..Με λίγα λόγια

Από μεριάς μου, (προ)ειδοποιώ τους λοιπούς φίλους ότι έχω καμιά 40αριά δίσκους πρόχειρα σημειωμένους, για τους οποίους θα ( ; ) γράψω προϊόντος του χρόνου.

Βασικά, θα ήταν πολύ ωραία ιδέα (δεν ξέρω κατά πόσο είναι εφικτό, βέβαια) να συνενωθούν τούτο εδώ το -πράγματι, υπέροχο- topic με το Album Exchange που είχε δημιουργήσει ο JTN. Η συνένωση θα αποτελούσε πραγματική εγκυκλοπαίδεια και σημείο αναφοράς του forum.

3 Likes

Έχω 3. Έναν παουερμεταλ έναν ελληνικό πανκ κ εναν τσιλαουτ εθνικ λαουντζ γουατεβερ ήδη γραμμένους στο μυαλό μου αλλά πρέπει να βρεθώ σε λάπτοπ γιατί στο κινητό δυσκολεύομαι :smile:

Tο κείμενο το είχα φτιάξει πριν μια εβδομάδα, αλλά για κάποιο λόγο, μου κόλλησε όταν προσπάθησα να το ανεβάσω. Σταματώντας λίγο τη διελκυστίνδα που ακολουθεί τις λέξεις Άϊρον Μέιντεν και Μετάλλια, προσπαθώ ξανά.

Aν θέλετε συμβατικά πράγματα, διαβάστε κάτι άλλο. Δεν έχει χέβι μέταλ εδώ…

Λίγες μέρες μετά το θάνατο του Τρισμέγιστου Μίκη και λίγες μέρες πριν συμπληρωθούν 20 χρόνια από το θάνατο του Θείου Στέλιου, αποφάσισα λοιπόν, να μιλήσω για αυτό…


1974 μετά τη μεταπολίτευση και δύο μουσικές κορυφές της χώρας μαζεύονται για να κάνουν το από πάνω. Ο Μίκης ήθελε να κάνει ένα λαϊκό δίσκο με το Στέλιο και αυτός δεν είπε όχι.
Ο δίσκος δεν πήγε καθόλου καλά. Και οι δύο κατηγόρησαν ευθέως την εταιρεία, λόγω της κόντρας με τον Καζαντζίδη, βεβαίως-βεβαίως (δεν ήταν δα και ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, ο Στέλιος), λέγοντας μέχρι ότι άνθρωποι της εταιρείας δεν έβγαζαν το δίσκο στα δισκοπωλεία. Έπεσε, επίσης, στην εποχή της πτώσης της δικτατορίας, όπου ο κόσμος, αλλά και ο Μίκης έμοιαζαν από ένα σημείο και μετά να έχουν “μπουχτήσει” από την υπερβολική δόση μουσικής.
Και ήταν κακός δίσκος;; Αστεία πράγματα. Μπορεί να απέχει παρασάγγας από τα μνημειώδη έπη του Μίκη, μπορεί να είναι πιο “ποπ” η αισθητική του, ειδικά στα πιο γρήγορα τραγούδια, αλλά η ξεκάθαρα ελληνική ατμόσφαιρά του, η απλή, λιτή, αλλά όχι απλοϊκή μουσική, η επική αισθητική σε ορισμένα σημεία, του προσδίδουν μια δωρική μεγαλοπρέπεια η οποία απογειώνεται σε δυσθεώρητα ύψη με τη φωνή του Καζαντζίδη.
Σημεία αναφοράς στο δίσκο: “Τα παραθύρια ορθάνοιχτα”, “Άπονες εξουσίες” “Μες στην ταβέρνα” “Άστατο πουλί” και το επικό ρέκβιεμ, που μοιάζει τόσο επίκαιρο σήμερα “Βουνά σας χαιρετώ”.

10 Likes

Το εχω σε βινύλιο! Ο πατέρας μου το είχε δηλαδή αλλά φυσικά το κράτησα.

1 Like

Πάει καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα κάτι εδώ…

Peter-Gabriel-Third-Album-

Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι με τον τρίτο δίσκο του, ο Peter Gabriel “ενηλικιώνεται” σαν solo καλλιτέχνης, μιας και το συγκεκριμένο album περιέχει τα καλύτερα στοιχεία των δύο (επίσης χωρίς τίτλο) προηγουμένων, κι επιπροσθέτως “εξωτικά” όργανα σε εξεζητημένες ενορχηστρώσεις και μια πανοραμική άποψη του οράματος του σπουδαίου δημιουργού.
Ένα όραμα που πλέον δεν έχει τίποτε κοινό με τους Genesis, εκτός από την Φωνή και τη θεατρικότητα της ερμηνείας του Μεγάλου (όχι και τόσο ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά λεπτομέρεια)! Αντίθετα, ο πάντα ανήσυχος Peter Gabriel τείνει ευήκοον ους και στα επίκαιρα ρεύματα της εποχής (new wave), αλλά και στην λεγόμενη world music (ειδικότερα την αφρικανική) – δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια χρονιά ιδρύει την WOMAD. Κι όπως πάντα, με μια πληθώρα ταλαντούχων μουσικών να τον υποστηρίζουν, παλιών (Phil Collins, Robert Fripp, Tony Levin) και νέων (Kate Bush, Paul Weller).

