..Με λίγα λόγια

Ναι αν και μάλλον το κάνει επίτηδες γενικά, το ρεφρεν μια χαρά πάντως.

Πολύ ωραία και η εκτέλεση των Cranberries

2 Likes

Δεν ξέρω αν είμαι από τους λίγους που οι διασκευές των Hole ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ μου αρέσουν.

Δεύτερο που είχες ακούσει :grinning:;

1 Like

Αχαχαχα, όχι.

1 Like

Εμενα μου αρεσει και η δικια τους μουσικη (!)
Εστω αυτα τα 2-3 αλμπουμ που εβγαλαν στα 90ς, δεν εχω ακουσει τιποτα εκτοτε.

THE KINKS…ARE THE VILLAGE GREEN PRESERVATION SOCIETY (1968)
TheKinksVillageGreenPreservationSociety

Το Village Green ατύχησε να κυκλοφορήσει την ίδια ημέρα που κυκλοφόρησε το ομώνυμο διπλό άλμπουμ των Beatles, κοινώς γνωστό και ως White Album. Όχι ότι θα άλλαζε και πολλά αν κυκλοφορούσε κάποια άλλη ημέρα, πάλι θα είχε την ίδια τύχη. Είμαστε τέλη της δεκαετίας του 60 και τα περισσότερα συγκροτήματα είναι λες και διαγωνίζονται για το ποιο θα είναι γίνει πιο επικίνδυνο, ποιο θα παίξει πιο ροκ. Ακόμη και τα Σκαθάρια ανεβάζουν σημαντικά τους τόνους με κομμάτια όπως το Helter Skelter. Διαμετρικά αντίθετοι οι Kinks κυκλοφορούν ίσως την πιο μειλίχια και μελωδική δουλειά τους, γεμάτη νοσταλγία για μια εποχή που χάθηκε για πάντα. Το κοινό τους αγνοεί…

Τα παρακάτω δεν έχουν να κάνουν τόσο με την ιστορία του Village Green, κάτι που με μία σύνδεση στο internet και δέκα λεπτά ελεύθερο χρόνο καλύπτεσαι επαρκώς. Είναι μια πρόχειρη καταγραφή συναισθημάτων και σκέψεων που μου δημιουργεί η ακρόαση του σημαντικού αυτού άλμπουμ.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια οι Κinks σαν όνομα δεν μου λέγαν σχεδόν τίποτα. Ακόμη και τo πασίγνωστo hit τους Υou Really Got Me το συνέδεα περισσότερο με το θρυλικό ντεμπούτο των Van Halen παρά με κάποια προϊστορική μπάντα από την Μεγάλη Βρετανία. Γιατί τα '60 για τους περισσότερους της γενιάς μου ήταν όντως προϊστορία. Και ναι, η δισκογραφία των Kinks επεκτείνεται μέχρι και τα '90s, αλλά είναι εκείνη η πρώτη τους δεκαετία που κυρίως μνημονεύεται, απολύτως δικαιολογημένα θα έλεγα. Και ναι, το περιοδικό Uncut, που διάβαζα ανελλιπώς κάποια περίοδο, όλο και θα είχε κάποιο άρθρο για την μπάντα, συνήθως όμως το προσπερνούσα. Επομένως ήταν τεράστιο σοκ για εμένα όταν από κάποιο “kinky” αν θέλετε παιχνίδι της μοίρας έπεσε στα χέρια μου ο συγκεκριμένος δίσκος. Και ο λόγος απλός- τον είχα ήδη ακούσει και δεν το ήξερα!

Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά η μουσική, οι ιδέες, οι στίχοι και το όλο concept του Village Green είχαν καταναλωθεί, χωνευτεί και γίνει λίπασμα από χίλιες μύριες μπάντες και καλλιτέχνες που ήδη άκουγα. Και όχι μόνο από τους Βlur που το Modern Life is Rubbish φωνάζει Ray Davies από χιλιόμετρο, ολόκληρη η brit pop των 90s πατάει πάνω στο Village Green. Ο Noel Galagher των Oasis το τοποθετεί ισότιμο δίπλα στο Sgt Pepper. Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού σχεδόν όλη η indie σκηνή είναι επηρεασμένη. Τι να πω, αν οι Pavement, οι Flaming Lips ή ο Beck δεν έχουν “δανειστεί” από το Village Green, μάλλον χρειάζομαι επειγόντως επίσκεψη σε ΩΡΛ! Πιο χοντροκομμένοι οι Green Day, που στο Warning ξεπατικώνουν χωρίς τύψεις το βασικό ριφ του Picture Book.

Και τώρα θα μου πείτε, αν όντως άξιζε ο δίσκος θα είχε κάνει επιτυχία και θα τον είχαμε ακούσει. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει κάποιο hit single που να ξεχωρίζει. H δύναμη του βρίσκεται στο σύνολο. Το Waiting For the Sun των Doors που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά έχει το Hello, I Love You, αλλά ο δίσκος δεν κάνει ούτε σουβέρ (sorry-not sorry φίλοι των Doors, κι εγώ μέσα σε αυτούς)! Είναι λοιπόν αυτός ο υπέροχος κύκλος τραγουδιών του Village Green, με κοινό ίσως σημείο την ζωή σε μια ήσυχη μικρή πόλη και τις απλές καθημερινές μικρές απολαύσεις που δίνουν νόημα στην ζωή. Απολαύσεις που ο σύγχρονος τρόπος ζωής σιγά σιγά τις εξαφανίζει (Modern Life is Rubbish!). Σαν να λέμε country music made in England ένα πράμα.

O πιο πετυχημένος αποτυχημένος δίσκος όλων των εποχών, όπως τον χαρακτήρισε ο δημιουργός του, κυκλοφόρησε πριν από 56χρόνια, σήμερα ακούγεται τελείως σύγχρονος και σας περιμένει να τον ανακαλύψετε.

