Μεταλλική νοσταλγία: Θύμησες, εμπειρίες και λοιπά ευτράπελα από την ελληνική, metal καθημερινότητα

Με το χέρι στην καρδιά, ποιοι ήσασταν μέσα σε αυτό το live? Πόσο συναυλιάρα!

3 Likes

:raised_hand:

1 Like

Σημερινή “συνάντηση”, στα πλακάκια μίας υπόγειας διάβασης, κάπου στην Κηφισίας.

Κι έτσι πλέον αποκτά νόημα ο στίχος: “Seven holy paths to hell / And your trip begins”

9 Likes

Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, ας θυμηθούμε πως πολλοί από εμάς, μέσα στον εφηβικό ενθουσιασμό και την πώρωση για το αγαπημένο μας συγκρότημα, θεωρούσαμε τω καιρώ εκείνο ότι το σηματάκι που εμφανιζόταν στο εξώφυλλο όλων των (μέχρι τότε) δίσκων των Maiden ήταν το έμβλημα τους και όχι η μονογραφή του τύπου που φιλοτέχνησε το artwork!

Έτσι, κάθε φορά που σχεδιάζαμε το λογότυπο των Irons σε τετράδια, βιβλία, θρανία κλπ κοτσάραμε από δίπλα και την καλλιτεχνική υπογραφή του Derek Riggs! Εκείνες βέβαια ήταν “άλλες εποχές” με λιγοστή και με χρονοκαθυστέρηση πληροφόρηση, απ’ ότι βλέπω όμως εξακολουθεί να συναντάται το ίδιο φαινόμενο, εκτός κι αν υποθέσουμε ότι ο Dr Death πήγε στην Αθήνα και, για κάποιο λόγο, θέλησε να αφήσει το σημάδι του σε μια υπόγεια διάβαση!

4 Likes

Αυτός που έχει το κ@λαδικό, είναι μεταλλάς.

Άσχημη η συγκυρία, με την επικαιρότητα να μονοπωλείται από τις εξελίξεις της πολεμικής σύρραξης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Κι αν πολλοί απλοί παρατηρητές έχουν άξαφνα μετατραπεί σε υπερασπιστές των «ίσων αποστάσεων», έχοντας οι ίδιοι υπάρξει στο παρελθόν λάβροι εναντίον τρίτων που υιοθέτησαν την εν λόγω προσέγγιση σε έτερα θέματα, εκεί που αναμφίβολα εντοπίζεται μέγιστος βαθμός αμηχανίας είναι στα εμπλεκόμενα μέρη με αξιωματικό/θεσμικό ρόλο, τα οποία και καλούνται να λάβουν αποφάσεις που θα επηρεάσουν μία -εκ των πραγμάτων- εξαιρετικά «λεπτή», όσο και δύσκολη, «εξίσωση».

Αποφεύγοντας τις περαιτέρω προφανείς αναλύσεις του ποιος βγαίνει μόνιμα χαμένος από μία πολεμική κατάσταση, ας αναφέρω απλά ότι, βάσει της προσωπικής μου οπτικής, η υιοθέτηση πολεμικών πρακτικών ανά τους αιώνες, πέραν των εδαφικών κι οικονομικών οφελών στα οποία αποσκοπεί, φαίνεται να συνδέεται και με εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρωπίνου είδους (σε άλλους -δυστυχώς- περισσότερο ανεπτυγμένα και προφανή, σε άλλους -ευτυχώς- σε λανθάνουσα μορφή). Ίσως κάποιος ψυχολόγος ή/και κοινωνιολόγος/ανθρωπολόγος να μπορούσε να αναπτύξει περισσότερο την εν λόγω υπόθεση.

Γιατί αναφέρονται τα ανωτέρω και μάλιστα σε αυτό το νήμα; Διότι πέραν των αμιγώς πολεμικών συρράξεων, ας μη λησμονούμε ότι πολλοί (αν όχι όλοι) εξ ημών εμπλεκόμαστε -ή έχουμε εμπλακεί- σε καθημερινές διαμάχες για ζητήματα ήσσονος σημασίας, πολλά εκ των οποίων μάλιστα θα έπρεπε να ενώνουν τους ανθρώπους και όχι να τους διχάζουν. Ένα εξέχον παράδειγμα αφορά και τη μουσική. Και ίσως αυτό το γεγονός να επαληθεύει και την προσωπική μου οπτική που προαναφέρθηκε.
Ευχόμενοι να πρυτανεύσει γρήγορα η λογική και να μη συνεχίσουν να αγνοούνται επιδεικτικά τα ιστορικά διδάγματα, ας «ελαφρύνουμε» την ατμόσφαιρα, αναφέροντας μία ευτράπελη, παρελθοντική, μουσική «σύρραξη», η οποία έληξε -ευτυχώς- αναίμακτα.

Όσοι με παρακολουθείτε στενά (βοήθειά σας και περαστικά σας, ταυτοχρόνως!), μέσω των αναρτήσεων μου, πιθανόν (λέμε τώρα…) να θυμάστε ότι έχω κάνει μία σύντομη αναφορά στο εν λόγω γεγονός στο παρελθόν, σε άλλα topic.

