, δε λείπουν επ’ ουδενί οι στιγμές που λοξοκοιτάνε προς Σουηδία (βλ. “Babel”), προς Ιαπωνία (βλ. “Fall down Rise up”) και φυσικά Αγγλία (βλ. λίγο απ’ όλα). Κι έχω μία εντύπωση ότι στο “Troubled Stroll” τους βγαίνει και παίζουν σε πολύ αργές στροφές - συνειδητά ή ασυνείδητα - την κλασσική μελωδία του “In the Court of the Crimson King” των King Crimson.

Έχω επίσης υποψίες, ότι τα παιδιά πιθανόν ν’ αρέσκονται και σε κάποια Τούρκικα άσματα που συνδυάζουν το μεσογειακό ηχητικό κλίμα με το νοσταλγικό της Ανατολής. Δίσκος από τα διαμάντια που, όπως και πολλοί άλλοι, παραμένουν και μάλλον θα παραμείνει ένα “κρυφό μυστικό”.

6 Likes

Τώρα που πέρασε η εορταστική περίοδος και τα υπαίθρια γλέντια (χα!) ας επανέλθουμε στους ρυθμούς μας…

manfred nightingales

Οι Manfred Mann’s Earth Band αν έγιναν και παρέμειναν γνωστοί, το οφείλουν σε δύο χαρακτηριστικά τους. Πρώτον στο ότι η μουσική τους, παρ’ ότι ταγμένη και εντεταγμένη αναμφισβήτητα στο progressive rock, με τα instrumentals, τους αυτοσχεδιασμούς, την άψογη τεχνική των μελών κλπ, παρέμενε πάντα προσιτή, με μια καλώς εννοούμενη pop έννοια, στον μέσο ακροατή,. Δεύτερον, στην ιδιότητα που είχαν να διακρίνουν στο υλικό των άλλων τις δυνατότητες του και να δομούν ολόκληρα albums τους πάνω σε διασκευές. Κι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κυρίως τραγούδια του Bob Dylan που είχαν την τύχη να πέσουν στα ικανά χέρια τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση το “Spirits in the Night” από το ντεμπούτο του ανερχόμενου και σχετικά άγνωστου ακόμη τότε Bruce Springsteen, μεταμορφώνεται σε ένα μεγαλειώδες prog έπος, τέτοιο που κι ο μεγαλύτερος οπαδός του Αφεντικού θα αναγνώριζε σαν ανώτερο της αυθεντικής εκτέλεσης. Διασκευή της ομώνυμης hippie folk μπαλάντας της Joan Armatrading είναι και το “Visionary Mountains” που ανοίγει την β’ πλευρά, όπως και το “Quit Your Low Down Ways” (του Dylan) που βρίσκεται στην αμερικάνικη κυκλοφορία.

Η ανάποδη ανάγνωση βέβαια οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, για να ξεχωρίζουν τόσο πρόδηλα οι διασκευές μέσα από τους δίσκους τους, ίσως τελικά το δικό τους υλικό να μην ήταν εφάμιλλο αυτών. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται από κομμάτια όπως το εξαίρετο “Time is Right” που μάλιστα δύναται να θεωρηθεί ως ενιαία οντότητα με τα δύο instrumentals, το “Countdown” που προηγείται και το “Crossfade” που έπεται αυτού.

Παρεμπιπτόντως, ο τίτλος του album προέρχεται από ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια του Β’ΠΠ στο Surrey της Αγγλίας, όταν ένας ορνιθολόγος που ηχογραφούσε αηδόνια, κατέγραψε τυχαία στο μαγνητόφωνο του και τα διερχόμενα στον ουρανό βομβαρδιστικά! Το ηχητικό αυτό ντοκουμέντο περιέχεται, παραδόξως όχι στο ομώνυμο, αλλά στο “As Above So Below” (αμφότερα ορχηστρικά). Τέλος, το “Fat Nelly” αν και καλό, είναι μάλλον το κατώτερο κομμάτι εδώ.

Ξεχωριστής μνείας αξίζει η απόδοση των μουσικών. Τόσο ο Colin Pattenden,στο μπάσο, όσο κι ο Chris Slade στα drums είναι εξαιρετικοί και συμβάλλουν καθοριστικά στην προσωπικότητα των κομματιών με το πέραν των τετριμμένων παίξιμο τους. Εννοείται ότι υπάρχουν τόνοι από (υπέροχα) keyboards εδώ, όμως σε καμιά στιγμή δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται για μια ομαδική δουλειά. Αυτό πρωτίστως οφείλεται στην σπουδαία ερμηνεία του Mick Rogers που προσδίδει μια hard rock όσο και jazzy αιχμή με τα πανέμορφα σολαρίσματα του, ενώ αλληλεπιδρά άριστα και συμπληρώνει τα πλήκτρα του Manfred Mann.