13 Likes

Ωραία τα λες, πολύ ωραία, χωρίς να έχω άποψη για brit pop κτλ.

Ισχύει, όσο ανέβαζαν την ποιότητα αυτοί, έπεφταν εμπορικά. Μέχρι το Lola δλδ. Δεν κατάλαβα αν έχεις ακούσει τα τριγύρω πια αλλά αν όχι, τρέχα.

Το πίστευα κι εγώ παλιά αλλά έχω αλλάξει άρδην άποψη.

1 Like

Tι να σου πω, για εμένα που για το '67 οι Doors θα πιάσουν δύο θέσεις πεντάδα, είναι απογοητευτικό άλμπουμ. Με την ευκαιρία ίσως το ξανακούσω μπας και μου πει κάτι.

1 Like

Εγώ προτιμώ τα δύο “τελευταία” και μετά τα δύο πρώτα, και τα 4 δισκάρες. Τα δύο στη μέση τα θεωρούσα μέτρια, επιμένω για το Soft Parade πως δεν ακούγεται, το Waiting όμως μου μίλησε σιγά σιγά διαφορετικά.

Για να έρθω πάντως πάλι στους Kinks, χθες έλεγα σε φίλο πως απλά στεναχωριέμαι που δεν τους άκουσα πιο μικρός και δύσκολα να “κλέψουν” σήμερα θέσεις από τις μεγάλες μου αγάπες. Και είναι και '67-'69 άπειρα τα αριστουργήματα.

1 Like

Πάμε και ένα από τα… παραλειπόμενα της ανασκόπησης του 1969 που δεν μνημονεύτηκε όσο θα του άξιζε μέσα στον κυκεώνα των αριστουργημάτων εκείνης της χρονιάς:

Το Valentyne Suite, δεύτερο album των Colosseum, έμελλε να είναι η κορύφωση της σύντομης πορείας του βρετανικού αυτού σχήματος που συνδύαζε το progressive με το jazz rock και τα blues, και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του πρώιμου prog rock.
Οι σημειώσεις που συνοδεύουν το LP, δια χειρός John Hiseman, και γράφτηκαν παρεμπιπτόντως την στιγμή που ο Neil Armstrong έκανε “ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα”, αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες σαν “οδικός χάρτης” της ακρόασης, αναφορικά με το ποιος έγραψε τι κλπ.

Το The Kettle που εκκινεί τον δίσκο είναι ιδανικό για αυτό το σκοπό μιας και διαθέτει ένα εθιστικό, heavy κιθαριστικό riff και υψίσυχνα φωνητικό από τον James “Butty” Litherland σε ένα εμποτισμένο με R’n’B, rock αποτέλεσμα. Η συνέχεια έχει το Elegy όπου το σαξόφωνο του Dick Heckstall – Smith αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο (άλλωστε αυτό ήταν που, μαζί με το drumming του Hiseman, προσέδιδε το jazz συστατικό στο “μείγμα”), ενώ υπάρχει και η συνοδεία από μια μικρή ορχήστρα εγχόρδων. Το Butty’s Blues είναι ένα ήρεμο blues κομμάτι, ενώ το The Machine Demands a Sacrifice που ξεκινάει επίσης σε R’n’B ύφος, καταλήγει σε ένα τζαμαριστικό, πειραματικό, σχεδόν krautrock “χαοτικό” κλείσιμο!

Η δεύτερη πλευρά του βινυλίου όμως είναι που μας επιφυλάσσει το απόλυτο highlight! Καταλαμβάνεται εξ ολοκλήρου από το ομώνυμο του δίσκου, ένα από αυτά τα επικής διάρκειας και δομής έργα που σηματοδότησαν την οριστική ρήξη με τα ειωθότα των sixties. Η συγκεκριμένη σουίτα χωρίζεται σε τρία μέρη, τα January’s Search, February’s Valentyne και The Grass is Always Greener - το Beware the Ides of March επίσης προοριζόταν να είναι μέρος της, αλλά τελικά συμπεριελήφθη στο πρώτο τους LP. Πρόκειται, σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενα του Hiseman, για ιδέες που προϋπήρχαν πριν συνταιριαστούν σε ένα ενιαίο, μεγάλο σύνολο. Κεντρικό ρόλο εδώ, από κάθε άποψη, διαδραματίζει το solo του Greenslade στο όργανο, πάνω και γύρω από το οποίο μοιάζει δομημένη όλη η σύνθεση. Πάντως, το ότι ο Dave πράγματι εκπλήσσει και καταπλήσσει, ειδικά στα δύο πρώτα μέρη, δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει από τις υπέροχες, όχι μόνο από τεχνικής άποψης, ερμηνείες των υπολοίπων, τους “διαλόγους” μεταξύ των οργάνων, το πώς η μουσική κινείται μεταξύ διαφόρων διαθέσεων, ρυθμών και ευφορικών κορυφώσεων. Ένα αυθεντικό αριστούργημα, από αυτά που σημαδεύουν ανεξίτηλα καριέρες.

Το δυστύχημα είναι ότι μετά από ένα τέτοιο δίσκο, οι Colosseum (ο Hiseman δηλαδή) αντικατέστησαν τον, κατά βάση επηρεασμένο από τα blues, Litherland με τον Clem Clempson, ενώ παρελθόν αποτέλεσε και ο μπασίστας – συμπαραγωγός Tony Reeves, επίσης λόγω μουσικών διαφορών. Ένα πρόωρο και άδοξο τέλος για ένα σπουδαίο line up.

14 Likes

Μπορεί στα 60s του γνωστού παιχνιδιού να μη συμμετείχα καθώς η ενασχόλησή μου περιορίζεται σε 4 δισκογραφίες συν κάτι λίγα διάσπαρτα, ωστόσο για μία από τις δισκογραφίες αυτές αξίζει ίσως μια μικρή αναφορά, μιας κι απ’ ότι είδα δεν εμφανίστηκε και πολύ στις σχετικές λίστες. Οι αναφορές που είχα για το συγκεκριμένο ντουέτο, χρονικά πάνε ως εξής:

1997 → Κάπου σ’ έναν στίχο λέει κάτι σαν “μα τους Σάιμον & Γκαρφάνκελ να λύση περιωπής, θα διδάξουμε στον κόσμοτα τον ήχο της σιωπής!”