Η ειδική αναφορά έγινε εδώ (3ο bullet), ενώ χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα και σε άλλη συζήτηση, στην οποία -τώρα που το σκέφτομαι- αναφέρονται διάφορα ευτράπελα τα οποία θα μπορούσαν να βρουν άνετα μία θέση και στο παρόν topic.

Άρα, όπως αναφέρει και το 3ο bullet της πρώτης παραπομπής, το ρεζουμέ είναι: “Tο προηγούμενο καλοκαίρι (’98), υπήρξα αυτόπτης μάρτυς «ξύλου» μεταξύ οπαδού της rave/electronica κ.λπ. και μεταλλά, αναφορικά με την αυθεντικότητα της τέχνης του κάθε είδους. Αυτό συνέβη μεταξύ δύο αγνώστων (ο ένας είχε καταγωγή από εκεί, ο άλλος είχε έρθει για διακοπές, ως φιλοξενούμενος) στην πλατεία του χωριού μου, κατά τη διάρκεια θερινών διακοπών. Επαναλαμβάνω: στην πλατεία του ΧΩΡΙΟΥ μου.”. Μιλάμε για το ίδιο, ιστορικό χωριό που έχει «ξανατιμήσει» το νήμα.

Η τότε βραδινή έξοδός μας γινόταν στην πλατεία του χωριού μου, όπως αναφέρεται παραπάνω, όχι όμως στο καφενείο του χωριού, αλλά στη στάση του ΚΤΕΛ, η οποία και βρισκόταν στην άλλη πλευρά του δρόμου (μη φανταστείτε καμία μεγάλη απόσταση / το πολύ 10 μέτρα από τα πρώτα τραπεζοκαθίσματα της κεντρικής πλατείας). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλιζόταν α) η διακριτική επιτήρηση εκ μέρους των γονέων, β) η άμεση πρόσβασή μας στα σουβλάκια τα οποία παραγγέλνονταν εκ μέρους των γονέων και της παρέας τους, και γ) η εφηβική ικανοποίηση της ανάγκης για ανεξαρτησία. Η τότε δική μας παρέα πολυπληθής και σχετικά όμοια ηλικιακά, μεταξύ 12-16 ετών.

Ο μεταλλάς συγχωριανός και φίλος μου, στα 15 τότε, ήδη κιθαρίστας σε μπάντα και με παρουσία σε live ως οπαδός, να «σκάει» με metal t-shirts στην πλατεία, κυρίως προερχόμενα από thrash μπάντες. Πειραιώτης, αλανάκος, μπαλαδόρος και χαρακτηριστική φάτσα. Από την άλλη πλευρά, μία κοπέλα με καταγωγή από το χωριό μας φιλοξενούσε μία συμμαθήτριά της από την Αθήνα για το καλοκαίρι και τον αδερφό της. Ο αδερφός στην ίδια ηλικία με το αντίπαλον δέος, ωστόσο, όντας σχεδόν δίμετρος, του έριχνε 1,5-2 κεφάλια. Σαν να τον βλέπω μπροστά μου. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το παιδί έμενε Πετρούπολη ή σε κάποιον όμορο δήμο.

Εκείνο ήταν το πρώτο βράδυ που εμφανίστηκαν στην πλατεία τα «ξένα» αδέρφια (η αδερφή πανέμορφη, εν τω μεταξύ, «αγγελικό» πρόσωπο, γαλάζια μάτια, ξανθά μαλλιά / αυτής η μορφή κι αν δεν ξεχνιέται!). Χαρακτηριστικό των μουσικών φυλών της εποχής (σύμφωνα και με τη συζήτηση του θέματος της 2ης παραπάνω παραπομπής) ήταν να κάνουν εμφανώς δηλωτικές τις προτιμήσεις τους, κυρίως μέσω ενδυματικών επιλογών, μεταξύ και άλλων αξεσουάρ. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιας μπάντας μπλούζα φορούσε ο συγχωριανός, πάντως καθίστατο πασιφανές ότι επρόκειτο για οπαδό του metal. Αντιστοίχως, ο ψηλέας «αλλόθρησκος» είχε τέζα καρφάκι –«βίδα» το μαλλί και φορούσε βερμούδα, με την χαρακτηριστική πολύχρωμη μπλούζα δίχτυ, η οποία έφερε τους κύκλους στο κέντρο (θεωρώ ότι καταλάβατε σε ποια αναφέρομαι / πιο κλασσική, πεθαίνεις). Δεν ήθελε και πολύ για να κατανοήσει κανείς ότι επρόκειτο για φίλο της rave/trance και των λοιπών συγγενικών ειδών.