Το δυσάρεστο είναι ότι επρόκειτο τελικά για την τελευταία του έως τότε εμφάνιση με το συγκρότημα, στον δίσκο που από πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος τους…

7 Likes

Απευθύνομαι στον @Ian_Metalhead και σε όποιον άλλον είναι γνώστης του προγκρεσιβ ροκ των 70’s και πιο συγκεκριμένα της ιταλικής σκηνής, ώστε να γράψει με λίγα λόγια για το παρακάτω.

Μου το πασαρανε το παραπάνω αλμπουμ από τον Franco Battiato και έπαθα μια σχετική ζημιά. Ιδιαίτερο αλμπουμ και πειραματικό όσο πρέπει για να μην κουράζει.

Το ερωτεύτηκα με την πρώτη ακρόαση. Αν κάποιος/α γνωρίζει περισσότερα ας κάνει το καλό.

5 Likes

@Ian_Metalhead θα έχεις και requests τώρα ε :stuck_out_tongue:!

8 Likes

Μου αρέσει σαν ιδέα.

3 Likes

Ωραία τα είπατε για Nevermore και δε σας κρύβω ότι έκανα μια μικρή βόλτα σε όλη τη δισκογραφία τους πλην Obsidian (είναι και της μόδας αυτόν τον καιρό το όνομα) το οποίο το έχω ακούσει μόνο 1 (ολογράφως μία) φορά, το 2010. Ίσως του δώσω μια ευκαιρία σύντομα γιατί βλέπω τον @matia να έρχεται να με βάζει στη θέση μου.

Να κάνω κι εγώ το σχόλιό μου για τη δισκογραφία της μπάντας:

  • Ομώνυμο: Ήρθα σε επαφή με τους Nevermore με το κομμάτι “What tomorrow knows” που παιζονταν στο TV War. Λίγο οι διαφορετικοί drummers, λίγο ο διαφορετικός ήχος ανάμεσα στις “2 πλευρές”, λίγο του οτι ακόμα δεν είχαν τον χαρακτηριστικό ήχο του Loomis (πιο πολύ σε Sanctuary έμοιαζαν), μου πήρε λίγο καιρό να γουστάρω αυτό το album. Ο Dane πάντως ήδη ξεχωρίζει.

  • In Memory: Νομίζω δεν το ανέφερε κανείς όμως πρόκειται για ένα από τα αγαπημένα μου. Φοβερό το ομώνυμο, φοβερό το Matricide (Oh, forgive us Mother, forgive us
    For we know what we do), φοβερές οι διασκευές. Παίζει να είναι και η μοναδική κυκλοφορία τους χωρίς καν μέτρια στιγμή!

  • Politics: Σπουδή στα riffs! Όπως είπατε, οι κιθαριστικές ιδέες σε αυτό το album, φτάνουν για μια καριέρα για άλλες μπάντες! Νομίζω ότι πάσχει λίγο στο song writing (δλδ παίζουν με γνώμονα την πόρωση κι αν δεν είσαι στη φάση, χάνεις λίγο το ενδιαφέρον. Γι αυτό άλλωστε δεν τον ακούω και τόσο συχνά όσο τους επόμενους 2).

  • Dreaming: Η κορυφή τους! Η ερμηνεία του Dane σε αυτόν τον δίσκο είναι άνετα μια από τις καλύτερες σε concept δίσκο. Καταλαβαίνω τις ενστάσεις για τον ήχο αλλά προσωπικά δε μου αφαιρεί κάτι από την απόλαυση. Επίσης πλέον εκτιμώ πιο πολύ κομμάτια που παλιότερα δε μ άρεσαν τόσο, όπως το The Lotus Eaters.

  • Dead Heart: To Black Album τους! :stuck_out_tongue: Ε ναι ρε, εδώ έκαναν το μπαμ! Θυμάμαι και το δεκάρι στο ΜΗ. Και δίκαια! Τα πιο πολλά τα είπατε αλλά δε μίλησε κανείς για το πόσο επηρέασε ο ήχος του Andy Sneap όλη τη σκηνή, μετά από αυτό το album. Και μην ξεχνάμε ότι με αυτόν τον δίσκο ξεκίνησαν και τόσες μπάντες να παίζουν με εφτάχορδη! (ναι, περισσότερες απ όσες θα άκουγαν Meshuggah). Επομένως και εμπορικά έκαναν το επόμενο βήμα, και ο ήχος μνημονεύεται και τα τραγούδια είναι καλύτερα από song writing -> Black album.