Σε όλα αυτά ας συνυπολογίσουμε και τους καταπληκτικούς στίχους που πραγματεύονται τις σκοτεινότερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Από τον εισβολέα που απολαμβάνει να μπαίνει στα ξένα σπίτια στο εφιαλτικά υποβλητικό εναρκτήριο “Intruder” (όπου πρωταγωνιστεί το φαινομενικά απλό drumming του Collins), στην παράνοια (“No Self Control”) και στην άρνηση οποιουδήποτε λάθους (το…νευρωτικά pop “I Don’t Remember” με το chapman stick του Tony Levin να κρατάει τον εθιστικό ρυθμό!). Το δε “Family Snapshots” είναι μια συγκινητική ματιά στην ταραγμένη ψυχολογία ενός δολοφόνου διασήμων, με τη μουσική να ανεβαίνει σε ένταση ακολουθώντας τις διακυμάνσεις των στιγμών.

Η δεύτερη πλευρά ακολουθεί την ίδια θεματολογία μόνο που δεν επικεντρώνεται στο “άτομο εναντίον της κοινωνίας” αλλά στο “η κοινωνία εναντίον του ατόμου”, με θέματα όπως ο πόλεμος (“Games Without Frontiers”, το μεγαλύτερο hit του δίσκου), την ξενοφοβία (“Not One of Us”), τη δυσκολία της επανένταξης (“Lead A Normal Life” που έχει λίγα λόγια, αλλά πολύ εύγλωττη ατμόσφαιρα!) και τον ρατσισμό στο πασίγνωστο “Biko” όπου η επανάληψη λειτουργεί προς όφελος του τραγουδιού.

Καθόλου παραδόξως για έναν τόσο πειραματικό δίσκο, η κραταιά Atlantic αρνήθηκε να τον διανείμει στις ΗΠΑ κρίνοντας τον άνευ ενδιαφέροντος. Ευτυχώς όμως το “3” (aka “Melt”), φτιαγμένο με όλη την εκκεντρικότητα και το πάθος του δημιουργού του, έγινε το πιο επιτυχημένο εμπορικά album του Peter Gabriel μέχρι εκείνη τη στιγμή, ενώ αποδείχθηκε και επιδραστικό, ειδικά στον τομέα του ήχου, με τον Steve Lillywhite να γίνεται περιζήτητος παραγωγός έκτοτε.

7 Likes

Αχ, οι αναμνήσεις…

Προϊόντος του χρόνου, η μνήμη δεν φαίνεται να λειτουργεί το ίδιο (ιδιαίτερα η βραχυπρόθεσμη), ωστόσο, κάποια πράγματα από το παρελθόν (λεπτομέρειες οι οποίες φαινομενικά είναι ασήμαντες) «ανασύρονται» με χαρακτηριστική ευκολία από τα «τρίσβαθα» του εγκεφάλου. Φαίνεται ότι τα βιώματα και οι εικόνες της παιδικής/εφηβικής ηλικίας και της αντίστοιχης πρώιμης ενήλικης δύσκολα διαγράφονται.

Κάπου στις αρχές του αιώνα, ένας φίλος μού είχε βάλει το ντεμπούτο των System of a Down (SoaD). Θες λίγο το ότι ήδη λάτρευα τους Faith No More, θες λίγο το ότι είχα ήδη λάβει την γενναία απόφαση να διευρύνω τα ακούσματά μου, ξεφεύγοντας από τα «κλασσικά-ηχογραφημένα», το ομώνυμο album μού φάνηκε εξαιρετικό και πραγματικά με απώθησε ιδιαίτερα όταν έμαθα τι συνέβη στο διαβόητο support τους στους Slayer.