1998 → Το “Garage Inc.” κυκλοφορεί και στα liner notes του booklet o Hammett –μεταξύ άλλων- αναφέρει για τον Cliff: “he’d make us listen to CCR, Simon & Garfunkel…”

2000 → Οι NEVERMORE αλλάζουν -με απόλυτη επιτυχία- τα φώτα στο “Sound of Silence” και τα σαλεμένα φωνητικά του Γουορελάκου δένουν απόλυτα με τους συγκεκριμένους στίχους.

Όλο μπροστά μου λοιπόν οι συγκεκριμένοι κύριοι και κάπως έτσι λοιπόν παίρνω την απόφαση για αγορά box-set με την πλήρη στούντιο δισκογραφία και ιδού τα αποτελέσματα.


WEDNESDAY MORNING, 3 A.M. [1964]

SNG-WM3AM

Οι πάλαι ποτέ συμμαθητές, κάποτε ντουέτο ως TOM & JERRY, εμπνευσμένοι από τους EVERLY BROTHERS αλλά και την γενικότερη folk αναταραχή, αποφασίζουν να ηχογραφήσουν τόσο τις δικές τους ιδέες όσο και τις προσεγγίσεις τους στις ιδέες άλλων. Η αλήθεια είναι ότι λόγων των αρκετών διασκευών, το “Wednesday…” χάνει κάπως σε συνοχή, όμως στα δικά τους κομμάτια ήδη αποτυπώνεται ο συνδυασμός χαρμολύπης και μελαγχολίας (ενίοτε -όχι πάντα- γλυκιάς) που θα χαρακτηρίσει την υπόλοιπη -σύντομη- καριέρα τους. Πέρα από το πασίγνωστο βέβαια “Sounds Of Silence” που είναι ένας μαγευτικός ξεναγός σε μια αστική νυχτερινή βόλτα, έχουμε την υπέροχη καταγραφή της ματαιότητας μιας περιθωριακής συνοικίας (“Bleeker Street” με φανταστικές φωνητικές αρμονίες και στιχουργία που αγγίζει τα όρια της τελειότητας – “thirty dollars pays your rent”) και εξαιρετική αλληγορία της μη-αποδοχής του διαφορετικού (του «αδύναμου» διαφορετικού) στο “Sparrow”. Από τις διασκευές, αυτή στον DYLAN, οκ, είναι μια legit επανεκτέλεση, αλλά στο “Sun is Burning” των IAN CAMPBELL FOLK GROUP μοιάζει να υπάρχει σεβαστό μέρος της μαγιάς των μελλοντικών S&G.

ΥΓ. Διαβάζοντας τους στίχους του τελευταίου, μια αφαιρετική σύνδεση με τη σκηνή του ονείρου της πυρηνικής έκρηξης από το Terminator 2 εγώ την κάνω πάντως…


SOUNDS OF SILENCE [1966]

SNG-SOS

Η μικρή απήχηση του ντεμπούτου έχει οδηγήσει σε διάλυση του ντουέτου, ο Paul Simon είναι στην Αγγλία και ο -τεράστιος, να τα λέμε όλα- Tom Wilson χωρίς να ρωτήσει κανέναν, dub-άρει κιθάρα, μπάσο & τύμπανα πάνω από το original “Sound of Silence” και το επανακυκλοφορεί ως single προκαλώντας τεράστιο χαμό -ο ηλεκτρισμός άλλωστε έχει μπει εμφατικά πλέον στο μουσικό γίγνεσθαι. Μπορεί, καλλιτεχνικά μιλώντας, η συγκεκριμένη κίνηση να είναι αντιαθλητικό φάουλ (κι αν με ρωτάτε δεν βρίσκω το dubbing απόλυτα πετυχημένο, αν και σε κάποια σημεία όντως λειτουργεί ανεβάζοντας την ένταση), από τη στιγμή όμως που υπήρξε καταλύτη για την επανένωση των δύο φίλων, χαλάλι του.

Το δεύτερο full-length λοιπόν είναι γεγονός, ευρισκόμενο ένα βήμα πριν το peak τους, καθότι πολλά από τα κομμάτια είναι κατά βάση solo Simon συνθέσεις (που ΟΚ, αυτός ήταν πάντοτε ο συνθέτης, αλλά διαφορετικό το να γράφει τα κομμάτια με την οπτική του ντουέτου). Πέρα από το ομώνυμο λοιπόν, εδώ θα ξεχωρίσω τη μουσική διαφοροποίηση του “Blessed” συνδυασμένη με την εύστοχη ειρωνεία προς τη χριστιανική διδαχή (“blessed are the meek…”), την μελαγχολική καταγραφή ενός short-fused έρωτα, πιθανότατα ανολοκλήρωτου από την μία πλευρά (“April, Come She Will” αλλά και “Leaves that Are Green” που μοιάζει να είναι η σκιά του) και την αποτύπωση της “ηθελημένης” μοναξιάς τόσο από την πλευρά των απέξω (“A Most Peculiar Man”) όσο κι απ’ του υποκειμένου (“I Am a Rock”).