Τα δύο «στρατόπεδα» είχαν καταστήσει φανερά εξ αρχής τα «οπλοστάσιά» τους και οι τυπικές, πρώτες συστάσεις έγιναν σ’ ένα φαινομενικά καλό και ειρηνικό κλίμα, το οποίο μάλλον εμπεριείχε μία εκατέρωθεν επιφύλαξη. Κάτι σαν την «ηρεμία πριν την καταιγίδα» ή αντίστοιχα τις διπλωματικές επαφές που προηγούνται των ενάρξεων των πολεμικών επιχειρήσεων. Η ώρα κυλούσε και τίποτα δεν προμήνυε ό,τι θα επακολουθούσε, μέχρι που κάποια στιγμή η κεντρική συζήτηση της παρέας (καθώς υφίσταντο και διαφορετικές κουβεντούλες σε επιμέρους «πηγαδάκια») έφτασε στη μουσική. Εκεί κατέστη φανερό ότι το θέμα θα μονοπωλείτο από τα δύο εν λόγω άτομα και οι υπόλοιποι θα είχαμε «διακοσμητικό» ρόλο (soon to be ειρηνευτικό), ανεξαρτήτως του ποια άποψη ήταν περισσότερο αρεστή στον καθένα μας. Ακόμα κι εγώ, που προφανώς ήμουν στο ίδιο «μήκος κύματος» με το συγχωριανό μου, δεν παρενέβην στη διένεξη (ως ειρηνοποιός εκ φύσεως πρωτίστως και λόγω του ότι η «εκτράχυνση» έγινε τόσο απότομα που μας έπιασε εξ απήνης).

Εν αρχή, έγινε η κλασσική ερώτηση «Τι μουσική ακούς», ώστε, απλά, να επιβεβαιωθούν τα προφανή για αμφότερα τα μέρη. Εν συνεχεία, ακολούθησε η επίδειξη των «παρασήμων» του καθενός, στα πλαίσια του «Βγαλ’ τα έξω, να τα μετρήσουμε», εν είδει επιβεβαίωσης της εμπράγματης αφοσίωσης στο κάθε είδος. «Εγώ έχω τόσους δίσκους», «Εγώ συχνάζω σε αυτά τα club», «Εγώ έχω δει αυτές τις μπάντες live» κ.ο.κ., έδιναν κι έπαρναν, καθώς η ένταση άρχιζε να γίνεται όλο και πιο αυξανόμενη, αντιστρόφως ανάλογη της πορείας της ανοχής και της υπομονής που επιδείκνυαν αμφότεροι προς το έτερο μέρος.

Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, ήταν η στιχομυθία η οποία επέφερε την έκρηξη. Ακούγεται (και είναι) γραφική και παιδική τώρα πια, όπως και αδύναμη σαν επιχείρημα, αλλά τότε φάνταζε σαν το πιο χρήσιμο όπλο στη «φαρέτρα» του καθενός. Και όπως καταδεικνύεται από όσα ακούγονται στο υπό συζήτηση ντοκιμαντέρ της δεύτερης παραπομπής του παρόντος, κάποιοι δεν απέχουν ακόμη και σήμερα από τέτοιες θεωρήσεις.

Μεταλλάς: «Η μουσική σας είναι για τα σκουπίδια. Κατ’ αρχάς, δεν είναι πραγματική μουσική. Δεν ξέρετε όργανα και απλά κάθεστε σ’ ένα κομπιούτερ, πατώντας κουμπάκια».

Rave-ας: «Μαλακίες λες. Είστε ξεπερασμένοι. Είστε και γελοίοι και βρωμιάρηδες».

Μεταλλάς: «Ποιον βρίζεις, ρε; Στο χωριό μου ήρθες για μαγκιές;».

Rave-ας: «Εσύ δεν ξέρεις να φέρεσαι, που με προσβάλλεις χωρίς να με ξέρεις!».

Μεταλλάς: «Τι είπες, ρε;».

Rave-ας: «Εγώ τι είπα, ρε;».

Οι δύο τελευταίες -ρητορικές, προφανώς- ερωτήσεις συνοδεύτηκαν από απότομες κινήσεις προς σωματική προσέγγιση, οι οποίες οδήγησαν σε εναπόθεση αμφοτέρων των ζευγών των χειρών στις δύο μπλούζες και σε μετά μανίας τραβήγματα αυτών, ουχί για τη διαπίστωση της ελαστικότητάς των. Όλα αυτά εν μέσω εκατέρωθεν ανταλλαγής «κοσμητικών» χαρακτηρισμών, όσο κι έντονων προσπαθειών για επιτυχές κεφαλοκλείδωμα και διατήρησης αυτού, το οποίο τότε ισοδυναμούσε με ακλόνητο πειστήριο νίκης επί του αντιπάλου. Στο τελευταίο, ομολογουμένως, ο φιλοξενούμενος τα κατάφερε καλύτερα, λόγω του πλεονεκτήματος της υψομετρικής διαφοράς. Όλο αυτό το σκηνικό που περιγράφεται (συμπεριλαμβανομένου του «ξύλου») δεν διήρκεσε πάνω από 1 με 1,5 λεπτό, καθότι οι υπόλοιποι αναλάβαμε άμεσα το ρόλο του ειρηνοποιού και μπήκαμε στη μέση να χωρίσουμε (πάντα άξια συγχαρητηρίων κίνηση, που ενέχει, ωστόσο, τον κίνδυνο να δεχτείς εσύ την «ψιλή» πάνω στην αντάρα). Το κλίμα χάλασε και η υπόλοιπη βραδιά κύλησε «παγωμένα».

