..Με λίγα λόγια

Σιγά που ακούγεται βαρύ, είναι η απόλυτη μέταλ μπάντα των 10ς οι AK. Δικαιωματικά και με την βούλα.

3 Likes

Πάνω σ’ αυτό που λες, διάβαζα σε ένα σχετικά πρόσφατο (φετινό) τεύχος του Hammer, σε ένα αφιέρωμα, όπου χαρακτήριζε τους AK ως “την μπάντα που μαζί με τους Eternal Champion είναι οι σύγχρονοι ηγέτες του επικού metal” ή κάπως έτσι, με αυτό ακριβώς το νόημα πάντως, και με ξένισε αρκετά αυτή η παρατήρηση.

Δεν λέω, ωραίοι οι Eternal Champion, πολύ καλά “διαβασμένοι” (με όλη την καλή έννοια), καταφέρνουν να αναπαράγουν άριστα τον συγκεκριμένο ήχο (ξανά, με την καλή έννοια!) αλλά μέχρι εκεί.
Δεν έχουν την προσέγγιση που έχουν απέναντι στην τέχνη τους οι Atlantean Kodex, ούτε έχουν να επιδείξουν παραπλήσιας αξίας κατορθώματα.

(Τα γνωστά ευκόλως εννοούμενα, “για μένα”, “για σένα”, “για όλους μας” κλπ κλπ παραλείπονται!)

1 Like

Πάμε και κάτι πιο cult και… χειμωνιάτικο!

Στα…χρονικά του metal υπάρχουν όλοι αυτοί οι αποκληθέντες (σωστά ή λανθασμένα) “αδικοχαμένοι ήρωες” από τη μία, και οι Slauter Xstroyes από την άλλη.

Το εν λόγω τετραμελές σχήμα από το Illinois μπορεί να είχε ένα ατυχούς έμπνευσης όνομα, κάπου εκεί όμως τελείωσαν και οι κακές εμπνεύσεις γι’ αυτούς. Στο πρώτο δίσκο τους οι Paul Kratky (κιθάρα), Brent Sullivan (μπάσο), John Stewart (φωνή) και Dave Bonow (drums) καταφέρνουν κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Παρουσιάζουν ένα σύνολο τραγουδιών που χαρακτηρίζονται από μια ελευθεριάζουσα προσέγγιση αναφορικά με τις δομές τους, με αλλαγές στους ρυθμούς και ποικίλα θέματα που μπορεί να ακούγονται ασύνδετα στην αρχή, όμως, μετά από μερικές ακροάσεις, εν τέλει αποκαλύπτονται και… βγάζουν νόημα!
Ταυτόχρονα, και εδώ έγκειται η μοναδικότητά τους, δεν μοιάζουν πρακτικά “με κανέναν”. Ναι μεν εντάσσονται στο γενικότερο US power metal παρακλάδι (μια αρκετά μεγάλη ομπρέλα, ούτως ή άλλως), ναι μεν εντοπίζονται επιρροές από Mercyful Fate ή Iron Maiden, αλλά οι όποιες κοινές αναφορές με τους Fates Warning π.χ. ακυρώνονται αυτοστιγμεί αφού οι Fates δεν είχαν κυκλοφορήσει καν το “Spectre Within” τότε, ενώ ούτε το progressive metal υπήρχε ακόμη σαν έννοια - οι Watchtower λ.χ. θα ντεμπουτάραν αργότερα την ίδια χρονιά.

Επίσης, πέρα από μια σκανδαλώδη αυτοπεποίθηση και ωριμότητα για πρωτοεμφανιζόμενους, οι τέσσερεις νεαροί διαθέτουν μια θαυμαστή τεχνική στα όργανά τους. Ο Kratky είναι πραγματικά εντυπωσιακός και εκπλήσσει με το πλήθος των ευρημάτων του και το πόσο εύστοχα τα χωροθετεί, την ίδια στιγμή που ο Sullivan σαν ένας… “θρασύτερος” Steve Harris και όντας ψηλά στη μίξη, μοιάζει να ενεργεί αυτοβούλως και αυτόνομα παίζοντας ολόδικα του θέματα! Ο δε Stewart παρουσιάζεται θεατρικός, άψογα εκφραστικός, όπου απαιτείται επιθετικός κι αλλού “ευάλωτος”.

Δυστυχώς το συγκρότημα επέλεξε να κυκλοφορήσει το “Winter Kill” με δικά του έξοδα, τυπώνοντας μόνο 500 αντίτυπα και διαθέτοντάς τα μέσω ταχυδρομείου. Αν αντίθετα, είχαν εμπιστευτεί τον Dennis Bergeron της Monster Records, του οποίου ο ενθουσιασμός τους είχε εξασφαλίσει μια παρουσίαση στο Aardschok, το LP θα είχε φτάσει σε πολύ περισσότερα αυτιά, όπως και συνέβη όταν τελικά το επανακυκλοφόρησε το 1997. Δυο ακόμη reissues σε απόσταση δωδεκαετίας μεταξύ τους, έδωσαν την ευκαιρία σε νεώτερες γενιές οπαδών να γίνουν κοινωνοί αυτής της εξαίρετης μπάντας.Όσοι πιστοί προσέλθετε κλπ…

12 Likes

Εύγε γι’ άλλη μια φορά.

Αν θυμάμαι σωστά, οι SX είχαν ένα υπερ-cult status στα τέλη των 90s/αρχές 00s και τους είχα σημειώσει κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου λόγω του ονόματος, το οποίο δεν ξέρω αν είναι ατυχής έμπνευση αλλά σίγουρα είχε κάτι από 80s action/sci-fi/horror b-movies που κατανάλωνα αφειδώς ήδη από εποχές δημοτικού.