PARSLEY, SAGE, ROSEMARY AND THYME [1966]

SNG-PSRT

Μάλιστα, εδώ είμαστε! Εννιά μήνες μόλις μετά την προηγούμενη κυκλοφορία, μιας και η μουσική βιομηχανία δεν αστειεύεται εκείνες τις εποχές, είναι πλέον η ώρα για το ντουέτο να λάμψει καλλιτεχνικά. Παρότι ο Simon ακόμα χρησιμοποιεί υλικό από τις μέρες του στην Αγγλία, είναι φανερό ότι στο “Parsley…” αγγίζουν το απόλυτο της ιδιαιτερότητας του ήχου τους και πώς να γίνει αλλιώς όταν ξεκινάνε με αυτόν τον μαγικό 2-in-1 συγκερασμό των “Scarborough Fair” και “Canticle” αλλά και το “Patterns”, ένα από τα πιο ξεχωριστά κομμάτια της δισκογραφίας του με την σχεδόν off-beat προσέγγιση και τα “tribal” κρουστά.

Κι από κει και πέρα μια σειρά από -άλλοτε up-tempo (“Big Bright Green…” / ”59th Bridge Street Song”) και άλλοτε μελαγχολικά (“Cloudy” / ”For Emily…”)- κομμάτια για τα highs and lows της καθημερινότητας και της στάσης μας απέναντι σε αυτήν. Προσωπικά θα ξεχωρίσω το “Flowers Never Bend With the Rainfall” που φαινομενικά μοιάζει να πατάει στην αισιόδοξη πλευρά τους, αλλά υποκρύπτει και μια πικρή ειρωνεία ανάμεσα στις λέξεις και το “Dangling Conversation” που μπορεί να μιλάει για μια σχέση που έχει υποστεί την φθορά του χρόνου, όμως εγώ σε μια διαφορετική ερμηνεία (και αποκλείοντας ορισμένους από τους πιο «εξόφθαλμους» στίχους) μπορώ να το δω και ως ένα ζευγάρι που έχει κατακτήσει την οικειότητα της σιωπής (διότι δεν είναι απαραίτητο όλη την ώρα να «πούμε/κάνουμε κάτι μαζί για να αποδείξουμε τη δύναμη της αγάπης μας»).


BOOKENDS [1968]

SNG-BKN

Με έναν ολόκληρο χρόνο κενό από κυκλοφορία νέας μουσικής (σχετικά σπάνιο για τότε), το ντουέτο πλέον είναι στο δρόμο για την οριστική καθιέρωση. Αυτή θα έρθει με το -iconic για την ποπ κουλτούρα- “Mrs. Robinson”, η σύντομη εκδοχή του οποίου θα κυκλοφορήσει στο γνωστό OST τον Ιανουάριο για να έρθει λίγο μετά η ολοκληρωμένη εκδοχή στο single και βέβαια στο full-length. Το οποίο ξεκινάει με μια υπέροχα νοσταλγική μελωδία (αστερίσκος εδώ) που δίνει τη θέση της στην ανατριχιαστικά ακριβή καταγραφή της νεανικής απόγνωσης και των συντηρητικών αντανακλαστικών της κοινωνίας που συμβαίνει στο “Save the Life of my Child”. To cross-fade με το “America” δίνει έναν τόνο αισιοδοξίας στο ξεκίνημά μέχρι η αναζήτηση της ταυτότητας, του ονείρου κι εν τέλει της ευτυχίας να καταλήξει (για μια ακόμα φορά) στο πηγάδι της ματαιότητας.

Γενικά το feeling του δίσκου μοιάζει αναδύει μια αντίθεση μεταξύ νιότης/coming-of-age (βλ. προαναφερθέντα κομμάτια) και αναμνήσεων όπως στα “Old Friends” και “Bookends Theme (Reprise)”, με το δεύτερο να έχει τον αστερίσκο που προανέφερα - αυτός είναι ότι μου μοιάζει λίγο κρίμα να είναι τόσο σύντομο, νιώθω ότι εδώ υπάρχει η υποδομή για ένα δυνητικά πολύ μεγάλο κομμάτι. Για το “Mrs. Robinson” (αιώνιο hit σε φοιτητικά πάρτι) δε θα πω κάτι πέραν της απίστευτα εύστοχης χρήσης του DiMaggio στο στιχουργικό concept, για το “Hazy Shade of Winter” όμως θα πω ότι παίζει να είναι και το αγαπημένο μου κομμάτι τους ever καθώς μέσα στη γενικότερη απαισιοδοξία του κρύβει κι ένα don’t give up motto.


BRIDGE OVER TROUBLED WATER [1970]

SNG-BOTW

Το magnum opus των δύο φίλων (που όμως η φθορά του χρόνου -ο οποίος είναι σχετικός, έτσι;- δείχνει να τους έχει οδηγήσει σε ένα dangling conversation) είναι εδώ. Το ψήφισα και για το 1970 κι εκτιμώ απεριόριστά ότι εδώ πλέον ανεβάζουν το καλλιτεχνικό βεληνεκές τους, θα πρέπει να πω όμως ότι αυτό το πιο «φορτωμένο» ύφος (βλ. ομώνυμο, “El Condor Pasa”) δε με τραβάει όσο η πιο άμεση πλευράς τους.

Ευτυχώς κι εδώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που η αμεσότητα αυτή χτυπάει κορυφή με απόλυτο παράδειγμα προφανώς την μίνι ελεγεία του “The Boxer”, αλλά και προσωπικό αγαπημένο τον γλυκόπικρο αποχαιρετισμό που απευθύνει ο Paul στον φίλο του με το “Only Living Boy in New York” μέσα στο οποίο αποτυπώνει και την καθολική ίσως διαπίστωση του “half of the time we’re gone, but we don’t know where…”. Και κάπως έτσι μια εν τέλει short-fused (δισκογραφικά μιλάμε για 7 χρόνια μόνο) συνεργασία που έπιασε καλλιτεχνικά -όπως και άλλες- σε δυσθεώρητα peaks, φτάνει στο τέλος της ίσως (αρκετά) νωρίτερα απ’ ότι θα φανταζόμασταν, αλλά είπαμε, ο χρόνος είναι πάντα σχετικός…

23 Likes

Dream Theater - Octavarium (2005)

Σιγουρα δεν ειμαι ο μονος σε αυτο το φορουμ (και γενικοτερα) που νιωθει πως η φλογα για την μουσικη των Dream Theater εχει αρχισει να ζεσταινει την καρδουλα μου ξανα, με την ελπιδα πως σε λιγους μηνες θα την τσουρουφλιζει. Με αφορμη την προσφατη επιστροφη του Mike Portnoy στην μπαντα, τις επερχομενες εξαναγκαστικα επετειακες συναυλιες της μπαντας σε ολον τον κοσμο (δηλαδη Ευρωπη, Αμερικη αντε και κανα 2-3 χωρες σε Ασια και Ωκεανια), και τον 16ο δισκο της μπαντας που θα κυκλοφορησει καποια στιγμη μεχρι τον Οκτωβριο το αργοτερο, ειπα να γραψω λιγα λογια για καποιες απο τις δισκογραφικες δουλειες των Dream Theater, ξεκινωντας με ενα απο τα αγαπημενα μου.