  • Enemies: Εμένα μου άρεσε! Μουντός ο ήχος αλλά είχε κομματάρες! Βέβαια από τον δίσκο αυτόν και μετά άρχισαν να μένουν στάσιμοι κι άρχισαν και τα πρώτα σύννεφα στην μπάντα αλλά τον θυμάμαι με καλές αναμνήσεις επειδή τους είδα και για πρώτη φορά live σε εκείνες τις 2 συναυλίες στο Ρόδον.
    Θυμάμαι μάλιστα κι ένα πάρτι που είχε διοργανωθεί σε ένα club (ίσως Texas; Μπορεί να θυμηθεί κάποιος;) στο οποίο γνώρισα και τον Warrel. Καπελάκι, γυαλιά ηλίου και αποκομμένος από την πραγματικότητα… Δε θυμάμαι ακριβώς τη μικρή συζήτηση που είχαμε κάνει αλλά θυμάμαι ότι μετά το αυτόγραφο κι ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω, με άρπαξε από το μπράτσο και μου έβγαλε μια κραυγή σαν αυτή του Poison Godmachine στα 10 εκατοστά από το πρόσωπο, χωρίς λόγο! :sweat_smile:

  • Godless: Προσωπικά το βρήκα ένα ωραίο αναμάσημα… Τα είχαμε ακούσει όλα όσα έπαιξαν εκεί μέσα κι εγώ είχα ήδη αρχίζει να χάνω ενθουσιασμό (γι αυτό κι έπαθα άρνηση με το επόμενο). Καταλαβαίνω ότι μπορεί να αρέσει σε κάποιον που δεν έζησε την μπάντα από την αρχή της αλλά όταν με κάθε κυκλοφορία σου σχεδόν επαναπροσδιορίζεις τον μοντέρνο metal ήχο, ε 2 κυκλοφορίες παρόμοιες πάει πολύ. Σε κάθε περίπτωση είναι αξιοπρεπής κυκλοφορία.

Με λίγα λόγια οι Nevermore για μένα είχαν τεράστιο potential αλλά τελικά δυστυχώς βασίλευσαν μόνο για 5 χρόνια. Ο Dane τραγούδησε όπως δεν είχε τραγουδήσει κανείς και ο Jeff είναι στην ίδια κατηγορία κιθαριστων με τον Dimebag καθώς έφερε σε μεγαλύτερο προσκήνιο την 7χορδη, είχε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ήχους εκείνης της εποχής και έσπρωξε κι άλλο τα κιθαριστικά boundaries. Ναι! Τόσο ψηλά τον έχω!

9 Likes

Στο Next ητανε

1 Like

Απόψε που ανακοινώθηκε η… χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, ας ακούσουμε κάτι πιο δυνατό (και… πρόσφατο!)

Όταν το ημερολόγιο έδειχνε 1990, η παγκόσμια metal σκηνή έμπαινε στη νέα τότε δεκαετία με τόσο μεγάλη κεκτημένη ταχύτητα, ώστε τα αξιοθαύμαστα επιτεύγματα εκείνης της χρονιάς να την καταξιώσουν περισσότερο σαν την τελευταία των 80’s, της καλύτερης και γονιμότερης περιόδου αυτής της μουσικής, παρά σαν πρώτη των 90’s.

Το thrash ειδικότερα, βρισκόταν στο απόγειο της δημοφιλίας του, και οι Kreator, με αλλεπάλληλες σπουδαίες κυκλοφορίες τα προηγούμενα χρόνια, είχαν καθιερωθεί στην πρώτη γραμμή της γερμανικής – και όχι μόνο – σκηνής. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο έκανε την εμφάνιση του το “Coma of Souls” το 5ο LP του συγκροτήματος από το Essen.

Εδώ θα ακούσουμε το νεοεισελθόντα Frank “Blackfire” Gosdzik με θητεία στους Sodom που αντικατέστησε τον Tritze, να συνθέτει ένα καταπληκτικό δίδυμο στις κιθάρες με τον Mille, με θαυμαστή απόδοση, καθηλωτική riff-οπλοκή και πραγματικά αξιομνημόνευτα solos. Πέρα από τα κιθαριστικά leads αξίζει να γίνει λόγος και για τις σταθερές της μπάντας όπως τα φωνητικά του Mille, που ερμηνεύει άψογα τις κοινωνικές-οικολογικές –πολιτικές ανησυχίες του που αποτελούν τη θεματολογία των στίχων, αλλά και τον Ventor που γνωρίζει πια, πότε και πόσο πρέπει να “κοπανάει”!