Τελικά δεν εδέησα ποτέ να άκουσω έως το Up the Hammers του 2010 στο οποίο όμως ήμουν σε mood ENFORCER/DOOMSWORD και γενικώς πιο epic/straightforward καυτού ατσαλιού. Βέβαια η απόδοσή τους ήταν αντικειμενικά διαστημική ωστόσο δεν εκτίμησα όσο έπρεπε, κάτι που έγινε τελικά υπέρ το δέον στην επανεμφάνισή τους το 2015 κατά την anniversary edition του UtH.

2 Likes

Αδράνεια βλέπω εδώ, ας επιχειρήσουμε μια βουτιά στο παρελθόν!

Ο Tommy Hall, φοιτητής της Φιλοσοφικής στο Πανεπιστήμιο του Texas και ερασιτέχνης μουσικός σε folk μπάντα, είχε μια τάση να πειραματίζεται με ψυχοτρόπα κι ένα όραμα να ξεκινήσει ένα καινούριο συγκρότημα. Έτσι, έμελλε να είναι αυτός ο συνδετικός κρίκος που έφερε μαζί στα τέλη του 1965, τον lead κιθαρίστα Stacy Sutherland, τον μπασίστα Benny Thurman και τον drummer John Ike Walton από το τοπικό σχήμα των Lingsmen, με το παιδί θαύμα του Austin, τον Roky Erickson από τους Spades. Ο ίδιος ο Hall θα συμμετείχε σαν στιχουργός/συνθέτης και παίζοντας… electric jug και πράγματι η νταμιτζάνα του θαρρείς πως βρίσκεται παντού στο ντεμπούτο των 13th Floor Elevators (όπως ονομάστηκαν τελικά)!

Όμως οι “Psychedelic Sounds of…” είχαν σαν βασικά συστατικά τις “ουσίες” και μια γνήσια δημιουργική παράνοια. Αυτό καθίσταται σαφές από το ξεκίνημα με τον διαχρονικό ύμνο “You ‘re Gonna Miss Me”, το αδιαμφισβήτητο highlight του album (που έφτασε μέχρι το Νο.55 στο Billboard chart).
Θεωρείται ένας από τους πρώτους δίσκους του λεγόμενου ψυχεδελικού rock. Σε αυτό σίγουρα συνέτεινε ο τίτλος, οι κάπως αφηρημένοι στίχοι του Hall όπως και οι σημειώσεις του στο οπισθόφυλλο - αν και η απουσία π.χ. εκτεταμένων solos στην κιθάρα, τον κατέτασσε το ίδιο εύκολα στο garage rock παρακλάδι.

Μπορεί το album να ακούγεται παρωχημένο τώρα πια - όσο παρωχημένο μπορεί να είναι κάτι κλασικό - όμως τότε, σε μια εποχή δεκτική σε νέους ήχους, κόμιζε πολλά και ενδιαφέροντα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μουσική υπόκρουση για χαρούμενες εκδρομές και surf στην παραλία, αλλά με την κατηφή, σκοτεινή ένταση που αφήνει ένα άσχημο “ταξίδι”, μια εντύπωση που ενισχύεται από την φτωχή παραγωγή, και στην οποία οφείλεται σε σημαντικό βαθμό το cult classic status που έχει αποκτήσει ο δίσκος.

11 Likes

Τι εστί Ελληνική σκηνή;

Όχι, δεν αποτελεί η ανωτέρω ερώτηση μέρος ενός μουσικού λευκώματος (σαν αυτό που συμπληρώνατε στα κρυφά, με γελοία παρατσούκλια, κατά τα σχολικά σας χρόνια, για να τσεκάρετε απαντήσεις και να κάνετε το χατίρι στην ωραία της τάξης / τι εστί έρως, τι εστί αγάπη κ.ο.κ.), αλλά μία καλή αφορμή για την παράθεση κάποιων περιληπτικών, προσωπικών σκέψεων επί της ιστορικής πορείας αυτής (της σκηνής), σε συνάρτηση και με την αναφορά στην ακόλουθη κυκλοφορία.

Θα έλεγα ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, όταν αναφερόμασταν σε Ελληνικά συγκροτήματα τα οποία ξεπερνούν τον «μέσο όρο» (θα μπορούσα να βάλω πάρα πολλά εισαγωγικά ακόμα) ή -αν προτιμάτε- πλησιάζουν περισσότερο στην προσέγγιση των εκ των εξωτερικού ορμώμενων μπαντών, υπήρχε μία γενική παραδοχή/αίσθηση ότι αυτές δεν ξεπερνούσαν σε αριθμό τα δάκτυλα του ενός χεριού. Προϊόντος του χρόνου, και καθώς το είδος υποχωρούσε σε δημοφιλία και πλήθος μουσικού ακροατηρίου, συνέβησαν, κατά την άποψή μου, τα εξής κομβικά:

Η γενιά των σημερινών 35-45 που «έμεινε» ή/και μπήκε στην ιστορία του -ομολογουμένως δύσκολου- project Ελληνική μπάντα, θεωρώ ότι παραμέρισε «χίμαιρες» καριέρας κ.λπ., εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο της τεχνολογικές εξελίξεις, ήτοι τις αρτιότερες υλικοτεχνικές παροχές, όπως και την όλο και πιο αυξανόμενη τεχνογνωσία κι επαγγελματική προσέγγιση των λοιπών εμπλεκομένων (studio, παραγωγών κ.λπ.) και κατάφερε εν πολλοίς να παρουσιάσει δουλειές οι οποίες δεν απείχαν -τουλάχιστον τεχνικά, σε πρώτο βαθμό- από τις αντίστοιχες του εξωτερικού.