Λίγα χρόνια μετά, έφτασε στα χέρια μου η αντιγραμμένη κασέτα του “Toxicity”. Εξαιρώντας Maiden, Metallica και Manowar, αυτή είναι η επόμενη κασέτα μπάντας που έχω ακούσει περισσότερες φορές από οποιαδήποτε άλλη (ακολούθησε και σε τριήμερη και πενθήμερη, με συμμαθήτριες να μας ζητάν στο πούλμαν να χαμηλώσουμε την ένταση του ήχου, ώστε να μπορούν να ακούσουν κι αυτές τα δικά τους).

image

Για το περί ου ο λόγος album έγινε, τις τελευταίες ημέρες, μεγάλη κουβέντα στο topic του MH vs. RH, μεταξύ συζητήσεων επί του ορισμού του «αμφιλεγόμενος», μετρημάτων καρδιών, βιολογικών διαδικασιών, ενθύμησης του ιστορικού γράμματος του Nick the Dick προς το Metal Hammer και δημοσίευσης ενός απολαυστικά «άρρωστου» post του @QuintomScenario.

Κάπου παραπάνω, σ’ ένα κείμενό μου για το “The Real Thing” των Faith No More γράφω ότι:

«Οι Faith No More πηγαίνουν στην βάση, διαλύουν και ανασυνθέτουν όλον τον σκληρό ήχο της προηγούμενης εικοσαετίας, τον «μπολιάζουν» με νέα, φαινομενικά παράταιρα, στοιχεία και προσφέρουν απλόχερα το στίγμα της κατεύθυνσης του ήχου εν συνόλω (και όχι σε επίπεδο επιμέρους ιδιωμάτων) για τα επόμενα 20 και πλέον χρόνια. Αν κάποιος πιστεύει ότι το nu, οι SoaD, η progressive κατεύθυνση των ‘90s ή μετέπειτα το djent και τα κάθε τύπου core δεν σχετίζονται άμεσα με αυτή καθαυτή την ύπαρξη των Faith No More και τον παραπάνω δίσκο εν προκειμένω, ας μου προσάψει υπερβολικές ή/και άστοχες απόψεις».

Κατ’ ουσίαν, και τα υπόλοιπα που γράφω για τον δίσκο των Καλιφορνέζων ισχύουν ομοίως για το “Toxicity” των Αμερικανοαρμενίων. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ότι μετατοπιζόμαστε χρονικά μία δεκαετία και κάτι πιο μπροστά.

Αναντίρρητα, ο κάθε ακροατής διατηρεί το δικαίωμα να μην «πιάσει» το album στην εποχή του και να το εκτιμήσει αρκετά αργότερα. Επίσης, διατηρεί το δικαίωμα να μην εκτιμήσει καθόλου, ούτε τον συγκεκριμένο δίσκο εν προκειμένω, ούτε την μπάντα εν γένει. Αν θέλουμε να είμαστε εντελώς ειλικρινείς, έκαστος εξ ημών έχει μία ευρέως αποδεκτή μπάντα ή/και έναν ευρέως αποδεκτό δίσκο, που δεν του λέει/λένε απολύτως τίποτα. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με την περιβόητη, αρνητική κριτική στο εν λόγω album από τον συντάκτη του ΜΗ. Επί αυτού, εδόθη συνέχεια από τον γράφοντα, μία δεκαετία αργότερα, στο forum του περιοδικού, όπου και υπενθύμισα σε κάποιους που έλεγαν ότι το περιοδικό είχε «αποθεώσει» το “Toxicity” όταν κυκλοφόρησε, ότι υφίστατο και το «θάψιμο» παραπλεύρως. Ο ίδιος ο συντάκτης είχε παρέμβει στη συζήτηση που ακολούθησε, λέγοντας ότι ήταν υπερβολικός στην κριτική και στον βαθμό του, ισχυριζόμενος, ωστόσο, ότι η μουσική της μπάντας εξακολουθούσε να μην του «λέει» κάτι. Αυτά, βέβαια, τα έχουμε θυμηθεί και αναφέρει από κοινού με τον @Ian_Metalhead στο topic των SoaD πριν κάνα χρόνο περίπου (βλ. εδώ κι εδώ).

Μετά την παραπάνω παραφιλολογία/παπαρολογία (επιλέγετε και παίρνετε), ας πούμε ότι ο δίσκος τα «σπάει» από την αρχή έως το τέλος του. Το να ξεχωρίσεις στιγμές είναι εξαιρετικά δύσκολο, αλλά προσωπικά μου αγαπημένα ήταν, είναι και θα είναι τα (προφανή και κλασσικά) “Chop Suey!” και “Aerials”, καθώς και τα “Forest” (μεγάλη «ζημιά»), “ATWA”, “Science”, “Toxicity” και “Psycho” (μεγάλο «κόλλημα», ειδικά η αλλαγή από το «τρελό» σημείο στο «άρρωστο» αργό σημείο, με τα καταπληκτικά φωνητικά «γυρίσματα»). Βασικά, ο μισός δίσκος είναι καθαρό 11άρι, ενώ ο υπόλοιπος «καρφωτό» δεκάρι. Μη αναζητείτε έτερους σχολιασμούς. Όπως προανέφερα, κάντε copy/paste το post για το “The Real Thing”, έτσι ώστε να συνειδητοποιήσουμε όλοι μαζί τον λόγο που το “Toxicity” παραμένει (20 χρόνια μετά την κυκλοφορία του) στο top-10 των σπουδαίων δίσκων που έχουν βγει τη νέα χιλιετία, έχοντας πιθανότατα αποτελέσει ταυτοχρόνως την (κρυφο)έμπνευση για τα υπόλοιπα 9.