Οι Dream Theater εχουν κυκλοφορησει 15 δισκους, και αρα τo Octavarium ως 8ο, τοποθετειται ακριβως στην μεση της δισκογραφιας τους. Ειναι ο 4ος δισκος με τον Jordan Rudess στα πληκτρα, ο οποιος με αυτον τον δισκο ξεπερασε τον Kevin Moore σε κυκλοφοριες με τους Dream Theater, και δεν κοιταξε ποτε πισω.

Στο Octavarium οι Petrucci και Portnoy, που αποτελουσαν παντοτε τους κυριους υπευθυνους για την συλληψη ολων των ιδεων της μπαντας, μουσικων και μη, αποφασισαν να ασχοληθουν θεματικα με τον αριθμο 8, και τον σημαντικο ρολο που εχει στην μουσικη. Το αποτελεσμα ηταν ενας δισκος με 8 τραγουδια, που εχει στο εξωφυλλο 8 μεταλλικες σφαιρες, εναν λαβυρινθο στο βιβλιαρακι σε οκταγωνικο σχημα, χταποδια, αραχνες, και ουτω καθ’εξης. Η αριθμολαγνεια σε αυτον τον δισκο λειτουργει θετικα για το συνολικο αποτελεσμα, αφου εδωσε την αισθηση πως η μπαντα γενικα ψαχνεται ακομα, θελει να δημιουργησει κατι διαφορετικο, και εχει ορεξη να ασχοληθει με την βαρυτητα μιας νεας κυκλοφοριας. Αυτος ο δισκος παντοτε μου εδινε την εντυπωση πως ηταν ο τελευταιος δισκος της μπαντας πριν αυτη πεσει σε καποια μορφη τελματος δημιουργικα, κατι που αποδειχθηκε απο την χλιαρη αποδοχη που ειχαν οι δυο επομενοι δισκοι (προσωπικα τους λατρευω) και εν τελει απο τον εκνευρισμο και την φυγη του Portnoy λιγα χρονια αργοτερα.

Ας παμε ομως στο ζουμι. Πολλοι μπορει να διαφωνουν με αυτο, αλλα για μενα το Octavarium ειναι ο καλυτερος δισκος των Dream Theater απο οσους δεν κυκλοφορησαν στα 90ς. Η εμφαση σε πιο απλες δομες και πιο φυσιολογικες διαρκειες τραγουδιων εχει λειτουργησει καθε φορα που το δοκιμασαν υπερ τους, και οταν το songwriting ειναι σε τοσο υψηλο επιπεδο τοτε το αποτελεσμα μονο θετικο μπορει να ειναι.

2bP4pJr4wVimqCWjYimXJe2cnCgnJeC5bjYR66NqMsL

Ο δισκος ξεκιναει με το The Root Of All Evil , που αποτελει το τριτο και μεσαιο (αλλα οχι μακρυτερο, ισα ισα που ειναι το κοντυτερο) μερος του Twelve Step Suite, δηλαδη του πιο προσωπικου και ισως μεγαλυτερου project που εχει αναλαβει ποτε ο Portnoy, και διηρκεσε σχεδον μια δεκαετια, ξεκινωντας απο το Glass Prison στο Six Degrees Of Inner Turbulence. Οπως και στους δυο προηγουμενους δισκους, ο δισκος ξεκιναει με την ιδια νοτα με την οποια εκλεισε ο προηγουμενος, με το Octavarium να κλεινει αυτον τον κυκλο. Το The Root Of All Evil το λατρευω, καθως βρισκω στον ρυθμο του, στην συνδεση του με το This Dying Soul, στις μελωδιες, στο σολο του, και κυριως στο ρεφρεν του, την πεμπτουσια των Dream Theater. Δηλαδη ενα πολυπλοκο μιγμα απο τεχνικα αρτια και πολυπλοκη μουσικη, πιασαρικα σημεια, ζεστο ηχο και πανεξυπνες αλλαγες. Η εισαγωγη δημιουργει τελεια ατμοσφαιρα, το βασικο ριφφ χτιζεται σιγα σιγα, και τα τυμπανα του Portnoy ειναι η πιο ιδανικη ιαχη για τον πολεμο που θα ακολουθησει. Ολοι μας ζουμε για αυτες τις επιθυμιες και λαχταρες που μας καινε μεσα μας, και δεν υπαρχει καλυτερος τροπος να εκφρασει κανεις αυτην την λαχταρα απο οτι στο ρεφρεν του εναρκτηριου κομματιου.