Παράλληλα, η εσωτερική κάψα για τη μουσική και η ψυχική κάθαρση που προσφέρει η ενασχόληση με αυτή, ιδιαίτερα στα συνεργατικά πλαίσια ενός συγκροτήματος, διατηρήθηκαν στο ακέραιο. Επιπροσθέτως, η συγκεκριμένη γενιά απαλλάχθηκε σιγά-σιγά από τις «παρωπίδες» και τα όρια, άκουσε πολλή μουσική και αυτό μόνο θετικά επέδρασε στην ποιότητα των κυκλοφοριών.

Για να μην σας κουράζω, όπως έχω υποστηρίξει και στο παρελθόν, πιστεύω ότι έγινε ένα είδος «απόσταξης», όσο το είδος έχανε σε δημοφιλία, όπου οι δεδομένα λιγότεροι ακροατές που έμειναν στο χώρο ανέβηκαν επίπεδο και είχαν πλέον πιο αυστηρά κριτήρια, γεγονός που δεν μπορούσε παρά να συμπαρασύρει και τις προσεγγίσεις των συγκροτημάτων πάνω στη δουλειά τους. Ανεξαρτήτως των επιμέρους υπο-κατηγοριών, όσο και των επιλογών του καθενός μας βάσει των αισθητικών κριτηρίων του, ο όρος Ελληνική σκήνη (εν συνόλω) απέκτησε ένα δεδομένο κύρος και δημιούργησε ένα μικρό, αλλά υπαρκτό, κοινό, το οποίο στήριζε και στηρίζει ενεργά τη σκηνή. Άρα, μόνο ως πρόοδος μπορεί να λογίζεται το γεγονός ότι πλέον δεν ξέρουμε πόσα δάκτυλα θα ήταν αρκετά για να μετρήσουμε τα Ελληνικά συγκροτήματα που «κοιτάνε στα μάτια» τα αντίστοιχα ανά την υπόλοιπη υφήλιο.

Στο δια ταύτα τώρα, αν συμφωνήσουμε ότι το μεγαλύτερο γκελ την τελευταία δεκαετία το έκανε το stoner στη χώρα μας (δικαίως μεν, λόγω της μεγάλης εμπλοκής πολλών «φασαίων» δε), παράλληλα, «έτρεχε» (και «τρέχει») μία σκηνή με μπάντες ατμοσφαιρικής/progressive κατεύθυνσης, η οποία θα έλεγα ότι ενδέχεται να είναι και ελαφρώς παραγνωρισμένη.

Χωρίς να αναφερθούμε διεξοδικά σε περαιτέρω ονόματα (εν καιρώ, θα γίνει και αυτό), ας δούμε –επιτέλους!- σε ποιους αφιερώνω το σημερινό χώρο:

image

Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τους MoM, ήταν στο Τριανόν (καθήμενος, μάλιστα), σε μία κοινή τους εμφάνιση με τους λατρεμένους μου Universe217. Έρωτας… Μπάντα με πολύ πάθος, μουσικάρες, τρομερός ήχος… τι άλλο να ζητήσει κανείς; Έκτοτε, τους έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές ζωντανά, μόνους τους, αλλά και ως support (στους Oceans of Slumber , μάλιστα, η χαμηλή προσέλευση του κόσμου θα μπορούσε να τους προκαλέσει τεράστια αμηχανία / εδώ αισθανόμουν εγώ περίεργα). Πάντα σταθεροί και άψογοι, πάντα ακριβείς, πάντα τίμιοι (με την ουσιαστική έννοια του όρου, όχι τη συγκαταβατική/μίζερη). Ακόμα και τη νύχτα που δάκρυσαν και τα τσιμέντα.

Είχα κάποτε την τύχη να τους συναντήσω πριν μία πρόβα τους (πριν το μοιραίο). Τους δήλωσα το πόσο fan είμαι και όλα τα παιδιά κοκκίνησαν. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η μετριοφροσύνη και η ταπεινότητά τους και το αξιολόγησα πάρα πολύ θετικά αυτό, βάσει της δικής μου οπτικής.

Εν προκειμένω τώρα, το “Sigma” αποτελεί για εμένα ό,τι αρτιότερο έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα. Η συγκεκριμένη κυκλοφορία ταράσσει το «είναι» σου, με κάθε νότα και στιγμή να προκαλούν ανατριχίλα. Και αν οι επιρροές είναι εμφανείς, το μεγαλείο (και η ιδιοφυΐα, θα προσέθετα) της μπάντας καταφέρνει να καταστήσει τον ήχο διακριτό και «αυτόφωτο», σε τέτοιο σημείο που θα ισχυριζόμουν ότι έτερες προσεγγίσεις ακούγονται σαν MoM και όχι το αντίστροφο. Επίσης, το «Δείξε μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι» δεν θα μπορούσε να καλύψει περισσότερο επαρκώς το ζήτημα του ποιού της μπάντας, κρίνοντας από τη συμμετοχή του εξαίρετου Δ. Καταλειφού στο video του συγκλονιστικού “Collision”. Το album αντιμετωπίζεται ως ολότητα (θεματικό, γαρ) και «κυλάει» αβίαστα, ωστόσο, ο καθένας θα εντοπίσει τις μικρές στιγμές μεγαλείου για το προσωπικό του αρχείο. Άλλος θα επιλέξει το σπαρακτικό outro του “Shine” (τι lead είναι αυτό ρε πούστη μου, σε συνδυασμό με το πιάνο), άλλος ολόκληρο το “Silence”, άλλος το μήνυμα του “Rome”, άλλος το προαναφερθέν (“Collision”)… Όρεξη να ‘χετε, να ψάχνε(σ)τε. Για να μην παρεξηγηθώ, είναι προφανές ότι και οι υπόλοιπες κυκλοφορίες της μπάντας (“Human” και “Artifacts”) συστήνονται ανεπιφύλακτα, αλλά το “Sigma” είναι αριστουργηματικό, πέρα ως πέρα…