Έτσι, με μια πιο “γυαλισμένη”, πάντα όμως με thrash χαρακτήρα, παραγωγή, οι Kreator παρέδωσαν άλλον ένα κλασικό δίσκο που συνέχιζε από εκεί που είχε σταματήσει το “Extreme Aggression” – για την ακρίβεια διατηρούσε την φόρμουλα που είχε τελειοποιηθεί εκεί.

Είναι εντυπωσιακό πόσα διαχρονικά thrash classics βρίσκουμε εδώ. Από το “When the Sky Burns Red” που ξεσπάει μετά από μια μελωδική εισαγωγή με ακουστικές κιθάρες (επιβεβλημένος τω καιρώ εκείνω τρόπος να ξεκινήσεις ένα album) και το σεμινάριο riff-ολογίας στο ομώνυμο, μέχρι το ρυθμικό (σχεδόν μπορείς να το… χορέψεις!) “People of the Lie” με το γελοιωδώς τέλειο solo, και τα εκπληκτικά “Terror Zone” (mid tempo techno thrash με ένα minore θέμα στην αρχή και το κλείσιμο) και το “Agents of Brutality” (καταιγιστικό με εναλλαγές στις ταχύτητες).

Αλλά και για τους νοσταλγούς του straightforward thrash υπάρχουν τα σύντομα “World Beyond” και “Twisted Urges” (που ξεμπερδεύει με τις μελωδίες στα πρώτα δευτερόλεπτα!).

Και στο δεύτερο ήμισυ του δίσκου υπάρχουν κομμάτια όπως το “Material World Paranoia” ή το “Hidden Dictator” που είναι πολύ αξιόλογα, όπως και το “Mental Slavery” που όντας πιο “χαλαρό”, κλείνει ιδανικά το δίσκο.

Από πολλές απόψεις λοιπόν, το “Coma of Souls” αποτέλεσε μια κορύφωση για τους γερμανούς, όντας η θριαμβευτική κατάληξη της πορείας τους στα 80’s. Όμως, ως γνωστόν, όταν βρίσκεσαι στην κορυφή, μόνο προς τα κάτω μπορείς να πας…

14 Likes

Ο @Ian_Metalhead μάς μετέφερε σε πιο κλασσικά μονοπάτια. Nothing wrong with that.

Ας ακολουθήσουμε την «πινακίδα» του επικού. Φτάνουμε αισίως στο:

image

Album, mini-album ή EP; Πραγματικά, στ’ αρχ&δ%@ μας, ποια είναι η απάντηση.

Όλα τα σύμπαντα, οι γαλαξίες, ο Κόναν ο Κιμέριος και οι θεοί του Ολύμπου, «γονατίζουν» εμπρός στο μεγαλείο αυτού του υπερ-επικού (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αριστουργήματος, «καταθέτοντας διαπιστευτήρια».

Περίεργη και αμφιλεγόμενη περίπτωση ο κ. Tsamis. Ωστόσο, ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το πόσο πολύ «έχει» τη μελωδία και το riff αυτός ο άνθρωπος; Αυτός ο «ζεστός» τρόπος σύνθεσής του εμπεριέχει μία γλυκιά αίσθηση «θαλπωρής». Κι επειδή το αίμα νερό δεν γίνεται, δεν είναι τυχαίο το πόσο πολύ «μιλάει» η μουσική των Warlord στο θυμικό των Ελλήνων οπαδών τους.

Πλαισίωσε τον ανωτέρω κύριο α) με έναν από τους καλύτερους και σπουδαιότερους metal drummer όλων των εποχών, β) με ουσιαστικά πλήκτρα για να «διανθίσουμε» τους ύμνους και γ) με μία «διαστρική» φωνάρα, που θα «μνημονεύεται» στον αιώνα τον άπαντα. Επίλεξε και ημι-γελοία παρατσούκλια κι εγένετο, τοιουτοτρόπως, ο μύθος!

Με την πιο επική και από τις Σταυροφορίες εισαγωγή, φτάνουμε στο αιώνιο -Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου- hit “Deliver us from Evil”. Τι να γράψω, τι να πω; Το trademark της δισκογραφίας τους. Τα Άγια των Αγίων.

Συνέχεια με το “Winter Tears”. Είναι το αγαπημένο μου κομμάτι από τους Warlord. Η ερμηνεία του Damien King I έχει «γράψει» τόσο πολύ μέσα μου, που η τρίχα σηκώνεται «κάγκελο», αυτόματα, κάθε φορά που το ακούω. Πόσο συναίσθημα, τι «γυρίσματα», τι μελωδία, τι κομματάρα, Θεέ μου;

Γουστάρετε και λίγο την επιτομή του ‘80s metal; “Child of the Damned” κύριοι. Μία «χειμαρρώδης» κομματάρα που «ισοπεδώνει» την δήθεν δισκογραφία κάθε σαλτιμπάγκου που πίστευε πως θα κομίσει κάτι νέο στην έννοια του true και κλασσικού. Μάθετε μπαλίτσα από τους άρχοντες, ρε!