Σε μια αρκετα ενδιαφερουσα επιλογη που προκαλει εκπληξη, οι Dream Theater χωνουν το κλασικο “πιανο και φωνη με ολιγον τι απο τα υπολοιπα” τραγουδι τους στην θεση νουμερο 2 για τον δισκο, με τον τιτλο The Answer Lies Within. Γνωριζοντας οτι υπαρχουν αρκετοι που εχουν αλλεργια σε αυτες τις στιγμες των DT, δε μπορω παρα να απορησω καθως για μενα αυτες οι στιγμες ειναι συνηθως μερικες απο τις καλυτερες τους. Εδω βρισκουμε και την πρωτη φορα που η μπαντα συνεργαζεται με συμφωνικη ορχηστρα, με μαεστρο τον Jamshied Sharifi, ο οποιος φοιτησε στο Berklee College Of Music την ιδια περιοδο με τους John Muyng, John Petrucci, Kevin Moore και Mike Portnoy. Περισσοτερα για αυτο προς το τελος… προς το παρον, :notes: Don’t Let a Dagobahhh :notes:

Περναμε στο These Walls. Δεν εχω πολλα λογια για αυτο το τραγουδι. Σε εναν ιδανικο κοσμο, το These Walls παιζει στο MTV τρακοσες φορες την ημερα, ολα τα 14χρονα κοριτσακια τραγουδανε απεξω καθε στιχο αυτου του τραγουδιου αντι να πωρωνονται με Taylor Swift, οι Dream Theater εχουν παρει Grammy απο το 2005, και το ρεφρεν χρησιμοποιειται σε καθε τρεηλερ για μπλοκμπαστερ του Χολιγουντ στην σκηνη που ο ηρωας φαινομενικα αυτοθυσιαζεται για την σωτηρια του ανθρωπινου γενους. Υπαρχει καλυτερος ηχος κιθαρας απο οτι στο ριφφ του These Walls? Οχι βεβαια, ρητορικο ηταν το ερωτημα. Μεχρι και τα πληκτρα του Jordan ειναι τελεια σε αυτο το τραγουδι. Και τι φανταστικο outro ειναι αυτο γαμω τον γαλαξια μου.

Ακολουθει ο χτυπος της καρδιας που αποτελει την ψευτικη νοτα A♯/B♭ στην οκταβα, και περναμε στην διασκευη στους U2, ακομα μια περιεργη επιλογη για τοσο περιοπτη θεση σε δισκο, ποσο μαλλον μιας και δεν ειναι στο τελος οπως ειθισται. Α οχι ωπα σορρυ, μπερδευτηκα, βλεπω στα booklet notes οτι το τραγουδι το εχει γραψει ο Petrucci. Περιεργο, θα ορκιζομουν οτι εχω ακουσει αυτο το τραγουδι σε δισκο των U2 γυρω στις 20 φορες. Λοιπον, περα απο την πλακα, οποιος κραζει το ποσο εμπορικο και πιασαρικο ειναι το I Walk Beside You μπορει καλλιστα να πατησει ενα skip και να αφησει εμας τους υπολοιπους να το τραγουδησουμε απεξω κι ανακατωτα, γνωριζοντας καθε στιχο και καθε νοτα. Πανεμορφο, θαλπωρενιο, νοσταλγικο και αισιοδοξο τραγουδι, που θυμιζει ξεκαθαρα στο υφος τα b-sides της δισκαρας Falling Into Infinity, και συγκεκριμενα τα Where Are You Now? και The Way It Used To Be. Σε εναν ιδανικο κοσμο, θα ειχαμε κανει την εισοδο στο παρτι του γαμου με την νυφη με αυτο το τραγουδι περυσι, αλλα τι να γινει, δεν μπορουμε να τα εχουμε ολα.

Καπου εδω περναμε στα πολυ σοβαρα. Για το Panic Attack αρκει να γραψω μονο ενα πραγμα. Ειναι το τραγουδι των Dream Theater με τον δευτερο (!!) υψηλοτερο αριθμο ακροασεων στο Spotify, με πανω απο 39 εκατομμυρια αυτην την στιγμη, πισω μονο απο το Pull Me Under φυσικα. Ενας λογος για αυτο ειναι σιγουρα πως το τραγουδι συμπεριλαμβανεται στο Rock Band 2. Ο πιο βασικος λογος ομως ειναι πως το τραγουδι ειναι 436 δευτερολεπτα ασταματητης και ατελειωτης καυλας. Ριφφαρες, σολαρες, ρεφρεναρες, εναλλαγαρες και ολα τα αλλα σε -αρες.

Πως ακολουθεις εναν 7λεπτο οργασμο μετα απο τοσο πωρωτικη τελειοτητα? Καταρχας, μαζευεις τα σαγονια σου απο το πατωμα, μετα πας και πινεις ενα ποτηρι νερο, κι οσο το κανεις αυτο, οι Dream Theater σου δινουν ευκαιρια για διαλειμμα με τα περιπου 57 δευτερολεπτα της ψευτικης νοτας C♯/D♭ στην οκταβα, στα οποια παιρνουμε μια ατμοσφαιρικη εισαγωγη με synths απο τον Jordan, που μας οδηγει στο επομενο τραγουδι. Κι αφου λοιπον παρεις την ανασα που χρειαζεται, ακολουθουν ΑΚΟΜΑ 7 ΛΕΠΤΑ ΟΡΓΑΣΜΟΥ με το Never Enough, το οποιο ειναι ισως το αγαπημενο μου τραγουδι στον δισκο. Ενα απο τα παρα πολλα καλα που εχουν δωσει οι Muse στην παγκοσμια μουσικη, ειναι οτι επηρεασαν μεχρι και μπαντες πολυ παλαιοτερες απο αυτους. Το Never Enough ειναι η απαντηση στην ερωτηση “τι τραγουδι θα εγραφε ο Matthew Bellamy αν τον επαιρνες στους Dream Theater?” . Μια τοσο φοβερη ερωτηση εχει φυσικα και φοβερη απαντηση. Περαν του λυρισμου που εχουν χωσει ο Petrucci και ο Rudess κυριως στο τραγουδι και στα διαφορε κουπλε, pre-chorus και ρεφρεν, εχουμε και μια δισολια που τσακιζει ακομα και την ψυχη του Christian Bale στο Equilibrium. Η δισολια απο μονη της βασικα θα αρκουσε για να βαφτισουμε αυτο ως το καλυτερο τραγουδι του δισκου. @nnnkkk κανε μια χαρη στον εαυτο σου και ακου αυτο το τραγουδι, αν δεν το εχεις ακουσει ηδη.