Και τούτο, διότι θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι, επιπροσθέτως της μουσικής της αξίας, η μπάντα διαθέτει ισχυρή κοινωνικοπολιτική άποψη -ασχέτως αν κανείς συμφωνεί ή όχι με αυτήν- και διατυπώνει προβληματισμούς, αμφότερα εκ των οποίων εκφράζονται μέσω των λίαν αιχμηρών και αλληγορικών στίχων της. Και αν κάποτε τέτοιοι στίχοι ενδεχομένως να μας προβλημάτιζαν σ’ ένα πλαίσιο «φιλοσοφικών» συζητήσεων και αντεγκλήσεων γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο με μπύρες, στους ιδιαίτερα χαλεπούς και περίεργους καιρούς που βιώνουμε στο παρόν, καθίστανται εξαιρετικά επίκαιροι, «θέτοντας το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων». Και όλα αυτά προερχόμενα από μία γενιά που εδώ και 15 έτη βιώνει στο πετσί της μία τεράστια κοινωνικοοικονομική κρίση και μία πανδημία. Έτσι, για να μην ξεχνιόμαστε σχετικά με το πώς μεταβλήθηκε βίαια το «ροζ συννεφάκι» που ζήσαμε όλοι μας μέχρι τα 20 έως τα 30 μας και για να αποτινάξουμε από πάνω μας τον προσδιορισμό των καλομαθημένων και καλοζωισμένων. Εκτός και αν κάποιοι καταφέρουν να μας γυρίσουν τα (δανεικά), καλύτερά μας χρόνια πίσω. Απ’ όσο γνωρίζω εγώ τουλάχιστον, τα χρόνια που φεύγουν, δεν ξανάρχονται. “Sentence me to real life…”, που λέει και η μπάντα.

Δυστυχώς, το στοιχείο του προσωπικού δράματος «συνάντησε» τους MoM, ακριβώς πάνω στο σημείο της πορείας τους που τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε σε άλλο επίπεδο. Η αδόκητη απώλεια του Μάκη, αναμφίβολα έχει αφήσει ανεξίτηλο σημάδι στους συνοδοιπόρους του. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα παιδιά θα συνεχίσουν τελικά, καθώς όπως δημοσιεύουν “New stories are on the way”, ενώ προγραμματίζουν και εμφανίσεις για το 2022. Σίγουρα και οι ίδιοι γνωρίζουν ότι αυτή είναι η ορθότερη προσέγγιση και η μεγαλύτερη τιμή στην παρακαταθήκη του εκλιπόντος. Άλλωστε, όλοι μαζί το είχαν διατυπώσει το μήνυμα:

Rise Evolve

17 Likes

Πάμε κι ένα τελευταίο για φέτος…

Το ρεύμα της αναβίωσης του παραδοσιακού metal κατά τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται δυνατό τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα. Το γεγονός καθίσταται έτι πλέον εντυπωσιακότερο αν αναλογιστούμε ότι πολλά από τα μέλη αυτών των καινοφανών συγκροτημάτων έχουν προϋπηρεσία σε death, black κλπ extreme σχήματα.

Οι Crypt Sermon ορμώμενοι από την Pennsylvania των ΗΠΑ είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Οι εν λόγω είναι θιασώτες του doom metal, κάτι που διατρανώνουν στεντορεία τη φωνή στο ντεμπούτο τους (το οποίο, σημειωτέον, κυκλοφόρησε από την ειδικευόμενη στο death εταιρεία, Dark Descent).
Κι όταν λέμε doom metal δεν εννοούμε το sludge/stoner/θολωμένο υβρίδιο που έχει κυριαρχήσει να αποκαλείται doom εδώ και καιρό, εννοούμε την μεταλλική, επική εκδοχή του, αυτή που διακονούσαν οι κλασικοί Candlemass και οι Solitude Aeturnus, αυτή που αγαπάει τους Black Sabbath - του “Heaven and Hell” συμπεριλαμβανομένου!

Το αξιέπαινο και ξεχωριστό του πράγματος έχει να κάνει με το ότι οι Crypt Sermon παρόλο που δεν κρύβουν τις επιρροές τους, καταφέρνουν να μην ακούγονται σαν tribute band, κάτι που μαρτυρά ότι διαθέτουν, τουλάχιστον, προσωπικότητα κι έχουν πραγματικά “σπουδάσει” αυτό το στυλ ούτως ώστε να μην το αναπαράγουν σαν στείρα αντιγραφή.
Και πράγματι, εδώ τα τραγούδια είναι αριστοτεχνικά δομημένα, οι δύο κιθαρίστες James Lipczynski και James Jansson κυριαρχούν από άκρη σε άκρη είτε με τα υπέρβαρα riffs είτε με τα μελωδικά leads τους, ενώ ο τραγουδιστής Brooks Wilson (που προφανώς θαυμάζει τον Rob Lowe) ακούγεται πειστικός, βαδίζοντας στα χνάρια των “ειδώλων” του.