Την επομένη, ξημέρωσε μία νέα ημέρα και μαζευτήκαμε το πρωί στην ίδια στάση του ΚΤΕΛ, ώστε να κατευθυνθούμε προς συγκεκριμένη παραλία. Παρόντες και οι δύο χθεσινοβραδινοί εχθροί. Αφού φτάσαμε στην παραλία, πήγαμε σε café-bar-«ουφάδικο»-μπιλιαρδάδικο πάνω στο κύμα, το οποίο θα αποτελούσε τη βάση μας για τις βουτιές, τη χαλάρωση και τη διασκέδαση εν γένει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο εννιάμπαλο, το “Double-Dragon” και το “Bubble-bubble” έγινε το «θαύμα». Τα δύο μέρη ήρθαν κοντά, δόθηκαν οι αμοιβαίες εξηγήσεις, ζητήθηκαν οι συγγνώμες, αναγνωρίστηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να γίνει ό,τι έγινε και το κλίμα έφτιαξε εν ριπή οφθαλμού, με την αμηχανία να εξαφανίζεται μονομιάς.

Happy end!

Με τα χρόνια ο συγχωριανός και φίλος μου απομακρύνθηκε αρκετά από το metal (τουλάχιστον ως κύριο άκουσμα), έμαθε πολλά ακόμη όργανα κι εντέλει βρήκε την Εδέμ του -τόσο οργανοπαικτικά, όσο και ως άκουσμα- στο ρεμπέτικο (συνεχίζει να διατηρεί τις ηλεκτρικές του, τα drums του και να πηγαίνει σε επιλεκτικές συναυλίες). Εικάζω και θέλω να πιστεύω ότι και το έτερο μέρος δεν θα ενεπλάκη εκ νέου σε παρόμοιο γεγονός. Όπως και να ‘χει, παραδειγματική και διδακτική η συγκεκριμένη εφηβική ιστοριούλα.

14 Likes

np βεργούλες.

Οι υποσχέσεις οφείλουν να τηρούνται part 2 / εστιάζουμε στο 5o σημείο (για το part 1, βλ. εδώ).

Μεταφερόμαστε για τρίτη φορά στο “γνωστό” χωριό της Στερεάς Ελλάδας (βλ. πρώτη φορά / βλ. δεύτερη φορά), όχι σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικά σημείο, αλλά σε οποιοδήποτε από τα έτη μεταξύ 1990 και 1999. Και τούτο διότι στις αρχές του 2000 χάθηκε ο παππούς (ακολούθησε και η γιαγιά 3,5 χρόνια αργότερα), επομένως, δεν υπήρχαν πλέον βασικά στοιχεία της εξίσωσης. Η συνήθεια που θα περιγραφεί ακολούθως προφανώς και συνεχίστηκε, καθότι “Έξις δευτέρα φύσις”, αλλά δεν υπήρχε πια η ίδια μαγεία.

Όπως έχω αναφέρει στο παρελθόν, οι big brothers ήταν ήδη στην εφηβεία κι ενεργοί μεταλλλάδες, όταν εγώ ήμουν στα χρόνια του Νηπιαγωγείου και στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, επομένως, θέλοντας και μη, η καθημερινή ακρόαση και μύηση στα “σκληρά” ήταν δεδομένες. Την περίοδο του Πάσχα την περνούσαμε πάντα οικογενειακά στο χωριό. Οι πρώτες μου μνήμες εκκινούν από το 1990 κι εντεύθεν. Για κάποιον λόγο, οι bbs είχαν συνδέσει την πολυήμερη εκεί παρουσία μας με την ακρόαση των κασσετών των “Somewhere in Time” και “Seventh Son of a Seventh Son”, σε κασσετόφωνο το οποίο μεταφερόταν εξ Αθηνών (μαζί με το υπόλοιπο μισό νοικοκυριό στο αμάξι). Ο μεγάλος δε μού διευκρίνισε, αρκετά χρόνια αργότερα, ότι η ατμόσφαιρα των δύο προαναφερθέντων πονημάτων ταίριαζε τόσο πολύ με τη μυσταγωγία και την κλιμάκωση της Μ. Εβδομάδος, που του ήταν αδύνατο να μην τα ακούει καθημερινά τις συγκεκριμένες ημέρες. Αναμφίβολα, η ύπαρξη των synths, σε τόσο ισχυρό και ξεκάθαρο βαθμό, συνετέλεσε σε αυτήν την επιλογή-εμμονή. Μία πιθανή, ασυνείδητη “παρενέργεια” αυτής της διαδικασίας ήταν τα “Seventh Son…” και “Somewhere…” να καταλαμβάνουν άνετα -με τη σειρά που αναφέρονται- τις δύο πρώτες θέσεις στην προσωπική μου λίστα κατάταξης του συνόλου των Maiden κυκλοφοριών.