Μετα το διπλο χτυπημα των προηγουμενων δυο τραγουδιων, μια ακομα ψευτικη νοτα (η τελευταια, D♯/E♭) , εκφραζεται με προσευχες και μοιρολογια σε ακαθοριστη γλωσσα, που προιδεαζουν την ομορφια με τιτλο Sacrificed Sons. Η δευτερη συνθεση στην οποια εχει παιξει μεγαλο ρολο η συμφωνικη ορχηστρα του Jamshied Sharifi, ειναι μια που εχει πολυ ιδιαιτερο χαρακτηρα στιχουργικα. Δυο δισκους και 4 χρονια αργοτερα, οι Dream Theater ως Νεουορκεζοι που ειναι αποφασισαν να αποδωσουν φορο τιμης στα περιπου 3000 θυματα της 11ης Σεπτεμβριου 2001 με αυτο το τραγουδι. Οι στιχοι ανηκουν στον Τζιμη τον Λαμπρι, και αν και φαινομενικα δινουν μια απλοικη προσεγγιση στον θρησκευτικο χαρακτηρα της τρομοκρατικης εκεινης επιθεσης, προς το τελος μετατρεπονται σε μια εξυπνη και μασκαρεμενη κριτικη προς την θρησκοληψια και προς τις φιλοσοφικες προεκτασεις μιας τετοιας επιθεσης, οσον αφορα την ανθρωποτητα και τι σημαινουν τετοια γεγονοτα για αυτην. Μουσικα το Sacrificed Sons ειναι απλα υπεροχο, και το πρωτο στον δισκο που μας θυμιζει ποσες εναλλαγες μπορουν να χωσουν οι Dream Theater σε ενα τραγουδι σχεδον 11 λεπτων και να μας κανουν να νιωσουμε πως εχουν περασει μολις 3-4 λεπτα. Τα μελωδικα και ατμοσφαιρικα σημεια κυριως στο πρωτο μισο του τραγουδιου ειναι πανεμορφα, τα βαρια και groovy σημεια ειναι πωρωτικα, και η ορχηστρα προσθετει παρα πολυ στο ηχητικο αποτελεσμα.

Και ολοκληρωνουμε με το ομωνυμο magnum opus του δισκου, το οποιο εχει την διολου ευκαταφρονητη διαρκεια των 24 λεπτων και 00 δευτερολεπτων. Η διαρκεια δεν ειναι τυχαια φυσικα, και παιζει κι αυτη με το θεμα του 8 και των πολλαπλασιων του. Για το Octavarium, οπως αλλωστε και για καθε τεραστιο τραγουδι των Dream Theater, θα μπορουσε να γραφτει ξεχωριστη αναρτηση με μπολικες σελιδες. Θα αρκεστω σε μια πολυ συντομη περιγραφη, αφου για κατι τετοια τραγουδια το καλυτερο που μπορει να κανει κανεις ειναι να αγνοησει ολα οσα γραφω και απλα να βαλει να ακουσει το αναθεματισμενο ασμα κανα 2-3 φορες σερι για να το εκτιμησει πληρως.

Στα πρωτα 8 λεπτα του τραγουδιου (I. Someone Like Him) ο Rudess μας παιρνει τα μυαλα με μια φαντασμαγορικη εισαγωγη α λα Pink Floyd, την οποια εχει ηχογραφησει με την χρηση κιθαρας ποδιάς και συνεχους δαχτυλοπλατφορμας. Ναι, αυτα ειναι ελευθερες μεταφρασεις για αυτο εδω και αυτο εδω αντιστοιχα. Στα επομενα 4 λεπτα εχουμε ενα κλασικο σημειο Dream Theater με μια ρετρο μπασογραμμη απο τον Muyng (II. Medicate - Awakening), ενω στην συνεχεια τα ριφφακια χτιζουν σιγα σιγα προς πιο επιθετικες και βαριες φορμες (ΙΙΙ. Full Circle) μεχρι να οδηγηθουμε σε ενα κλασικο prog κιθαροπληκτροψωλαρισμα © στο οποιο δινουν ολοι οτι εχουν (IV. Intervals), και που ειχε λειψει ελαφρως απο τα πρωτα 7 τραγουδια, αλλα οχι και παρα πολυ.

Καποια απο αυτα τα σημεια τωρα που τα ακουω, θυμιζουν πολυ εντονα αυτα που εγραφαν οι Dream Theater στο Awake και στο Change Of Seasons, κι αυτο με κανει να χαμογελαω. Καπου στα 3 λεπτα πριν το τελος μπαινει ξανα ο Τζιμης ο Λαμπρης στην εικονα και εκτροχιαζεται σιγα σιγα ολο και περισσοτερο μεχρι να φτασει στο σημειο να φωναζει οργισμενος (και με black metal δευτερα φωνητικα ηχογραφημενα σε ξεχωριστο καναλι) “trapped INSIDE, this OCTA VA RIUM” 4 φορες, πριν οδηγηθουμε προς την Λυτρωση (απο το μαρτυριο για καποιους που δεν αντεχουν τους Dream Theater) στα τελευταια λεπτα (V. Razor’s Edge). We move in circles λοιπον, κι ετσι ενας δισκος που στα βαθια του επιπεδα μιλαει για τον κυκλο της ζωης, την ενδοσκοπηση και την επιστροφη σε γνωριμες και αγαπημενες καταστασεις, καταληγει να ειναι το τελος του κυκλου των Dream Theater με την Atlantic Records, το τελος του κυκλου των πρωτοτυπων και καινοτομων δισκων, και η αρχη του τελους για τον Portnoy στην μπαντα, ο οποιος ομως θα κλεισει τελικα τον κυκλο του εχοντας επιστρεψει στην Πηγη πλεον. Το Octavarium κλεινει τελικα με τις τελευταιες του νοτες να αποτελουν επαναληψη της αρχης του δισκου, αφου ειναι ιδιες με τις πρωτες νοτες του The Root Of All Evil.