Τα ανωτέρω (αμφι)λεγόμενα αντιπροσωπεύουν υποκειμενικές απόψεις και θύμησες, οι οποίες δεν (; ) εμπίπτουν στο Νόμο των Μεγάλων Αριθμών και προφανώς δεν ικανοποιούν τις βασικές απαιτήσεις της ορθής Δειγματοληψίας. Κόντρα στο «ρεύμα», το επόμενο post μου θα έπρεπε να είναι για το “Forever Black” των Cirith Ungol, αλλά με πρόλαβε ο @Ian_Metalhead

8 Likes

7 Likes

key point,sir :slightly_smiling_face: :+1:


3 Likes

Συμφωνώ με την παραπάνω παράγραφο, η μόνη αλλαγή που θα έκανα, είναι ότι θα έβαζα 3 δίσκους(Real Thing - Angel Dust - King for a day).
Kαι αυτό γιατί μεν, ξεκινάνε τις προσπάθειες στο Real Thing, όμως η μπάντα είναι τρομακτικά πιο ώριμη (όπως και ο Παττον) στο Angel Dust και αυτό το blend ειδών γίνεται τέλειο εδώ. Όμως μετά γραφουν το King, που είναι μουσικό μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού.

Για την ακριβεια, σοβαρά άκουσα Faith No More μετά από Soad. Mεχρι τότε ήξερα μονο το Digging the Grave. Ήταν λοιπόν εποχές που το Metropolis είχε αρχίσει να βάζει ένα τρομακτικό αριθμό δίσκων στα 6,40-6,90 και είχα ξεκινήσει να παίρνω νον-μεταλ πράγματα για να ακούσω και τίποτα άλλο βρε αδερφέ. Θυμάμαι που από μικρός είχα πάρει το single του Digging the Grave, οπότε σε εξόρμηση στο Μετρόπολις, λέω, δεν γαμιέται, για να τους ακουσουμε λίγο καλύτερα.
Το πρώτο πράγμα που έπαθα, ήταν πολιτισμικό σοκ. Είχα μείνει με ανοιχτό το στόμο. Δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο και ούτε ξανακουσα κάτι τόσο εντυπωσιάκα ετερόκλητο, αλλά συγχρόνως τόσο συμπαγές.
Η δεύτερη μου αντίδραση (μετά από κανα 2 βδομάδες που είχα μπορούσαν τα εγκεφαλικά μου κύτταρα να κάνουν καινούργιες συνάψεις), ήταν “μα αυτό είναι ακριβώς αυτό που προσπαθούν να κάνουν οι Soad, απλά λιγότερο μέταλ” (και πολύ καλύτερο θα προσθέσω τώρα).

5 Likes

Διχως πολλα πολλα γιατι ΑΛΦΑ βαριεμαι και ΒΗΤΑ πρεπει να παω να μου ραψουν δυο κουμπια σε ενα μαυρο πουκαμισο για εναν γαμο σε παραλια στον οποιο πρεπει να παω αυριο και δε θελω με την καμια:

  1. Prison Song 10 - μια νοτα, παυση, και μετα κοπανημα και ενα τεραστιο WTF
  2. Needles 9 - ελπιζω και το πουκαμισο μου μετα τις βελονιες να ειναι το ιδιο καυλα
  3. Deer Dance 10 - ΦΟΥΛΙ ΟΤΟΜΑΤΙΞ και τα μυαλα στα καγκελα… 1:35 εως 2:22 ανατριχιλα :100:
  4. Jet Pilot 9 - Δεν ειχα ξανακουσει thrash metal τσιφτετελι μεχρι εκεινη την στιγμη.
  5. Χ 10 - Μην πολλαπλασιαζεστε γαμω το χριστο
  6. Chop Suey! 11 - Οποιος δεν συμφωνει οτι ειναι αριστουργημα, να με σβησει απο τα σοσιαλ
  7. Bounce 9 - πονγκοπονγκοπονγκοπονγκοπονγκοπονγκοπονγκοπονγκοπονγκο
  8. Forest 10 - ΤΙ ΡΕΦΡΕΝΑΡΑ ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ
  9. ATWA 11 - το καλυτερο στον δισκο, δε με νοιαζει τι λετε
  10. Science 11 - Οχι, ΑΥΤΟ ειναι το καλυτερο. Ινδιανοι και μεταλ και λυρισμος και science bitch
  11. Shimmy 9 - Θα του εβαζα 8 , αλλα δεν παιρνει κανενα τραγουδι κατω απο 9 στον δισκο
  12. Toxicity 11 - Τελειοτητα και γαμημενο παλουκι στα τυμπανα στο Rock Band
  13. Psycho 10 - σαηκογκρουπικοκεηνκρεηζισαηκογκρουπικοκεηνκρεηζισαηκογκρουπικοκεηνκρεηζι
  14. Aerials 11 - δεν εμπιστευομαι ανθρωπο που δεν του αρεσει αυτο το τραγουδι
  15. Arto 11 - Ενα απο τα καλυτερα τελειωματα σε δισκο στην ιστορια της μουσικης