Πάμε για λίγο στον παππού και στη γιαγιά. Ιδιαίτεροι άνθρωποι, “παλαιάς κοπής”, γεννημένοι στις αρχές του 20ου αιώνα, με πολλές εμπειρίες (κυρίως κακές και τραυματικές), πολλή δουλειά στις πλάτες τους και αρκετά “μορφωμένοι” (ήτοι ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν) και “περπατημένοι” (ήτοι είχαν έρθει στην Αθήνα και είχαν ταξιδέψει σε κάποια μέρη της Ελλάδος, αλλά και στις Η.Π.Α.!), αν κρίνουμε από την μέση κατάσταση των υπολοίπων συγχωριανών. Αυτό, όμως, που μου έκανε πάντα μεγάλη εντύπωση ήταν ότι δεν μπορούσες να τους κοροϊδέψεις με τίποτα! Μιλάμε για “γάτες” ολκής και τρελά troll (ιδιαίτερα η -μικρή το δέμας- γιαγιούλα), όπως θα αποδειχτεί κατωτέρω.

Το ζήτημα ήταν ότι τα δύο album έπαιζαν κυρίως όση ώρα βρισκόμασταν σπίτι (και δεν ήταν και πολύς αυτός ο χρόνος), η οποία περιοριζόταν κατά βάση στο μεσημέρι, δηλαδή όταν οι ηλικιωμένοι παππούδες ήθελαν να ξεκουραστούν για λίγες ώρες. Προφανώς και δεν σκαμπάζαμε πολλά εμείς από την επίδραση του χρόνου τότε και την ανάγκη για ανάπαυση, επομένως ο παππούς και η γιαγιά ήταν αναγκασμένοι να υπομείνουν στωικά το προσωπικό τους “μαρτύριο”. Αναντίρρητα, πρέπει να το βίωναν το Πάσχα σε όλη του την ουσία, υπομένοντας αρχικά τα Μαρτύρια και φτάνοντας εντέλει στην Ανάσταση, κατά την αναχώρησή μας για την Αθήνα. Στην καθημερινή μεσημεριανή ακρόαση, θα πρέπει να προσθέσουμε και κάποιες άλλες ευφάνταστες επιχειρήσεις μας, οι οποίες περιελάμβαναν μεταξύ άλλων: α) την επιστημονική παρατήρηση του trajectory μιας αναποδογυρισμένης κατσαρόλας μετά από την έκρηξη μίας αναμμένης “γουρούνας”, η οποία έχει σκεπαστεί σβέλτα από το μαγειρικό σκεύος, β) την επιστημονική παρατήρηση του βαθμού καταστροφής των τούβλων της παλιάς, εξωτερικής τουαλέτας, όταν εισέρχεται στις εσοχές τους μία αναμμένη “γουρούνα”, γ) την επιστημονική παρατήρηση των συνεπειών της έκρηξης μίας αναμμένης “γουρούνας” ή “μινέρβας” εντός ενός κοτετσιού γεμάτου κότες, είτε στην παραγωγή αυγών, είτε στην εν γένει συμπεριφορά και κίνησή τους (μάλιστα, σε αυτό το “πείραμα” κρατάγαμε και χρόνο για να δούμε πότε θα ακουστούν οι κότες μετά την έκρηξη και πότε θα εξέλθουν του στεγασμένου μέρους για προαυλισμό), δ) την επιστημονική παρατήρηση του χρόνου αντίδρασης ηλικιωμένων ανθρώπων σε απόπειρα να πάρουμε για βόλτα το βαν του παππού (θα εκπλαγείτε από το πόσο σύντομος απεδείχθη), ε) την επιστημονική παρατήρηση της αντίδρασης ηλικιωμένων ανθρώπων στην καταστροφή χειροποίητης σίτας διαχωρισμού ελαιοκάρπου και φύλλων ελιάς στην αυλή, διά της πρόσκρουσης (με την όπισθεν) σε αυτήν του βαν του παππού και στ) την επιστημονική παρατήρηση της αντίδρασης ηλικιωμένων ανθρώπων κατά την ούρηση, από εξέχοντα δείγματα του Homo neanderthalensis είδους, στη θράκα εντός του σκαμμένου λάκκου για το ψήσιμο του αμνοεριφίου (μετά το πέρας της διαδικασίας).