1111

Συνολικα ο 8ος δισκος των Dream Theater ειναι ενα μικρο αριστουργημα που λατρεψα απο την πρωτη στιγμη, και που εχει “γερασει” ακομα καλυτερα, αφου ειναι αυτος της μπαντας απο τα 2000ς στον οποιον επιστρεφω πολυ πιο συχνα απο οτι οποιοσδηποτε αλλος, με τεραστια διαφορα. Να αναφερω καπου εδω οτι το αποπανω γραφημα δειχνει πως καθε τραγουδι εχει γραφτει σε διαφορετικη νοτα, ενω τα μικρα ιντερλουδια (που στο CD ηταν με αρνητικες διαρκειες πριν το ξεκινημα του επομενου τραγουδιου) συμβολιζουν τα μαυρα πληκτρα στο πιανο, οπως φαινεται ξεκαθαρα. Για κατι τετοια μικρα τσαλιμακια αγαπαμε τους Dream Theater ακομα παραπανω.

Καπου εδω κλεινω κι εγω τον κυκλο για αυτον τον δισκο και θα επιστρεψω με τον επομενο οταν εχω καποιον ειρμο στην σκεψη μου, ισως σε κανα μετρό στον γυρισμο απο την δουλεια… Cheers.

20 Likes

Sepultura “Schizophrenia” (1987)
images

Είπαμε: το παιχνίδι του anhydriis, ακόμη και κατόπιν εορτής, μας βοηθά ν’ αναθεωρούμε τις απόψεις μας για δίσκους που πιθανώς αδικήσαμε. Ένας τέτοιος, για ‘μένα, είναι και το “Schizophrenia” των Sepultura.

Για κάποιον περίεργο λόγο, πάντα έβαζα την αφετηρία του έρωτά μου με τους Βραζιλιάνους στο “Beneath the remains”. Δεν ξέρω τι διάολο έφταιξε και τόσα χρόνια είχα ταυτίσει το “Schizophrenia” με τον πρωτόλειο ήχο του “Morbid visions” που, προσωπικά, ακόμα και τώρα μού φαίνεται εντελώς μα εντελώς αδιάφορος. Ίσως έφταιξε το, ΟΚ, καταφανώς σοκαριστικό επίτευγμα του “Beneath the remains”, παρ’ όλα αυτά πρέπει να ομολογήσω ότι η κατεύθυνση του “Schizophrenia” όχι μόνο είναι πιο κοντά σ’ αυτό παρά στον προκάτοχό του, μα προεικονίζει σε μεγάλο βαθμό τις κλασικές Seps-πατέντες που εξέλιξαν στα επόμενα albums: οι χαρακτηριστικές ρυθμικές αλλαγές, το αδιανόητο drumming του Igor, το κλασικό riffing, οι ακουστικοί, μελωδικοί πειραματισμοί, ακόμα και το groove βρίσκεται εδώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποια riffs, αλλά και φωνητικές γραμμές, χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια στα επόμενα δύο albums, καθιστώντας ίσως αυτό το album (και όχι το “Beneath the remains”) ως τον ακρογωνιαίο λίθο του ήχου τους. Τι διάολο δεν αντιλαμβανόμουνα τόσα χρόνια;

Υ.Γ. Θα ορκιζόμουν ότι αυτή η αλλαγή από το “Morbid visions” στο “Schizophrenia” οφείλεται στην είσοδο του Kisser στο σχήμα. Παρ’ όλα αυτά, κάπου πήρε το μάτι ότι το 90% του δίσκου γράφτηκε από τον προηγούμενο κιθαρίστα. Ενδιαφέρον αν αληθεύει.

Υ.Γ.2 Υπάρχει πιο πορωτικό πράγμα από τον ήχο των toms του Igor σ’ αυτό τον δίσκο; Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω, αλλά βγάζουν έναν πολύ ιδιαίτερο και «πρωτόγονο» ήχο που είναι πολύ χαρακτηριστικός.

14 Likes

Καρδούλα και το βράδυ μόλις επιστρέψω θα το διαβάσω

1 Like

LST-LKM-FLN

Το είχα “υποσχεθεί” στον εαυτό μου ότι η άνοιξη θα ήταν η εποχή του “False Lankum” οπότε με το cd-άκι παρέα αρχικά να πω ότι μίνι-έκπληξη η επιλογή Gustave Dore αλλά πολύ την εκτίμησα.

Επίσης αν και με ψιλοχάλασε που δεν έχει στίχους, πρέπει να πω ότι μου άρεσαν οι ιστορίες του πως έμαθαν/επέλεξαν το κάθε κόμματι ή πιο σωστά την εκδοχή (ως ταξίδι της λαϊκής παράδοσης μέσα στον χρόνο) πάνω στην οποία βάσισαν τη δική τους οπτική. Ειδικά αυτή του “Lord Abore and Mary Flynn” με το πικρό τέλος ήταν υπέροχη.

Τέλος είναι απολαυστική μέσα στα 72 του λεπτά (ενίοτε μου φαίνονται πολλά, το ομολογώ) του πώς έχει ταξιδέψει (και μεταλλαχθεί) αυτή η μουσική, προφανώς μαζί με τους ανθρώπους που μετανάστευσαν, σε εντελώς διαφορετικά σημεία του πλανήτη, το “Newcastle” π.χ. δεν απέχει και πολύ από πρώιμους SIMON&GARFUNKEL, το “Clear Away in the Morning” Μου φέρνει στο μυαλό PINK MOUNTAINTOPS ενώ τα σκοτάδια του “Go Dig My Grave” τους DOOMED BIRD OF PROVIDENCE του Mark Kluzek, έμπνευση του οποίου ήταν η αυστραλιανή εκδοχή του κέλτικου ήχου.

4 Likes