ΥΓ. Ο μονος λογος που μου την σπαει το Shimmy, ειναι γιατι μπαινει σφηνοπουτσα αναμεσα σε 3 υπερτελεια τραγουδια, και αλλα 4 υπερτελεια τραγουδια. Δηλαδη ΟΡΙΑΚΑ σκεφτομαι να το κανω skip οταν ακουω τον δισκο, μονο και μονο απο το ποσο τελεια ειναι τα τραγουδια πριν και μετα απο το σιμι.

7 Likes

Deer Dance 12άρι & Psycho 11αρι.

1 Like

Και μαλιστα με αντιστροφη χρονολογικη σειρα, οπως σοφα ειπες. Στο The Real Thing ο Patton νιαουριζει σε σχεση με το Angel Dust και με το μνημειωδες King For A Day (Fool For A Lifetime), εναν απο τους καλυτερους δισκους των '90s.

2 Likes

Είχα κάνει μια πολύ συνοπτική αναφορά σε αυτό το δύστροπο αριστούργημα, νομίζω του αξίζει μια πιο εκτενής παρουσίαση - με…λίγα λόγια, πάντα!

Σε μια χρονιά που το progressive rock ρεύμα είχε απογειωθεί και οι θιασώτες του είχαν αποδυθεί σε έναν “αγώνα δρόμου” προσπαθώντας να επεκτείνουν όρια, να εξερευνήσουν άγνωστα ηχοτοπία και να εκπλήξουν τολμώντας εκεί που κανείς δεν είχε επιχειρήσει έως τότε, το σχήμα υπό τον Peter Hammill είχε την αρχική ιδέα να κυκλοφορήσει ένα διπλό LP. Η μια σκέψη ήταν ένα κατά το ήμισυ live album για τις ανάγκες του οποίου είχαν ηχογραφηθεί ζωντανές εκτελέσεις των “Killer”, “Darkness” και “Squid/Octopus”. Η άλλη ήθελε τα κομμάτια που τελικά μπήκαν στο δίσκο να πλαισιώνονται από μια solo σύνθεση κάθε ενός από τα τρία μέλη πλην του mainman. Το όλο σχέδιο όμως προσέκρουσε στην άρνηση της εταιρείας με τα κομμάτια αυτά να υπάρχουν στην επανέκδοση σε CD.

Έτσι, το “Pawn Hearts” κατέληξε να είναι απλό LP – με τον όρο “απλό” να είναι όσο παραπλανητικός μπορεί να υπάρξει ένας προσδιορισμός! Αυτό γιατί πρόκειται για το πιο περιπετειώδες, τολμηρό και φιλόδοξο album του βρετανικού συγκροτήματος που σηματοδότησε την, κατά γενική ομολογία, καλλιτεχνική τους κορυφή!
Εδώ υπάρχει το αριστουργηματικό “A Plague Of Lighthouse Keepers” που καταλαμβάνει ολόκληρη την δεύτερη πλευρά (είπαμε, η εποχή ευνοούσε τέτοια εγχειρήματα) και μεταφέρει τον ακροατή μέσα από μια θάλασσα συναισθημάτων, από την απομόνωση στον τρόμο του πνιγμού και την ανακούφιση της απόλυτης ηρεμίας. Σύμφωνα με τον Hammill, η ιστορία έχει να κάνει με τις ενοχές που κατακλύζουν τον φαροφύλακα που παρακολουθεί ανθρώπους να πνίγονται χωρίς να μπορεί να βοηθήσει, με το τέλος να αφήνει ασαφές το αν τελικά αυτοκτονεί ή το εκλογικεύει και κατακτά την ηρεμία. Στην πραγματικότητα, όλος ο δίσκος πραγματεύεται το εύθραυστο της ανθρώπινης φύσης.
Από τα “Lemmings” που ακολουθούν άκριτα διεφθαρμένους ηγέτες και αυτοκτονούν πέφτοντας από έναν γκρεμό (σχετικό εδώ το εξώφυλλο), στο “Man-erg” όπου ο αφηγητής αναρωτιέται αν είναι φονιάς ή άγγελος καθώς και οι δύο ιδιότητες υπάρχουν μέσα του, ο Peter Hammill κλέβει την παράσταση με την εκφραστική, θεατρική (και πάντα ιδιότροπη) ερμηνεία του.