Επιστρέφοντας στο μουσικό βασανιστήριο, πολλές φορές πατούσαμε το play στις κασσέτες, χωρίς οι παππούδες να έχουν αντιληφθεί την παρουσία μας και όντας ήδη κοιμισμένοι, έχοντας φροντίσει να έχουμε εκ των προτέρων επιλέξει τη μέγιστη δυνατή ένταση στα κασσετόφωνα. Το απότομο και βασανιστικό ξύπνημα συνοδευόταν από ακατάληπτες φράσεις και λίαν ενδιαφέροντες μορφασμούς. Σε κάθε περίπτωση, η ακρόαση επαναλαμβανόταν καθημερινά, επομένως, θεωρώ πως οι παππούδες είχαν σκεφτέι το ενδεχόμενο ότι στο επόμενο θερινό πανηγύρι ενδέχεται και να εμφανίζονταν οι Maiden στην πλατεία και όχι κάποιος δημοτικός τραγουδιστής. Και σαν μην έφτανε ότι οι άνθρωποι έπρεπε να υπομείνουν την ακρόαση (στη διαπασών) ενός είδους μουσικής το οποίο τους φαινόταν τόσο ξένο (θυμάμαι ότι μας ρωτούσαν με αγνή απορία: “Μα, τι είναι αυτό το πράγμα που ακούτε, βρε μαναράκια μου;”), κατά την ώρα που επιθυμούσαν να αναπαυθούν, είχαν να υποστούν και τις εξυπνακίστικες αηδίες μας, τις δήθεν troll ερωτήσεις, του τύπου: “Γιαγιά, πώς κρίνεις τη μεταστροφή των Maiden και την ένταξη των synths στον ήχο τους, σε αυτήν την περίοδό τους;”, “Παππού, πιστεύεις ότι ο Dickinson κάνει τις καλύτερες ερμηνείες του στους συγκεκριμένους δίσκους;”, “Ήταν μεγάλο λάθος η συμπερίληψη του “Can I Play…” στο “Seventh Son…”;” και άλλες μη συναφείς με τους δίσκους μπούρδες, όπως “Θα ανταποκριθεί ο Bayley στη θέση του τραγουδιστή;”, “Πώς σας φαίνεται η απλή, τραχιά προσέγγιση των “No Prayer…” και " Fear Of…”;", “Θα ξαναγυρίσει ο Dickinson;”, “Bayley ή Dickinson;” κ.ο.κ. Αυτό, όμως, στο οποίο δεν υπολογίζαμε ήταν ότι με την πάροδο των ετών, οι γέροι άρχισαν να απαντάνε με σοβαρό ύφος στις ερωτήσεις μας και κάπου άρχισαν να κόβονται τα γελάκια μας, καθότι η καλύτερη άμυνα απέναντι σ’ ένα troll είναι να αποδειχτείς περισσότερο troll εσύ (όπως μας δίδαξαν σοφά οι παππούδες). Πόσο γαμάτο ήταν να βλέπουμε τη γιαγιάκα, με το τσεμπέρι στο κεφάλι, να μας λέει “Προτιμώ Dickinson” και να μας προτρέπει να πάμε να παίξουμε μετά ή τον παππού να ισχυρίζεται ότι “Το “Can I Play…” δεν μπορούσε να λείπει από τον δίσκο” και να γελάει με την ψυχή του εκ των υστέρων. Η αλεπού εκατό και το αλεπουδάκι εκατόν δέκα, εν ολίγοις. Όμορφες και αλησμόνητες εμπειρίες.

Ακούστε για πολλοστή φορά τα “Somewhere…” και “Seventh Son…”! Κάνει καλό!

Υ.Γ.: Και παρά τα όσα αναφέρονται παραπάνω (και άλλα πολλά που παραλείπονται για ευνόητους λόγους ντροπής), οι δύο ψυχούλες δεν έβλεπαν την ώρα να αφιχθούμε στο χωριό, να μας σφίξουν στην αγκαλιά τους, να μας βάλουν έναν “Κολοκοτρώνη” στην τσέπη και να μας κεράσουν πορτοκολάδα στην πλατεία, γεμάτοι υπερηφάνεια στα μάτια τους. Γ@μώ την κοινωνία μου, με πήραν τα ζουμιά… Να αγαπάτε τους δικούς σας, ρε, και να μην τους ταλαιπωρείτε (πάρα πολύ τουλάχιστον)! Καλό Πάσχα και καλή Ανάσταση σε όλους!

36 Likes

Μια αγκαλιά για παππού κ γιαγιά, φανταστικό που τους θυμάσαι τόσο όμορφα.

Κ ναι το Πάσχα ειδικά έπαιζε πολύ iron maiden ειδικά μεγάλη Παρασκευή που έξω ακουγόταν οι καμπάνες της εκκλησίας κ μέσα στο σπίτι αυτές του hallowed ή για το πιο τρολ της υπόθεσης το… Woe to you oh earth and sea…

5 Likes

Εξαιρετικά στωικοί ήρωες παππούς και γιαγιά έχω να πω, προσωπικά σε μας η παραβίαση μεσημεριανής σιέστας ήταν κακούργημα που επέσυρε δρακόντεια ποινή.

7 Likes

Άκρως συγκινητικό και ζεστό κείμενο από τον @The_Black_League και πάλι. Από τα λίγα μου πραγματικά παράπονα στην ζωή είναι πως δεν έζησα όσο ήθελα κανέναν παππού και γιαγιά. Τους γνώρισα, με μεγάλωσαν, έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις, αλλά θα ήθελα να τους έχω λίγο παραπάνω μαζί μου, να μπορέσω να τους δω και να τους μιλήσω με πιο ώριμο μυαλό. Ήμουν ήρεμο παιδάκι πάντως, τέτοια καψόνια δεν τους έκανα και δεν ξέρω αν ο παππούς μου θα είχε την ψυχραιμία να με τρολλάρει αν του έκοβα τον μεσημεριανό ύπνο, μάλλον κατσάδα θα άκουγα! Καλές γιορτές και αγάπη εύχομαι!

12 Likes

Συγκινήθηκα ρε μπαγάσα! Να είσαι πάντα καλά! Και εμένα, στις αρχές του χρόνου, πέθανε η γιαγιά μου ξαφνικά, από ανακοπή καρδιάς, στα 81 της χρόνια, πήγε ν’ ανταμώσει τον παππού. Δεν ζούσαμε στο ίδιο μέρος και έτσι δεν την έζησα όσο θα ήθελα και, δυστυχώς, όσο ήταν κοντά μας, δεν εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία να της πω όσα θα ήθελα. Είθε να υπάρχει υγεία και αγάπη σ’ όσους μένουν πίσω και να μην ξεχνάμε να τους λέμε πόσο τους αγαπάμε!