Το “Out of the Garden” κατάφερε να τραβήξει αρκετή προσοχή, δεδομένου ότι ανήκει σε ένα αρκετά “μοναχικό” παρακλάδι συν το ότι έχει πνευματικών αναζητήσεων στίχο, και δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες για τη συνέχεια ενός τόσο δυνατού ξεκινήματος.

13 Likes

Μπράβο, πολύ ωραία πρόταση, η αλήθεια είναι ότι εγώ τους εμάθα με τον διάδοχο (“Ruins of Fading Light”) καθώς έκαναν σχετικά μεγάλο (και δικαιολογημένο) ντόρο στο undeground (ό,τι κι αν σημαίνει σήμερα αυτό) ακόμα και σε νέκρο/μαύρο-μεταλλικά ακροατήρια.

3 Likes

Υποχρεωτικό συνοδευτικό ποστάρισμα όποτε βλέπω αυτή την μπάντα:

Αν και φταίει η προϋπηρεσία των μελών σε διάφορες black μπάντες, θαρρώ για τον (δικαιολογημένο και για μένα) ντόρο.

4 Likes

Αυτούς λοιπόν δεν τους είχα ακούσει και σε συνδυασμό με το φετινό Wheel, νομίζω πως είμαστε πλήρως καλυμμένοι από την απουσία των Solitude Αeturnus.
Βέβαια, όσο οι Wheel μπαίνουν στα παπούτσια των Solitude (πιο ξεκαθαρες επιρροές, δεν γίνεται), αυτοί εδώ έχουν δίκό τους χαρακτήρα, που τους ανεβάζει λίγο πιο πάνω για μένα.

To κακό με αυτούς, είναι πως από το bandcamp έχεις 10 ευρώ τα μεταφορικά, συν ότι βγεί στο τελωνείο. Εχετε υπόψην σας από που από ευρώπη το προμηθευόμαστε(cd)?

1 Like

Αφού έκανα την τελευταία παρουσίαση της προηγούμενης χρονιάς, θα μου επιτρέψετε να κάνω και την πρώτη του νέου έτους με κάτι που για μένα ήταν πάντα χειμερινό άκουσμα!

Το Aqualung των Jethro Tull δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις μιας και είναι από τα γνωστότερα έργα της rock (ας μείνουμε σε αυτόν τον γενικό όρο) ανθολογίας, κάτι που ίσχυε και πριν από 25 χρόνια, όταν πήρα την επετειακή έκδοση για τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του (και μόλις τώρα συνειδητοποιώ ότι πριν λίγο καιρό έκλεισε τα 50, κι έπρεπε τότε να τα γράφω αυτά, όμως κάλλιο αργά παρά ποτέ κλπ κλπ).
Περιλαμβάνεται μεταξύ των 2-3 βασικών υποψηφίων για τον τίτλο του καλύτερου Tull LP και είναι πρακτικά ο πρώτος κανονικός δίσκος τους που άκουσα. Είχε προηγηθεί η συλλογή 20 Years of Jethro Tull (βασικά η συντετμημένη έκδοση σε μονό CD - η πολυτελής βινυλιακή ήταν από τότε άφαντη) μια εποχή που διεύρυνα τους ορίζοντες μου και ποιος καλύτερος τρόπος από το να ψάχνομαι με τα συγκροτήματα για τα οποία εκφραζόταν με τόσο θαυμασμό και ταπεινότητα ο Steve Harris στις συνεντεύξεις, αλλά και στην πράξη κάνοντας κάποια διασκευή, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση το Cross Eyed Mary! (b’ side στο “The Trooper” single)

Η αλήθεια είναι ότι σήμερα που έβαλα το Aqualung ξανά να παίξει, αντιλήφθηκα ότι είχα αρκετά χρόνια να το ακούσω και, παρόλο που το ξέρω λίγο - πολύ απ’ έξω, κατάφερε για μια ακόμη φορά να με καταπλήξει με το πως ενώ τα κομμάτια είναι τόσο πανέξυπνα δομημένα, ταυτόχρονα δίνουν την εντύπωση ότι βρίθουν πυκνών αυτοσχεδιασμών. Εννοείται βέβαια, ότι δεν υπάρχει καμία αδύναμη εκφραστική στιγμή εδώ.
Το αντίθετο, ο δίσκος αρχίζει με την ομώνυμη σύνθεση – ορόσημο (που “παραδόξως” δεν διαθέτει ούτε… πνοή από φλάουτο, τρανή απόδειξη ότι άλλα ήταν τα ουσιαστικότερα θέλγητρα τους!) και τελειώνει μεγαλειωδώς με το εξίσου μυθικό Locomotive Breath – ή μάλλον, θα “έπρεπε” να τελειώνει έτσι, αφού για καιρό θεωρούσα ότι το Wind Up ατυχώς τοποθετήθηκε στην ακροτελεύτια θέση!