Πάμε παρακάτω στο κάργα πωρωτικό, αλλά ταυτόχρονα και αισθαντικό “Penny for a Poor Man”. Άλλη μία καθηλωτική ερμηνεία του Damien King I. Στίχοι που μεταφέρουν περισσότερα μηνύματα από 40 ΜΚΟ μαζί.

“Black Mass”, ε; Με πλήρη συναίσθηση του τι γράφω, αυτό είναι το καλύτερο Manowar κομμάτι που δεν έγραψαν ποτέ οι Manowar. Με τέτοια τραγούδια ως υπόκρουση κι εμψύχωση δεν νικήθηκε ποτέ κανείς στρατός.

Πάμε για κλείσιμο σιγά-σιγά με “Lucifer’s Hammer”. The Hammer will Fall on you! Αμόνια, σίδερα και έτεροι όγκοι μεγάλου βάρους απειλούν να πέσουν πάνω σας, αν δεν «υποκλιθείτε» άμεσα στο μεγαλείο. Ενδεικτικό κομμάτι που φτιάχνει μεταλλάδες. Πριν την ακροάσή του δεν έχεις ιδέα, μετά την ακρόασή του, όμως, το «κακό» έχει γίνει.

Γράφουμε για “Mrs Victoria”; Warlord, αφού, άρα, γράφουμε. Ίσως ένα τσικ πιο κάτω σε μεγαλείο, αλλά κι εδώ μιλάμε, απλά, για μία κομματάρα από εδώ έως το υπερπέραν.

Μισή ωρίτσα μουσικής, που καταστρέφει μονομιάς τα όνειρα κάθε αγύρτη που θέλει να «βαστήξει» τη δάδα με την ιερή φλόγα του επικού και true ήχου. Αμολάτε, ρε!

16 Likes

Αδερφέ δε θα μπορούσα να γράψω τίποτα περισσότερο!!! Δε ξέρω αλλά αυτές οι μελωδίες του Τσαμη με κάνουν και ανατριχιάζω κάθε φορά που τις ακούω.
Ασσυληπτη και η ερμηνεία του King 1 σαυτο το άλμπουμ.
Για μένα η μουσική τους είναι κάτι πολύ ξεχωριστό και γενικά ότι έχει κάνει ο Τσαμης είτε με warlord είτε με lordian guard με συγκινεί ιδιαίτερα!!!

4 Likes

Περιττο να πω, παει κανα μηνας και παραπανω οταν μπαινει φουριοζος στο σπιτι ο αδερφος μου και μου λεει ακου μλκ κομματαρα
Και μου πεταει το deliver us.Εμεινα με το στομα ανοιχτο και το σαγονι πεσμενο στο πατωμα

Ακομα ομως να ακουσω τον δισκο :blush:

5 Likes

Συνήθως επιδιώκω να περνάει λίγος καιρός μεταξύ των δημοσιεύσεων μου εδώ, προκειμένου να μην κάνω κατάχρηση του χώρου (με άλλα λόγια, προσπαθώ να αφήνω και κανέναν άλλο να γράψει!), όμως μετά τη παραίνεση του φίλου @jonkyr αφ’ ενός, και του… θέματος της παραίνεσης αφ’ ετέρου, επανέρχομαι με το αγαπημένο…

Skyclad λοιπόν… το όνομα ίσως να μην προκαλεί ιδιαίτερα συναισθήματα σε κάποιον νεώτερο, πέραν μιας εγκυκλοπαιδικής φύσεως περιέργειας ενδεχομένως, για όσους όμως από εμάς είμασταν “εκεί” (σαν ενεργοί ακροατές εννοώ) σε όλη τη διάρκεια των 90’s, σημαίνει πολλά κι ακόμη περισσότερα!
Προς επίρρωσιν αυτού ας σημειώσω ενδεικτικά ότι στο δημοψήφισμα των αναγνωστών του Hammer το 1995 για τα καλύτερα metal album, οι Skyclad είχαν 4 δίσκους (από τους 5 έως τότε!) στους πρώτους 100, ενώ στο αντίστοιχο δημοψήφισμα το 2009… ούτε έναν!
Οι δε πρώτες επισκέψεις των Ουρανοντυμένων στη χώρα μας έχουν μείνει ιστορικές, τόσο στη συνείδηση του κοινού, όσο και για το ίδιο το συγκρότημα που παρόμοιας υποδοχής και αποδοχής τύγχανε μόνο στη Γερμανία. Την αγάπη που συνάντησαν μάλιστα την ανταπέδωσαν έμπρακτα με το γνωστό “A Stranger in the Garden” από το “Silent Whales…”