Summary

I was there. Πιτσιρικάκι 19 ετών με τον μπαμπά μου που τον τράβηξα στη συναυλία, χωρίς καλά- καλά να ξέρω που πάω, διότι δεν είχα ασχοληθεί ιδιαιτέρως μαζί τους. Εκείνη την περίοδο χρειαζόμουν ένα ψυχολογικό boost, διότι οι ημέρες ήταν πολύ άσχημες. Τις επόμενες ημέρες “έφυγε” συμμαθήτριά μου χτυπημένη από τον καρκίνο και ήταν το πρώτο -πραγματικό- χαστούκι που “έφαγα” στη ζωή μου, ούτε όταν έπεσα στο αναπηρικό δεν αισθάνθηκα τόση δυσφορία, λύπη και απογοήτευση. Χωρίς υπερβολή. Τη συναυλία εκείνη δεν τη θυμάμαι λεπτομερώς, αλλά μου έμεινε το εκστατικό κλίμα και η δυναμική παρουσία του συγκροτήματος. Είχαν το πάθος και την ενέργεια ενός εφήβου, πιο έφηβοι από εμένα, αποχωρώντας ήμουν χαμογελαστή και ο μπαμπάς μου ευχαριστημένος (μετά το χουνέρι που τράβηξε κοντά έναν χρόνο πριν: BOLT THROWER).

10 Likes

Rockwave 2001, λοιπόν.

Δεν ήμουν ακριβώς σε διακοπές, καθότι έκανα θερινό φροντιστήριο προετοιμασίας, ενόψει της πρώτης χρονιάς των Πανελληνίων (είχα «πέσει» στην κλάση που δίναμε και στη Β’ και στη Γ’ Λυκείου). Επίσης, η μπάντα στην οποία συμμετείχα (και η οποία προφανώς θα είχε γράψει την σύγχρονη metal ιστορία από την αρχή, αν δεν ήταν η ελληνική πραγματικότητα να ανακόψει την «φρενήρη» πορεία μας…) είχε ήδη διαλυθεί άδοξα (το μη-αίσιο τέλος με τον υποψήφιο drummer, μάς έκανε κακό!).

Για να μην πλατιάζω και για περισσότερες λεπτομέρειες επί των ανωτέρω, παραπέμπω στο εν λόγω post, καθώς και στη συζητησούλα που ακολούθησε αυτού.

Αν υπήρχε τίτλος για την από μέρους μου παρακολούθηση του συγκεκριμένου Rockwave, θα ήταν ο εξής: «To festival στο οποίο πήγα με δύο φίλους και το παρακολούθησα σχεδόν ολόκληρο μόνος μου».

Όταν φθάσαμε (η παρέα των 3), οι Less Than Human ήταν ήδη στην σκηνή. Κάπου εκεί εντοπίσαμε τον παρολίγον drummer μας και του γνέψαμε από μακριά. Η μπάντα τελείωσε με το set της και μετά ακολουθούσαν οι Rotting Christ. Προφανώς, η τότε ηλικία και ο ενθουσιασμός μας δεν θα μπορούσαν παρά να μας οδηγήσουν όσο το δυνατόν εγγύτερα στη σκηνή γινόταν. Ε, για να μην τα πολυλογώ, ή στο “King of a Stellar War” ή στο “Non Serviam” έγινε τέτοιο μπαντιρντί στο σημείο που βρισκόμασταν που είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούμε μεταξύ μας (όλοι) και να μην μπορούμε να εντοπίσουμε ο ένας τον άλλον. Οι άλλοι δύο βρέθηκαν λίγο μετά. Εγώ μαζί τους, ποτέ (εποχές απουσίας κινητών, θυμίζω)! Κι όταν λέμε, ποτέ, εννοούμε καθόλη τη διάρκεια των set των Savatage, Cradle of Filth, Megadeth και Judas Priest. Όλες τις προαναφερόμενες μπάντες (δηλαδή όλο το festival σχεδόν) τις είδα μόνος μου, έχοντας στο νου ότι κάποια στιγμή τα πέρα-δώθε θα με οδηγήσουν στον εντοπισμό των άλλων δύο. Αμ δε… Βέβαια, συντριπτικό μέρος ευθύνης φέρω κι εγώ, διότι ήμουν ακόμα στη φάση της (μυωπικής) ντροπής, όπως αυτή έχει εξιστορηθεί στο σχετικό εδάφιο από την παρθενική εμφάνισή μου εν Ρόδω, επομένως το festival το είδα με κάποιους βαθμούς (όχι απαγορευτικούς) μυωπίας (δεν είχα πάρει τα γυαλιά μαζί).

Επίσης, μία εικόνα που μου έρχεται τώρα στο μυαλό ήταν η ολιγόλεπτη παρουσία, κάποια στιγμή, του Χάκου (του γνωστού) από τη μέσα πλευρά των καγκέλων, με τα διαπιστευτήριά του κρεμασμένα (ακούστηκε «κάπως» αυτό), να αράζει πριν πάει backstage για συνεντεύξεις κ.λπ. και να ψιλογνωρίζει την αποθέωση από ορισμένους στην μπροστινή σειρά, ελέω της αναγνωρισιμότητάς του (βλ. TV WAR).