Κάθε πτυχή της πολυσχιδούς προσωπικότητας των Tull είναι παρούσα στο Aqualung. Το απέριττο folk ενός Mother Goose συνυπάρχει με το ροκάδικο Hymn 43, από την άλλη, το Cross Eyed Mary είναι υποβλητικό (όσο καλά κι αν τα πήγαν οι Maiden, το πρωτότυπο είναι ασύγκριτο), το My God είναι… ύμνος, ενώ ανάμεσα στα μεγάλης έκτασης ή/και μεγαλόπνοα έργα, ο Ian Anderson συγκινεί με την γοητεία της απλότητας παρεμβάλλοντας π.χ. ένα ακουστικό Cheap Day Return (ο τίτλος αναφέρεται στα φθηνά εισιτήρια του τρένου με αυθημερόν επιστροφή που έπαιρνε ο Ian από το Λονδίνο για το Blackpool με ενδιάμεση στάση το Preston, προκειμένου να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του στο νοσοκομείο)

Ένα άλλο στοιχείο που συνετέλεσε ίσως στον μύθο του album είναι οι στίχοι του που οδήγησαν τον Τύπο στο συμπέρασμα ότι είναι concept, προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Anderson ο οποίος απέρριπτε μετά βδελυγμίας τον χαρακτηρισμό! Υπάρχει όντως κάποια σύνδεση στα τραγούδια της πρώτης πλευράς με τον φανταστικό χαρακτήρα του Aqualung, ενώ η δεύτερη πλευρά κυριαρχείται από την πολεμική εναντίον της οργανωμένης θρησκείας και της δουλικής υποταγής σε έναν Θεό-δυνάστη, δύσκολα όμως συνιστούν αυτά concept album με την συνήθη, γνωστή λογική. Σύντομα οι Jethro Tull, που πιθανότατα το μόνο που επεδίωκαν ήταν να διευρύνουν την Τέχνη τους (ίσως και την αισθητική της εποχής τους!) κι όχι να γίνουν οι επιμορφωτές των ακροατών τους, θα επανέρχονταν με κάτι ακόμη πιο προωθημένο και ιδιοσυγκρασιακό (και πραγματικά concept!)

jethro

15 Likes

Τι κρίμα να μην μπορούμε να βάλουμε όσες καρδιές επιθυμούμε σ’ ένα post. Γενικά, διαβάζετε @Ian_Metalhead … κάνει καλό!

Α, ρε αγαπητέ, τι πήγες κι έπιασες χρονιάρες ημέρες;

Βέβηλο το να πω εγώ οτιδήποτε παραπάνω, αλλά, αν μου επιτρέπει ο καθόλα ειδήμων προλαλήσας, ας σημειώσω δυο-τρία συμπληρωματικά πραγματάκια για αυτό τον μνημειώδη δίσκο-λατρεία:

Πολύ καίριο σχόλιο και μεγάλη αλήθεια. Η ροή του δίσκου, όπως διαμορφώθηκε, κρύβει κάτι μεγαλοφυές και καθιστά την ακρόαση απολαυστική, ιντριγκαδόρικη, περιπετειώδη…

Αναμενόμενα εύστοχες παρατηρήσεις και συμπεράσματα. Για εμένα, η εν λόγω κυκλοφορία ήταν πάντα η πιο θεματική από τις μη-θεματικές. Ώρες-ώρες πιστεύω ότι όλος ο δίσκος είναι ένα μεγάλο, ενιαίο κομμάτι, ένα πάντρεμα εξαιρετικού μυθιστορήματος και αιχμηρής κοινωνικοπολιτικής και θρησκευτικής κριτικής και προβληματισμών, απλά χωρισμένο σε επιμέρους μέρη. Δεν γίνεται διαβάζοντας τους στίχους (σε συνδυασμό με τις αριστοτεχνικές συνθέσεις) να μην προβληματιστείς, να μην μπεις σε διαδικασία να σκεφτείς και να μην αισθανθείς φόβο ή/και αμηχανία, αναφορικά με το πόσο διαχρονικοί παραμένουν και σήμερα. Το μαχαίρι φτάνει στο κόκκαλο, άλλοτε δρώντας άμεσα και χωρίς περιστροφές και άλλοτε μέσω αλληγοριών που αντικατοπτρίζουν ένα υψηλότατο επίπεδο κριτικής σκέψης και σχολιασμού.

Δυστυχώς, αν και όλοι μπορούμε να αναγνωρίσουμε το “μέγεθος” του δίσκου και τη διαχρονικότητά του -αν όχι στα μηνύματά του, τουλάχιστον στις θεματικές με τις οποίες καταπιάνεται-, δυστυχώς, 50 χρόνια μετά είναι πολύ κρίμα που δεν μπορεί να “πιάσει” έναν έφηβο και να τον κάνει να προβληματιστεί και στεναχωριέμαι πολύ που το γράφω αυτό. Επίσης, ο δίσκος βγάζει κάτι το τόσο Βρετανικό. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε κάποιο απόμερο στενοσόκακο κάποιας πόλης του Νησιού και να βλέπεις τον Aqualung να στέκεται στα δύο μέτρα ή σαν να βρίσκεσαι σε μία οποιαδήποτε pub και να προσπαθείς μισομεθυσμένος να παρέχεις τις λύσεις για όλα τα προβλήματα του κόσμου, αντιδικώντας με την υπόλοιπη παρέα σου. Πολύ κακό το ότι αυτό το διακριτό στοιχείο “καταγωγής” φαντάζει είδος υπό εξαφάνιση στους καιρούς μας, ξενίζει και αντιμετωπίζεται έως και γραφικό ορισμένες φορές. Ιδιαίτερα δε σε μία εποχή, όπως η σημερινή, όπου η δήθεν επιτυχημένη παγκοσμιοποίηση, η οποία μάλιστα επαίρεται για την ανοχή στη διαφορετικότητα, παριστάνει ότι δεν αναγνωρίζει ότι η εφαρμογή της κατάφερε το ακριβώς αντίθετο.