Το “Pawn Hearts” έλαβε ανάμικτες κριτικές στο Η.Β., όμως γνώρισε την αποθέωση στην Ιταλία όπου οι VdGG αντιμετωπίστηκαν σαν superstars. Έτσι, έχοντας δημιουργήσει ένα prog rock classic, δεν είχαν τίποτε άλλο να κάνουν από το να διαλυθούν!

9 Likes

κι ένα μικρό τρίβια για τον τίτλο του εν λόγω άλμπουμ: καθόταν μια μέρα όλοι μαζί και χαζολογούσαν, μέχρι που ο David Jackson (ο υπέροχος αυτός άνθρωπος στα χάλκινα) βαρέθηκε και σηκώθηκε να πάει στο στούντιο να ηχογραφήσει μερικά ‘‘Porn Harts’’, θέλοντας να πει ‘‘Horn Parts’’.

Εξαιρετικός δίσκος-ορόσημο για την progressive των '70s, αν και προσωπικά την κορυφή την άγγιξαν με το Still Life, και από άποψη στιχουργικής, αλλά και συνθετικής δεινότητας, μιας και οι ιδιοτροπίες του ήχου τους και οι θεατρινισμοί του Hamill ποτέ δεν βρέθηκαν σε τόσο τέλεια ισορροπία με την τεχνική τους δεινότητα, αλλά και με πραγματικά εμπνευσμένες συνθέσεις. Ακόμη και το Godbluff, που ανήκει στην ίδια κατηγορία ποιότητας, δεν ξεχείλιζε από αυτές τις υπέροχες ιδέες του βρίσκουμε σε κάθε ένα κομμάτι του Still Life.

Δεν θέλω να το κάνω ένα ‘‘Με λίγα λόγια…’’ για το Still Life, απλώς να πω ότι μόνο και μόνο για το breakdown του ομώνυμου κομματιού και το μετέπειτα σαξοφωνικό πανηγύρι (όσοι ξέρετε ξέπρετε, κι όσοι δεν ξέρετε θα καταλάβετε), οι Van Der Graaf Generator ύφαναν με χρυσή κλωστή το όνομά τους στην μουσική ιστορία της εποχής

6 Likes

Το Still Life λοιπόν το αγόρασα σχετικά πρόσφατα στην τύχη, γιατί κοίταγα τι άλλο πουλάει ένας τύπος στο discogs για να έρθουν καλύτερα τα μεταφορικά. Ψαχνοντας λοιπόν, πέφτω στο εξώφυλλο του Still Life, το οποίο με εντυπωσίασε και μιας και δεν είχα καμια επαφή με την μπάντα, λέω δεν γαμιέται. Ε γαμήθηκε τελικά, ο δίσκος είναι πάρα πολύ καλός, ακόμα όμως δεν του χω αφιερώσει όσο χρόνο θα ήθελα, καθώς είναι από τους δίσκους που πρέπει να σε πιάσει σε συγκεκριμένο mood και ανεξαρτήτως απο αυτό, απαιτεί από την ακροατή να εστιάσει στις πολλές πληφορορίες που του δίνει.
@ManosOrff κάνε την καλή να διαβάσουμε και για αυτό!

2 Likes

The Distillers "Coral fang"

Δεν υπάρχει πιο γαμάτο πράγμα απ’ το ν’ ανακαλύπτεις δισκάρες από σπόντα -ακόμα και καθυστερημένα. Πριν αρκετούς μήνες, σε μία συζήτηση περί μελωδικού punk, ο Kostas_L είχε post-άρει το “Drain the blood”, το οποίο δε μου είχε κάνει εντύπωση (!), μιας και μου φάνηκε πολύ garage για τα γούστα μου. Πριν λίγες μέρες, πάλι, άλλος user (sorry που δε θυμάμαι τ’ όνομα) μας έβαλε πρίζες με το επερχόμενο live Offspring/Lagwagon/Distillers/Anti-Flag στο Μιλάνο, οπότε λέω “ρε κάτσε να τους ξανακούσω αυτούς μία πάλι”. Τα δύο πρώτα albums (που γενικά θα τα έλεγα street punk ας πούμε) δε μου έκαναν καμία εντύπωση, κι ήμουν έτοιμος να σταματήσω εκεί, αλλά μετά είδα στο wiki διάφορες πρωτιές για το τρίτο τους album (“Coral fang”), οπότε λέω δε γίνεται, κάτι θα παίζει μ’ αυτό. Και όντως παίζει.