Τρομερό Rockwave (αχ, αυτοί οι Savatage / μπάσιμο με “City Beneath the Surface” και τα σαγόνια στο χώμα), αιώνια η συζήτηση για τη σειρά εμφάνισης, αιώνια η ανάμνηση των παρατράγουδων κατά την εμφάνιση των CoF, τρομεροί Megadeth, επιβλητικός Ripper.

Στην επιστροφή, κομμάτια και συνεχίζοντας μόνος κι έρμος, βγήκα Κηφισίας και για κάποιον ανεξήγητο λόγο περπάτησα, τέρμα εξαντλημένος, τουλάχιστον μία ώρα έως ότου σταματήσω ταξί να με γυρίσει σπίτι μου.

Την άλλη ημέρα είχα πρωινό μάθημα στο φροντιστήριο, η φωνή εντελώς «κλειστή» και είχα κι έναν συμμαθητή (άρτι «εκκολαφθέντα» στον rock/metal ήχο) να με ρωτάει για εντυπώσεις, εικόνες κ.ά. Η αλήθεια είναι πως έκανα λίγη φιγούρα και μιλούσα με την «εμπειρία» ετών στις συναυλίες (του τεράστιου αριθμού 2, τότε…) κι έχοντας «γράψει» δεύτερο Rockwave στο παλμαρέ μου (ασχέτως, βέβαια, αν το πρώτο ήταν η μέρα των Prod… ε, των Queens of the Stone Age ήθελα να πω, το ’99). Βέβαια, με το συγκεκριμένο παιδί (καλή σου ώρα, ρε Βαγγέλη) πήγαμε μαζί στην πρώτη του συναυλία ever, στους Sentenced, το 2002.

Αυτά (και) από 'μένα.

Oh city beneath the surface above
How you survive on evil and blood

16 Likes

Μπαίνεις στις 7 παρά στον συρμό του μετρό.

Παντού (παντού, όμως!) αφίσες για την επερχόμενη συναυλία των Maiden.

OK, λες.

Περνάς τους σταθμούς και παρατηρείς τις αποβάθρες φουλ στις αφίσες του Athens Rocks.

Τι γίνεται, ρε παιδιά;

Φτάνεις γραφείο και ανοίγεις τα παράθυρα να αεριστεί το δωμάτιο.

Ακούς κάποιον από τα διπλανά κτίρια να επιδίδεται σε ανελέητο, εκκωφαντικό metal dj-ιλίκι, τιμώντας όλα τα υπο-είδη.

Ημέρα βγαλμένη από τη δεκαετία του ‘90.

11 Likes

Πόσο εύκολα τσιμπας ένα τέτοιο?? :grin:
Είναι αυτό που είναι ανάμεσα στο plexiglass?
Αν είναι αυτό είναι δύσκολο…:thinking:

20€ σε όποιον μου φέρει διαφημιστικό! Ας είναι και ολόκληρο το stand με το plexiglass!!! :joy:

Όχι. Είναι σαν patch/αυτοκόλλητο στα διαχωριστικά ορθίων/καθήμενων, μέσα στο βαγόνι. Επίσης, τα είχαν βάλει και πάνω από την τετράδα των θέσεων, όπως ακριβώς είναι το ορθογώνιο αυτοκόλλητο πάνω από τις θύρες, που δείχνει όλο το δίκτυο του μετρό.

Καθόλου, προφανώς, καθώς αν κάνεις προσπάθεια να το βγάλεις, πιστεύω ότι θα σκιστεί.

Ως εκ τούτου, μη βασίζεις τις ελπίδες σου πάνω μου καθώς εδώ σκέφτηκα να βγάλω φωτογραφία το πρωί, αλλά το μετάνιωσα/με έπιασαν οι ντροπές. Για 'σενα και μόνο, όμως, αν ξαναπετύχω αντίστοιχο συρμό από Δευτέρα, θα κάνω την προσωπική μου υπέρβαση και θα σου φέρω μια φωτογραφία για τη Maiden συλλογή σου!

1 Like

Είχα τσιμπήσει ένα τεράστιο banner Metallica από τη συναυλία Motorhead στο Λυκαβηττό το 2006 ή το 2007 ακριβώς μπροστά από την είσοδο του χώρου. Και γω ντρεπόμουν για λίγο. Μετά έτρεχα

2 Likes

miles well run

2 Likes

Βγάλτο φωτό και εκτύπωσέ το!

2 Likes

Αν δεν ξεκινήσεις να το κατεβάζεις από την γωνία σιγά σιγά, να αρχίσει να ξεφταει και να σκίζεται ώστε να αρχίσεις τα χριστοκάντηλα, δεν έχει γούστο :stuck_out_tongue_winking_eye:

Πέρα από την πλάκα, αφίσα του live έχω. Φαντάζομαι δεν έχουν κάποιο διαφορετικό artwork αυτά στο μετρό…Εddie Trooper και Eddie samurai δεν είναι;