Τέλος, θα μου επιτρέψετε να πω πως το “γύρισμα” από το ηλεκτρικό στο ακουστικό μέρος του “Aqualung” συγκαταλέγεται στις ομορφότερες στιγμές της rock ανθολογίας (© @Ian_Metalhead ). Απίστευτα (και απίστευτη συνάμα) συμβολική αλλαγή, με τον πονηρούλη, άτακτο, βρωμερό, “ηλεκτρικό” Aqualung να μετατρέπεται αιφνιδίως σε μία τραγική μορφή, έναν περιθωριακό κλοσάρ, στον οποίον αρνείται να στρέψει το βλέμμα ο οποιοσδήποτε περαστικός, ακριβώς για να μην αντικρίσει την ίδια, στρεβλή μορφή του, τα “απορρίμματά του”, τα οποία, ωστόσο, είναι δικής του “παραγωγής”, πέρα ως πέρα. Η δε ακόλουθη ζωντανή εκδοχή του υπέροχου κομματιού είναι κλασσική και πραγματικό αριστούργημα. Ο Anderson είναι ο ίδιος ο Aqualung και καταφέρνει να δώσει τις δύο διαστάσεις του με τόση θεατρικότητα και εκφραστικότητα, που ορισμένοι (αδαείς θα έλεγα) τολμούν να τον χαρακτηρίσουν υπερβολικό. Αν δε οι ίδιοι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν πώς επηρέασε άμεσα η συγκεκριμένη σκηνική παρουσία, frontmen- θρύλους των επόμενων γενεών (λέγε με και Bruce Dickinson), τότε η αστοχία των παρατηρήσεών τους γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

8 Likes

Τα είπατε ΤΟΣΟ ωραία ρε κερατάδες…

Καλή χρονιά!

3 Likes

Αν το δούμε ρομαντικά, το νόημα ύπαρξης ενός συγκροτήματος εδράζεται στην πολυφωνία, τη συλλογικότητα, το μοίρασμα, τις δημοκρατικές διαδικασίες, τη διαλλακτικότητα κ.λπ. κ.λπ. Η ίδια η λέξη (συγκρότημα), άλλωστε, προϋποθέτει τα προαναφερόμενα. Ωστόσο, η πεζή πραγματικότητα μάς δείχνει ότι σε πλείστες όσες περιπτώσεις υπάρχουν μέλη (κατά κανόνα τα ιδρυτικά) τα οποία έχουν έναν παραπάνω λόγο (για να τεθεί κομψά) στα εντός της μπάντας τεκταινόμενα. Αυτό άλλοτε αποβαίνει σε καλό για τις εξελίξεις και άλλοτε τα αποτελέσματα δεν είναι και τόσο καλά.

Μία από τις πιο «κραυγαλέες» περιπτώσεις “one-man show” συγκροτημάτων αποτελούν οι A̲nnihilator̲. Αν το βλέπαμε λίγο πιο αυστηρά, θα μπορούσαμε να μετονομάσουμε το συγκρότημα σε Jeff Waters et al., αλλά ας μη γινόμαστε κακοί. Αναντίρρητα, όμως, το γεγονός ότι από τους εν λόγω έχουν «παρελάσει» άνω των 30 μουσικών στα 33 χρόνια δισκογραφίας τους, μόνο ως θετικό δεν καταγράφεται και ίσως να αποτελεί και το λόγο που το συγκρότημα δεν κατάφερε ποτέ να γίνει το μεγαθήριο που όλοι προέβλεπαν πριν 30 και έτη.

Τι ήταν αυτό που ώθησε κάποιους να πιστεύουν ότι οι Annihilator είχαν όλα τα φόντα για να σταθούν ως ίσοι προς ίσους, δίπλα στους «μεγάλους» του metal; Η απάντηση κρύβεται στο υπό συζήτηση album.

image

Δεύτερο album των Καναδών, με αλλαγή τραγουδιστή μάλιστα (ω, τι πρωτότυπο!). Ο Rampage παραχωρεί τη θέση του στον -γνωστό και μη εξαιρετέο- Pharr (o οποίος θα αποχωρήσει με τη σειρά του σε δυο χρονάκια, χα χα χα!). Και αν πολλοί δεν μπορούν να ξεπεράσουν το -επίσης, εξαιρετικό- ντεμπούτο, προσωπική μου άποψη είναι ότι το “Never, Neverland” αποτελεί το πιο συμπαγή και ώριμο (οξύμωρο μεν, λόγω δεύτερης μόλις κυκλοφορίας, αληθινό δε) δίσκο που κυκλοφόρησε ποτέ το συγκρότημα. Προφανώς, ο Waters συγκαταλέγεται στους guitar-heros «παλαιάς κοπής», σ’ έναν shredder ολκής, ο οποίος γράφει τρομερά πωρωτικές κομματάρες, όταν θέλει κι έχει κέφια. Κι εδώ η έμπνευση και η θέληση «χτυπάει κόκκινα».

Αρχιδ@το thrash, με riffing που «σκοτώνει» και solos γεμάτα ουσία. Η φωνή είναι ακριβώς εκεί που πρέπει να είναι, βάσει των «ιερών και των οσίων» του είδους, όπως ορίστηκαν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Βασικά, το album σε πιάνει από τα μούτρα και σε στροβιλίζει μέχρι να ομολογήσεις τα ανομολόγητα ή να ξεχάσεις το όνομά σου. Ακόμα και τόσα χρόνια μετά ακούγεται πολύ φρέσκο, απίστευτα ομοιογενές και δυναμικό. Δείγμα τόσο του εξαιρετικού songwriting του Waters, όσο και του αντίστοιχου παιξίματός του.