Σαν πρωτάρης με τους Distillers, λοιπόν, θα έλεγα ότι το “Coral fang” δεν έχει καμία, μα καμία, σχέση με το punk, αλλά έχει πολύ σχέση με αυτό που μάθαμε σαν grunge, με τις Hole και την κατεστραμμένη φωνή της Courtney Love, ενώ έφαγα πολλά deja-vu με τους Terrible Feelings -μεταγενέστεροι αυτοί, βέβαια, κι όχι τόσο άγριοι (στην αρχή του “Drain the blood”, βέβαια, νόμιζα ότι θα έμπαινε το “Impending doom”). Πραγματικά το album ακούγεται μονορούφι κι αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από κομματάρες, με κάποιες να ξεχωρίζουν, βέβαια (το “ας πούμε Queens of the Stone Age-άδικο” “The gallows is god”, το πιο μπαλαντοειδές “The hunger” κλπ.). Τα υπόλοιπα κομμάτια θα έλεγα ότι πάνω-κάτω ακολουθούνε μία πεπατημένη: up-tempo ρυθμοί, πολύ απλά (μα αποτελεσματικά) riffs, και μία φωνή που συνήθως θα πει το πρώτο couplet σε πιο μελωδικό στυλ και μετέπειτα βγάζει όλη τη βρωμιά. Καταλαβαίνω αν κάποιος μιλήσει για μονοτονία -μάλιστα κι εγώ στην αρχή νόμιζα ότι ιδίως από τη μέση και κάτω το album κάνει μία κοιλιά, αλλά δεν είναι έτσι. Το εθιστικό στοιχείο του δίσκου (και πράγμα που ίσχυε π.χ. σε Nirvana, Hole κ.ά.) είναι ότι με πολύ πρωτόλεια υλικά και με μία σταθερή φόρμουλα καταφέρνει να βγάζει στην επιφάνεια μελωδίες που θες να τις ακούς και να τις ξανακούς, να τις τραγουδάς και να τις ξανατραγουδάς.

Είχα καιρό να περάσω καλά με τέτοιου είδους δίσκο και μουσική.

2 Likes

Χαίρομαι που σου άρεσε. Συμφωνώ με την περιγραφή σου για grunge, C. Love κλπ

Το The Gallows is God προσωπικά μου ακούγεται τέρμα Νιρβάνα.

Είναι ο αγαπημένος μου δίσκος τους, αλλά ρε γαμώτο το Sing Sing Death House έχει την κομματάρα City Of Angels.

Καιρός λοιπόν να επαναπροσδιορίσεις και για τους Rancid :stuck_out_tongue_winking_eye:

Θυμάμαι να αναφέρεις ότι δεν μπορείς και πολύ τα σκα/ρέγκε στοιχεία τους, οπότε ξανά άκου το Let’s Go που ακόμα δεν τόσο εμφανή αυτά τα στοιχεία όσο (στον καλύτερο τους δίσκο) …And Out Come The Wolves και μετέπειτα. Είναι σχεδόν μελωδικό πανκ μόνο :grin:

2 Likes

Ήρθε η ώρα να μιλήσω για εντελώς underrepresented είδος στο φόρουμ (και καταλαβαίνω εν πολλοίς το γιατί). Δεν ξέρω αν ενδιαφέρει κανέναν, πόσω μάλλον να ψηθεί κάποιος να ακούσει hard rock/aor (με έμφαση στο πρώτο), αλλά επειδή το ακούω πολύ αυτόν τον καιρό και το συζητούσα με φίλο σήμερα, ας πω δυο λόγια για αυτόν τον φανταστικό δίσκο.