Εδώ όμως είμαστε για να μιλήσουμε για το “Prince of the Poverty Line”! Πρόκειται για το τέταρτο LP των Skyclad και το καλύτερο τους για μένα, αλλά και αρκετούς άλλους. Αν επιχειρούσα να το στοιχειοθετήσω αυτό, πέραν του αισθητικού παράγοντα που απορρίπτει την ασφάλεια της τεκμηρίωσης, θα έλεγα ότι κατ’ αρχήν, εδώ αποκρυσταλλώνεται ο προσωπικός ήχος τους (άπιαστο όνειρο για πολλούς), αυτός που στα επόμενα μπορεί να “παρεκτρεπόταν”, άλλοτε προς το metal κι άλλοτε προς το folk, όμως θα παρέμενε χαρακτηριστικός.
Άγνωστο αν αυτό οφείλεται στην καινούρια βιολονίστρια Cath Howell, η οποία πάντως δεν έμελλε να μακροημερεύσει, η τραχύτητα τους πλέον αμβλύνεται, χωρίς να έχουν χάσει καθόλου σε επιθετικότητα. Επίσης, όσο κι αν ακούγεται σαν σχήμα οξύμωρο, εδώ θα επιχειρήσουν και πράγματα έξω από τα καθιερωμένα όπως οι “avant garde” πειραματισμοί στο κορυφαίο “Land of the Rising Slum”.

Ο πρωταγωνιστής βέβαια δεν είναι άλλος από τον Martin Walkyier. Έχοντας μετατρέψει τους περιορισμούς της φωνής του σε πλεονέκτημα και με σπάνια εκφραστικότητα, ακούγεται κατά περίπτωση οργισμένος, πικρόχολος αλλά και μελαγχολικός – ειδικά το “One Piece Puzzle” είναι ένας γνήσιος, ειλικρινής σπαραγμός.
Οι δε στίχοι του είναι οι καλύτεροι στο metal στερέωμα. Πέραν των νοημάτων που φέρουν, είναι η λογοτεχνική αξία τους που τους κάνει τόσο απολαυστικούς. Άψογος στον χειρισμό της γλώσσας ο Martin, εξυφαίνει πανέξυπνα λογοπαίγνια, κάνει εύστοχες παραπομπές, ενώ οι βιβλικές αναφορές του είναι που πραγματικά… κλέβουν την παράσταση (εδώ θυμάται τη γυναίκα του Λώτ!)

Εν κατακλείδι, ένα αδιαμφισβήτητο highlight μιας πολύ πλούσιας δεκαετίας. Όσοι πιστοί…

13 Likes

χτυπατε αλυπητα παιδια,κατα σειρα ο ενας πισω απο τον αλλον.Μεσα στη πρωτη συναυλια τους και στις 2 τελευταιες που ηρθαν.Τα λαιβ τους μαζι με Saxon για μενα ειναι ο ορισμος της ΣΥΝΑΥΛΙΑΣ.
Και χωρις μετριο αλμπουμ γνωμη μου.Ακομα και με Κεβιν στα φωνητικα ειναι αξιοπρεπεστατα.

4 Likes

Ευχαριστώ για την ανάλυση. Για αυτόν τον δίσκο μπορούμε να γράφουμε για ώρες ο καθένας από εμάς, διότι απλούστατα βγάζει τέτοια πολυποίκιλα συναισθήματα που πολλές φορές είναι και δύσκολο να τα περιγράψεις. Ακόμη και να τα εντοπίσεις!

Στο πρώτο άκουσμα ο δίσκος με ξένισε, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι η αναπνοή μου συνήθως σταματάει όταν ακούω το Earth Mother, The Sun and The Furious Host από τον αμέσως προηγούμενο δίσκο τους, που δεν τον λες και σπουδαίο. Αλλά αυτό το τραγούδι είχε το “κάτι” που με έκανε να λατρέψω Skyclad (ήδη τους αγαπούσα).

Όταν όμως άκουσα δεύτερη και τρίτη φορά (+ διάβασα στίχους) από το ανυπέρβλητο αυτό έπος, τότε όλα αποκαλύφθηκαν. Ο Walkyier είναι ο Jim Morrison του μέταλ, ένας στιχουργός που όχι απλώς έχει να πει πράγματα, αλλά κτυπάει ακριβώς στο νεύρο που χρειάζεται για να σε κάνει να σηκώσεις κεφάλι από τον πόνο και να πεις “εϊ, τι κάνεις εκεί”!