Και αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τότε πώς γίνεται να μην αγαπήσεις έναν δίσκο που ξεκινάει με μία τραγουδάρα, όπως το “The Fun Palace”; Ύμνος με τα όλα του…τις «γέφυρές» του, τα leads του, τις αλλαγές στο ρυθμό του, τo Maiden feeling του… Κι έπεται συνέχεια, με το «ποδοβολητό» του “Road to Ruin” και το «διεστραμμένο» “Sixes and Sevens”. Και το μεγαλείο συνεχίζεται με το πανέμορφο, «πιασιάρικο» “Stonewall”, όπου ο Pharr διδάσκει 2-3 διαφορετικά είδη ερμηνείας. Και φτάνουμε στο ομώνυμο…

Βασικά, τηρουμένων των αναλογιών (ή και όχι), το “Never, Neverland” είναι το “One” των Annihilator. Ένας crossover «δυναμίτης» δηλαδή, βάσει του οποίου είναι δύσκολο να θέσει κάποιος το όριο του μέχρι πού μπορεί να φτάσει η μπάντα (ασχέτως αν τελικά δεν εκκίνησε καν). Τεράστιο τραγούδι και -κατ’ εμέ- ό,τι καλύτερο έγραψαν ποτέ.

Το δεύτερο μισό του album στέκει κάπως υπό τη σκιά του πρώτου μισού, και ίσως να ακούγεται λίγο πιο generic (Θού, Κύριε φυλακήν τω στόματί μου), συγκρινόμενο με την ποικιλία των 5 πρώτων κομματιών, χωρίς, βέβαια, να τίθεται το όποιο ζήτημα ανισότητας. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, με κομμάτια όπως τα “Imperiled Eyes” (άλλη πώρωση από εκεί), “Phantasmagoria” (υπόδειγμα thrash) και “I Am in Command” (το ιδανικό «κλείσιμο»).

Και γενικά είναι πολύ κρίμα το γεγονός ότι αν και οι Καναδοί είχαν όλα τα φόντα να κάνουν το “I Am in Command” πραγματικότητα, με την ηγετική παρουσία τους στο χώρο, μετά από τέτοιες αρχικές κυκλοφορίες, οι εξελίξεις (με δική τους υπαιτιότητα) τους κατέστησαν μία μπάντα μεσαίου βεληνεκούς κι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα “What if…?” της ιστορίας του metal. Και να ‘λεγες ότι δεν περάσανε παικταράδες από τις τάξεις τους, με τους οποίους θα μπορούσε να «χτίσει» σταθερά και για πολλά χρόνια ο Waters. Όπως και να ΄χει, υπάρχουν μετέπειτα κυκλοφορίες που τσεκάρονται με τα χίλια, ωστόσο, τούτη εδώ δεν πλησιάζεται σε ποιότητα από καμία.

Τέλος, να θυμηθούμε ότι το 2001, στο Ρόδον, είδαμε μία από τις πιο «χορταστικές» συναυλίες ever, με support συγκροτήματα στους Annihilator, τους Nevermore, Soilwork και Rawhead Rexx.

20 Likes

Καλύτερο thrash album ever στην προσωπική μου λίστα (ναι, πάνω και από Master of Puppets και Rust in Peace). Ίσως το συγκρότημα με τα περισσότερα αυτογκόλ στην καριέρα του.

Co-headline νομίζω ήταν.

Ενδεχομένως να αναφερόταν έτσι.

Πάντως, είχαν εμφανιστεί πριν τους Annihilator οι Nevermore, καλά δεν θυμάμαι;

Σωστά θυμάσαι και, μάλιστα, αυτό συνέβαινε σε ολόκληρη την περιοδεία. Το αναφέρω, επειδή -συνήθως- τα co-headline tours κλείνουν εναλλάξ τα συγκροτήματα. Επίσης, θυμάμαι ότι πολύς κόσμος έφυγε από το Ρόδον πριν τους Annihilator (τύπου 30-40%) είτε επειδή είχε έρθει για τους Nevermore είτε για να προλάβει τα μέσα μεταφοράς πριν τα μεσάνυχτα. Πάντως, σε προσωπικό επίπεδο, πολύ με βόλεψε, γιατί πήγα μπροστά πολύ άνετα και οι Καναδοί μας έδωσαν τα μυαλά στο χέρι! Φοβερή εμφάνιση, μάλλον η καλύτερή τους στην Ελλάδα.

1 Like

Ρε 'συ, με κόλλησε ο @ChrisP τώρα κι έκανα λίγη έρευνα.

Ξέθαψα το εισιτήριό μου (παρακάτω) και βλέπω ότι είχα πάει την Κυριακή, 18/3. Εκείνη την ημέρα, σίγουρα είχαν εμφανιστεί πριν τους Annihilator οι Nevermore. Όμως στο setlist, βρίσκω ότι είχαν παίξει και την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Μήπως είχαν μοιράσει τις headline εμφανίσεις (δεδομένου και του πώς αναγράφονται τα ονόματα στο εισιτήριο);

Στην Θεσσαλονίκη αν δεν κανω λάθος οι Annihilator πρέπει να ειχαν βγει μετά τους Nevermore. Πολύ δυνατό live.