Να πω για αρχή πως καταλαβαίνω όλη την κριτική για το συγκεκριμένο ιδίωμα και γιατί κάποιος να μην το γουστάρει. Ναι, είναι εμπορική μουσική, ή έστω προσπαθεί και ναι, υπάρχει σε σχεδόν απόλυτο βαθμό μια φόρμα και μανιέρα. Αν εξαιρέσουμε λίγα πράγματα εκεί στα late 70s που μπλέκονται και διάφορες επιρροές, ως επί το πλείστο το hard rock/aor είναι μια απολύτως safe μουσική. Για αυτό και σέβομαι απεριόριστα και χαίρομαι πολύ όταν ένα συγκρότημα μέσα στα ορισμένα πλαίσια αυτού του ήχου καταφέρνει και βγάζει προσωπικότητα και προσφέρει το κάτι παραπάνω. Αυτό κάνουν οι Shy. Ξέρουν πάρα πολύ καλά τι θέλουν να παίξουν, δημιουργούν μια ολότελα δική τους ατμόσφαιρα, έχουν εξαιρετικούς μουσικούς και πλήρεις, γεμάτες, πλούσιες συνθέσεις που ανταμείβουν τον ακροατή. Ακόμα και στις μπαλάντες δεν ακούς μια μπάντα που απλά θέλει να ακουστεί στο ραδιόφωνο, ακούς μια μπάντα που έχει καύλα και όρεξη και ταλέντο και περνάει αυτό στην μουσική τους. Θα ακούσεις κιθαριστικά παιχνιδίσματα, τα πλήκτρα δεν είναι απλά παρόντα αλλά έχουν κυριαρχικό ρόλο, το μπάσο είναι ολοκάθαρο, υπάρχει σχεδόν πλουραλισμός θα λέγαμε στον ήχο. Και όλα αυτά υποστηρίζονται και υπογραμμίζονται με την απίστευτη φωνή του Tony Mills (εδώ στα καλύτερά του), ο οποίος κεντάει σε κάθε στίχο που τραγουδά. Το πακέτο δένει με μια άψογη παραγωγή, όλα ακούγονται πεντακάθαρα και το κάθε τραγούδι είναι ζωντανό.

Πάμε λίγο παρακάτω, πρέπει να μιλήσω λίγο και για τις ίδιες τις συνθέσεις. Η μόνη καθαρή μπαλάντα εδώ πέρα είναι το Reflections και πρέπει να αρχίσω να μιλάω από εκεί γιατί είναι πεμτπουσιακό τραγούδι του τι εστί Shy. Τα πλήκτρα χτίζουν υπέροχα το κομμάτι με σχεδόν προγκ λογική και σιγά σιγά, σαν να χτίζεται η μια στρώση πάνω από την άλλη, μπαίνουν στο παιχνίδι η ρυθμική κιθάρα, τα τύμπανα, το μπάσο. Η κιθάρα κάνει τα παιχνιδάκια της (η μελωδιούλα στο “I never meant to hurt you, girl” είναι το κερασάκι στην τούρτα, τόσο απλή πινελιά αλλά δίνει φοβερό χρώμα στο κομμάτι) και κάπου εκεί που ο Mills κερνάει πόνο, σκάει το σόλο. Το σόλο. Την πρώτη φορά που το άκουσα πάγωσα. Ότι πιο Gary Moore έχω ακούσει χωρίς τον Gary Moore. Κάθε νότα και τελειότητα. Από εκεί και πέρα ο δίσκος είναι σαφώς πιο hard rock. Από το My Apollo με τις φανταστικές φωνητικές γραμμές και τα πλήκτρα να παίζουν σε ένα εντελώς δικό τους επίπεδο στο background, στο Keep The Fires Burning με τα δεύτερα φωνητικά να δίνουν ρεσιτάλ και ένα ρεφρέν που θα ζήλευε οποιαδήποτε φτασμένη μπάντα του είδους. Να πω για το Hunter? Που είναι ο οδηγός του πως φτιάχνεις πιασάρικο hard rock με RIFFS δημιουργώντας ατμόσφαιρα; Ο Mills που ωρύεται “The hunter becomes the hunted?”. Σολάρα που θα ζήλευε ο κάθε τριτοτέταρτος τρουμέταλος που κράζει “το γκλαμ”? Η υπέροχη, ήρεμη γκρούβα του Caught in the Act με τις τσαχπινιές της ακουστικής (κλασικής?) κιθάρας;

Δεν είμαι καλός, καθόλου καλός να περιγράφω μουσικές που μου αρέσουν γιατί αισθάνομαι πως επαναλαμβάνομαι και, κυρίως, πως δεν μπορώ να βρω επαρκώς τα λόγια για να εκφράσω τι νιώθω. Αλλά ακούστε τον δίσκο αν σας ενδιαφέρει έστω και λίγο το hard rock της εποχής και θέλετε να ακούσετε κάτι με προσωπικότητα, πλούσια μουσική και μια φωνάρα on the top of his game. Απλά στην κορυφή και νομίζω μπάντα/δίσκος που μπορεί να ψαρώσει και κάποιον περαστικό.

This world’s caught up in the madness
Is there no end to the sadness
NO ESCAPE, NO ESCAPE!
Another night, another life
Break the rules and pay the price
But it’s too late…

9 Likes

Αυτός που ακούει hard Rock δεν τίθεται θέμα.
Το ακούει όχι τώρα χθες!!
Πάρα πολύ καλοί και μεγαλη φωναρα ο ανθρωπος

1 Like

φοβεροί οι Shy

1 Like