Όσον αφορά στα live; Ούτε ήταν τυχαίο ότι στο site τους κάπου εκεί, στο τέλος των '90ς, οι τρεις από τους πέντε ανέφεραν τη συναυλία στο Ρόδον ως την καλύτερη καριέρας τους. Και πώς να μην είναι από τη στιγμή που κόντεψε να πέσει το Ρόδον. Και παρότι έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από τότε, θυμάμαι ότι χάλασε το καλώδιο της κιθάρας κι αναγκάστηκαν να διακόψουν. To Thinking Allowed? ήταν; Δεν είμαι σίγουρος… Αλλά μέχρι να επανέλθουν, ο Μάρτιν ζητούσε συγγνώμη, ενώ ξανάπαιξαν το κομμάτι από την αρχή. Σεβασμός κι αγάπη στον πελάτη-οπαδό λέγεται αυτό.

Μόνο αγάπη για ένα από τα σημαντικότερα κι επιδραστικά συγκροτήματα του χώρου μας, αλλά και έναν από τους πιο χαρισματικούς, αλλά συνάμα προβληματικούς frontmen που υπάρχουν.

10 Likes

Σιγουρα μεσα στις 5 αγαπημενες μου ολων των εποχων. συγκροτημα σταθμος για αυτους που εζησαν τα 90s.

3 Likes

Εχω γραψει ξανα την αγαπη μου γιαυτον τον δισκο.

Now my body’s in the pages of “exchange and mart”
Ten pounds or nearest offer for one slightly broken heart.

Ολο δηλ το bellyfull of emptiness θα μπορουσε να γινει υμνος μανιφεστο μιας επαναστασης.

Οχι οτι πρόκειται να γινει μια οσο ζουμε αλλα λεμε τωρα.

4 Likes

Πριν λίγες ημέρες, παρακολούθησα το ντοκιμαντέρ του Netflix “Conversations with a Killer: The Ted Bundy Tapes”, το οποίο και πραγματεύεται την ιστορία (ο Θεός να την κάνει) του Ted Bundy. Συνειρμικά, μού ήρθε στο μυαλό το ανατριχιαστικό κολλάζ στο εξώφυλλο του:

image

Το τι προηγήθηκε της κυκλοφορίας του συγκεκριμένου album αποτελεί -λίγο έως πολύ- μεταλλική ιστορία. Οι αφοί Björler έχουν ήδη αφήσει μέγιστη death metal παρακαταθήκη με τους At the Gates, στο πρώτο μισό των ‘90s. Όμως, έχει έρθει η ώρα για «φρέσκα κουλούρια», συνεπώς, προκύπτει η «γέννηση» των The Haunted.

Μετά από ένα τρομερό ντεμπούτο, ο «τρελάρας» Peter Dolving «παραδίδει την σκυτάλη» στον ακόμα πιο «θεόμουρλο» Marco Aro. Η όλη ημι-παρανοϊκή ατμόσφαιρα αποκτά και την splatter διάστασή της, όταν αποφασίζεται πως ο επερχόμενος δίσκος θα αφορά serial-killers.

To “(The Haunted) Made Me Do It” «σκεπάζεται» από τη βαριά Slayer «σκιά». Ωστόσο, παραμένει «αυτόφωτο» (δείγμα του εξαιρετικού ταλέντου των μελών της μπάντας) και, δίχως να κομίζει κάτι πραγματικά ρηξικέλευθο στον ήχο, παραμένει, 20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ένα από τα πιο πωρωτικά κι «επικίνδυνα» thrash metal albums που ακούσαμε ποτέ.

Από την απίστευτη εισαγωγή του “Dark Intentions” και το «κολαστήριο» του εναρκτήριου “Bury Your Dead”, έως το «άρρωστο» κλείσιμο με το “Victim Iced”, οι The Haunted «κερνάνε» τον ακροατή απανωτά «σφηνάκια ολιγόλεπτου μίσους», παρέχοντας στον κάθε ψυχανώμαλο το κατάλληλο soundtrack για να προβεί στο όποιο στυγερό έγκλημα (δεν) «κατεβάζει» ο νους του ανθρώπου. Προσωπικές αδυναμίες (πλην των ανωτέρω) τα “Leech” και “The World Burns”. Το καλοκαίρι της κυκλοφορίας του, είχα να αντιμετωπίσω, στις διακοπές μου, έναν «σκληροπυρηνικό» μεταλλά, ο οποίος κατέκρινε την μπάντα, διότι, όπως ισχυριζόταν, «μαλάκωσε» τον ήχο της, φέρνοντας ως παράδειγμα το (απλά καταπληκτικό) “Hollow Ground”. Δυστυχώς, δεν είχαμε επαφή τα χρόνια που ακολούθησαν, ώστε να δω με τεράστιο ενδιαφέρον τι θα έλεγε την εποχή του “Unseen”, επί παραδείγματι.

Πανέμορφα «διεστραμμένο» album, εξαίρετο δείγμα thrash, μπαντάρα ολκής.

13 Likes

Ο πρωτος δισκος που ξεκινησα να ακουω απο The Haunted :metal:
Ισως πρεπει να θυμηθω ορισμενα πραγματακια παλι
Πανε και χρονια απο τοτε

Τεράστια μπάντα, έπαιξε μπαλίτσα στο θρας όσο λίγοι.

Εγώ θέλω να σταθώ περισσότερο στο λαρύγγι του Dolving, το οποίο είναι από τα πιο ωραία που έχουμε ακούσει σε θρας(και όχι μόνο) δίσκους.
Το ομώνυμο τον πάει στην δεύτερη κορυφή (κορυφή θα είναι πάντα και για πάντα ο Αράυας) των καλύτερων φωνών στο θρας, με χαρακτηριστική άνεση. Φοβερό νεύρο, εξαιρετική χροιά.
Φυσικά όλο το ντεπούτο είναι ένας τεράστιος θρας δυναμίτης. Ριφφ δεν υπάρχει περισσευούμενο, ο ήχος είναι εξαιρετικός (η ελλειψη μπασαδούρας είναι ένα θετικό, τον κάνει ακόμα πιο τσιτωμένο), ο Dolving τους τραβάει στο ταβάνι και ακόμα ακούμε του-πα-του-πα από τον Ερλαντσον.

Ο δεύτερος δίσκος για μένα ήταν 1 βήμα πίσω, 2 μπροστά, αλλά προς άλλη κατεύθυνση. Η φυγή του Dolving τεράστια απώλεια, ο Marco ναι μεν καλούλης, αλλά ασύγκριτος με τον ΜΟΝΑΔΙΚΌ (από την άλλη για μένα είναι ο Bostaph των Haunted - αν δεν έχουν Dolving, πρέπει να έχουν Μαρκο).Σίγουρα πιο κοντά σε death metal προτυπα και λιγότερο εκφραστικός. Μουσικά βέβαια κάνανε και άλλη τεράστια μεταγραφή, με τον Γιένσεν στα τύμπανα. Ξεκάθαρα ανώτερος σε παίξιμο από πρώην (και νυν πλέον), ανεβάζει ένα σκαλοπάτι τα κομμάτια. Βέβαια στο ντεπούτο σίγουρα προτιμώ τον πρωην(νυν).
Kιθαριστικά, το πάνε ένα βήμα παραπέρα, γενόμενοι λίγο πιο Σουηδοί στην προσέγγισή τους, καθώς το νεύρο υπάρχει, αλλά έχει πάρει βαλεριάνα, οπότε και είναι λίγο πιο δαμασμένο σε σχέση με το πρώτο. Οι κιθάρες κεντάνε και κοιτάνε σε πιο μελο-ντεθ μονοπάτια εδω και εκεί. Σύνολο, ένα σκαλάκι μικρό κάτω από το πρώτο, αλλά όταν το πρώτο είναι καθαρό 10άρι, τότε το 8,5 είναι εξαιρετικός βαθμός(ετσι και αλλιώς).

Ο επόμενος δίσκος με άφησε ΕΝΤΕΛΏΣ απογοητευμένο. Παρόλο που ο δίσκος πήρε στεροειδή και βγήκε, παρόλο που είναι κουρδισμένοι πιο χαμηλά, παρόλο που οι ταχύτητες είναι εφάμιλλες του πρώτου ή και παραπάνω, εδώ μιλάμε για ένα φλατ αποτελέσμα. 3 οι λόγοι. 1, λιγότερη εμπνευση. 2. παραγωγή πιο γεμάτη, πιο μπάσα, με συνέπεια να μην ακούγεται τόσο νευρικό το υλικό και σίγουρα πιο βαβουριάρικο. 3. ο Αρο δεν μπορεί να ξεφύγει από την παραγωγή, χαμηλώνει και αυτός τις συχνότητες και έχουμε μια πλήρη αδιαφορία.
Το μόνο για μένα που σώνεται είναι το DOA- το οποίο είναι φυσικά η συνέχεια του Forensick από τον πρώτο δίσκο.

Tα 2 επόμενα είναι διαμάντια και πραγματικά θα ήταν κρίμα να ανεφερθούν εδώ - θα κάνω ξεχωριστο πόστ για αυτά.

4 Likes